Στα χωριά της Λέσβου, κάθε καφενείο έχει τον δικό του χαρακτήρα. Είναι άρρηκτα δεμένος με τον άνθρωπο που το κρατά, με τις συνήθειές του και την αγάπη του για τον τόπο. Συνήθως ένας μικρός εξωτερικός χώρος γεμάτος γλάστρες, βασιλικούς και λουλούδια, και μια κουζίνα απλή μέσα, που δουλεύει ασταμάτητα χειμώνα–καλοκαίρι, ετοιμάζοντας μεζέδες λιτούς αλλά αυθεντικούς. Γιατί εδώ, στη Λέσβο, η γεύση δεν είναι ποτέ τυχαία. Τα προϊόντα είναι της γειτονιάς, από τον ίδιο τον τόπο, και η ποιότητα έχει κάτι το ανεπιτήδευτο και ανεπανάληπτο.
Κυριακή μεσημέρι στα Μιστεγνά, στο καφενείο της κυρά Ρήνης, το χωριό έχει τη δική του ρυθμική ηρεμία. Σε μια μικρή, σχεδόν περίεργου σχήματος πλατεία, γεμάτη μολόχες που τις λένε «σαρδέλες», απλώνονται λίγα τραπεζάκια γεμάτα κόσμο. Άλλος για καφέ, άλλος για ένα γρήγορο ουζάκι πριν το κυριακάτικο φαγητό στο σπίτι, όλοι όμως μέσα στην ίδια αίσθηση χαλαρότητας που χαρακτηρίζει τη ζωή στο νησί. Οι ρυθμοί είναι αργοί αλλά σταθεροί, σαν να ακολουθούν ένα άγραφο πρόγραμμα που δεν αλλάζει ποτέ, και κάθε μικρή στάση της ημέρας έχει πάντα κάτι να κάνει με το φαγητό, ένα μεζεδάκι, ένα γλυκό, ή ακόμα κι ένα σπιτικό κουλουράκι που βουτιέται στον ελληνικό καφέ.

Μέσα στην κουζίνα οι ετοιμασίες δεν σταματούν. Οι τηγανητές πατάτες κόβονται στο χέρι και περιμένουν σε νερό πριν μπουν στο τηγάνι για να γίνουν τραγανές, οι φασολάδες σιγοβράζουν και γεμίζουν τον χώρο με μυρωδιές που θυμίζουν παλιές εποχές, ενώ οι κατσαρόλες γεμίζουν συνεχώς με ό,τι έχει το μενού της ημέρας. Κεφτέδες, κρεατικά, λαδερά, όλα φτιαγμένα με απλότητα και φροντίδα, ανάλογα με τα κέφια της κυρά Ρήνης και ό,τι «βγάλει το τσουκάλι», όπως έλεγαν οι παλιοί. Στο τραπέζι φτάνει πάντα ψωμί της περιοχής, ελιές τοπικές και το λεσβιακό ελαιόλαδο, μυρωδάτο, που δίνει ξεχωριστή γεύση σε κάθε πιάτο. Δίπλα του παστές, μεζέδες που ζητούν ούζο και κουβέντα, όπως παλιά, απλά και αυθεντικά.

Έτσι κυλά η Κυριακή στα καφενεία της Λέσβου, μέσα σε μια απλότητα που κρύβει τη μεγαλύτερη πολυτέλεια. Δεν χρειάζονται πολλά, μόνο καλή παρέα, φαγητό από το χέρι, προϊόντα του τόπου και μια αίσθηση ότι ο χρόνος για λίγο σταματά. Και η κυρά Ρήνη είναι πάντα εκεί, η κολώνα του μαγαζιού, να περιμένει, να φροντίζει, να μιλά με τους θαμώνες, μετρώντας γεύσεις, χειμώνες και καλοκαίρια, σαν να κρατά με τον δικό της τρόπο τον ρυθμό μιας ζωής που δεν βιάζεται ποτέ.







