«Τα ζώα που έχουν αντισώματα δεν σημαίνει ότι νοσούν ή μεταδίδουν τη νόσο. Μόνο η μοριακή ανίχνευση μέσω PCR μπορεί να δείξει πραγματική ενεργή παρουσία του ιού». Με αυτή τη θέση ο κτηνίατρος Γιάννης Τσακίρης έδωσε το στίγμα της χθεσινής τηλεδιάσκεψης που πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του ίδιου και η οποία πλέον αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τη δημόσια συζήτηση γύρω από τον αφθώδη πυρετό στη Λέσβο.
Στην τηλεδιάσκεψη συμμετείχαν κτηνοτρόφοι, γεωτεχνικοί, εκπρόσωποι φορέων και επιστήμονες, ενώ κεντρικός ομιλητής ήταν ο Δρ. Γεώργιος Αρσένος, καθηγητής Ζωικής Παραγωγής, Ηθολογίας και Ευζωίας στη Σχολή Κτηνιατρικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η συζήτηση έφερε στο προσκήνιο σοβαρές αμφισβητήσεις για τα πρωτόκολλα που εφαρμόζονται σήμερα στη διαχείριση της νόσου και ειδικά για το κατά πόσο η παρουσία αντισωμάτων αρκεί ώστε να χαρακτηρίζεται μια εκτροφή επικίνδυνη και να οδηγείται σε θανάτωση.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, η ανίχνευση αντισωμάτων δείχνει απλώς ότι ένα ζώο ήρθε κάποια στιγμή σε επαφή με τον ιό ή ανέπτυξε ανοσία. Δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι μεταδίδει ενεργά τη νόσο. Αντίθετα, η εξέταση PCR είναι εκείνη που μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξη ενεργού ιαιμίας και άρα πραγματικής μεταδοτικότητας.
Το θέμα αποκτά πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα για τη Λέσβο, καθώς κτηνοτρόφοι και επιστήμονες διερωτώνται αν οδηγείται σε καταστροφή πολύτιμο ζωικό κεφάλαιο χωρίς να έχει τεκμηριωθεί σε κάθε περίπτωση ενεργή παρουσία του ιού.
Ο Δρ. Αρσένος φέρεται να υποστήριξε ότι, εφόσον αξιοποιηθούν συντονισμένα τα διαθέσιμα εργαστήρια του νησιού και εφαρμοστεί εκτεταμένος μοριακός έλεγχος, μέσα σε λίγες εβδομάδες θα μπορούσε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για την πραγματική διασπορά της νόσου.
Η συζήτηση, πάντως, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο επιστημονικό επίπεδο. Αναδεικνύει και ένα σοβαρό πολιτικό ερώτημα, διαθέτει η κυβέρνηση επαρκείς εξειδικευμένους συμβούλους πάνω στα σύγχρονα δεδομένα της κτηνιατρικής και της μοριακής διάγνωσης;
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, όπως υποστηρίζουν, δεν έχει υπάρξει δημόσια τοποθέτηση από εξειδικευμένους κρατικούς επιστημονικούς συμβούλους που να εξηγεί αναλυτικά με ποια ακριβώς κριτήρια χαρακτηρίζονται οι εκτροφές ως θετικές ή επικίνδυνες.
Το μεγάλο ζήτημα πλέον επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις για τη θανάτωση ολόκληρων κοπαδιών, καθώς καθοριστικό ρόλο παίζουν τα διαγνωστικά κριτήρια που χρησιμοποιούνται, είτε αυτά αφορούν μοριακή ανίχνευση μέσω PCR είτε ορολογικές εξετάσεις αντισωμάτων ή συνδυασμό επιστημονικών δεδομένων. Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν η ύπαρξη ή μη κλινικών συμπτωμάτων, αλλά και η τεκμηριωμένη επιδημιολογική σύνδεση κάθε εκτροφής με επιβεβαιωμένες εστίες της νόσου.
Διαπιστώσεις που όσο περνούν οι ημέρες γίνονται όλο και πιο πιεστικές για ένα νησί που βλέπει την κτηνοτροφία του να δοκιμάζεται σκληρά και ζητά ξεκάθαρες επιστημονικές απαντήσεις.







