Το “φαινόμενο” του μπουζουκιού, ο διεθνούς φήμης Σολίστ και Συνθέτης Μιχάλης Παούρης για πρώτη φορά στη Λέσβο!

Ήταν μόλις 15 ετών όταν ο Μίκης Θεοδωράκης διέκρινε στο παίξιμό του κάτι από τη σπάνια στόφα του Μανώλη Χιώτη και τον χαρακτήρισε «φαινόμενο». Αργότερα, ο θρύλος της κιθάρας Al Di Meola θα τον αποκαλούσε «ταπεινή ιδιοφυΐα», αναγνωρίζοντας το εξαιρετικό μουσικό του ένστικτο και τη μοναδική δεξιοτεχνία του. Εκείνος επέστρεφε πάντα στο δωμάτιό του και στη μελέτη, με την πεποίθηση ότι το ταλέντο που του δόθηκε ήταν θεόσταλτο και, μαζί, μια ισόβια ευθύνη.

Ο διεθνούς φήμης Σολίστ και Συνθέτης Μιχάλης Παούρης βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Grammy και Latin Grammy, ανήκει στη σπάνια κατηγορία των μουσικών που δεν αρκούνται στη δεξιοτεχνία. Σολίστ, συνθέτης και αιώνιος μαθητής, αφιέρωσε τη ζωή του στο μπουζούκι, αναζητώντας διαρκώς τις ανεξερεύνητες δυνατότητές του και διεκδικώντας για το μπουζούκι μια θέση στις μεγάλες συναυλιακές σκηνές του κόσμου. Η Πολυμελωδική Τεχνική Πένας που ανέπτυξε επιτρέπει την ταυτόχρονη εκτέλεση δύο και τριών διαφορετικών μελωδιών, μετακινώντας τα όρια ενός οργάνου βαθιά συνδεδεμένου με την ελληνική λαϊκή μουσική.

Με αφορμή την πρώτη του εμφάνιση στη Λέσβο, την Τετάρτη 29 Ιουλίου, ο Μιχάλης Παούρης μιλά στα «Πολιτικά» για το πρώτο του μπουζούκι, που απέκτησε σε ηλικία οκτώ ετών, τη μοναχική διαδρομή του σολίστα, τη μαθητεία και την πειθαρχία. Αναφέρεται ακόμη στην ευθύνη απέναντι σε ένα χάρισμα που, όπως λέει ο ίδιος, δεν επέλεξε, αλλά του ανατέθηκε.

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος δεξιοτέχνης θα εμφανιστεί στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου, στην Αγία Παρασκευή, στο πλαίσιο του «Πολιτιστικού Πανοράματος» του Δήμου Δυτικής Λέσβου.

Στο ρεσιτάλ «The Virtuoso» θα παρουσιάσει έργα του για σόλο κιθάρα και μπουζούκι, καθώς και διασκευές συνθέσεων του Μίκη Θεοδωράκη, του Σταύρου Κουγιουμτζή, του Γιάννη Σπανού και του Μάρκου Βαμβακάρη. Μια μοναδική ευκαιρία για το κοινό της Λέσβου να παρακολουθήσει από κοντά έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δεξιοτέχνες του Μπουζουκιού και της Κιθάρας.

-Πώς επιλέξατε το Μπουζούκι και σε ποια ηλικία ήρθε η συνειδητοποίηση ότι θα αφιερώσετε τη ζωή και την καριέρα σας σε αυτό;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο λαϊκά ακούσματα. Είμαι από τον Ταύρο, μια περιοχή όπου το λαϊκό τραγούδι είχε βαθιές ρίζες. Μια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, ρώτησα τη μητέρα μου ποιο ήταν το όργανο που άκουγα. Μου απάντησε: «Αυτό είναι Μπουζούκι». Της είπα αμέσως: «Εγώ αυτό θέλω να μάθω».

Στην αρχή δεν με πίστεψαν, όμως η επιμονή μου τους έπεισε και στα οκτώ μου απέκτησα το πρώτο μου Μπουζούκι. Από τότε δεν το αποχωρίστηκα ποτέ.

Το ότι θα γινόταν η ζωή και η καριέρα μου δεν το αποφάσισα εγώ. Πιστεύω πως ο Θεός μάς επιλέγει για την αποστολή μας. Εκείνος έβαλε τον σπόρο και άνοιξε τον δρόμο.

-Μεγαλώνοντας, ποιοι μουσικοί σάς διαμόρφωσαν περισσότερο; Υπήρχαν άνθρωποι που λειτουργούσαν ως «πυξίδα» για εσάς;

Πρότυπό μου ήταν ο Μανώλης Χιώτης. Όχι μόνο για το αποτέλεσμα που πέτυχε, αλλά γιατί τόλμησε να οραματιστεί την επόμενη μέρα του Μπουζουκιού. Αυτή η τόλμη με ενέπνευσε να φτάσω το όργανο όσο πιο μακριά, μέσα από γνώση, έρευνα και πειθαρχία.

-Στην Ελλάδα το Μπουζούκι εξακολουθεί, για πολύ κόσμο, να παραπέμπει σχεδόν αυτόματα στα λαϊκά κέντρα και στη διασκέδαση. Εσείς το αντιμετωπίζετε και ως ένα μουσικό όργανο με θέση στις μεγάλες συναυλιακές σκηνές του κόσμου. Τελικά είναι πιο δύσκολο να πείσετε το ελληνικό κοινό ή το ξένο;

Το Μπουζούκι θα έχει πάντα τη θέση του στο λαϊκό τραγούδι. Εκεί γεννήθηκε και εκεί ανήκει.

Ποτέ όμως δεν είχα στόχο να πείσω κανέναν. Θεωρώ χρέος μου να παρουσιάζω το έργο μου, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Ό,τι ανακαλύπτει ένας καλλιτέχνης, οφείλει να το μοιράζεται, γιατί έτσι αποδεικνύεται ότι ο πολιτισμός και η Τέχνη συνεχίζουν να εξελίσσονται.

-Έχετε συνεργαστεί με προσωπικότητες όπως ο Al Di Meola. Τι σας δίδαξαν αυτές οι συναντήσεις πέρα από το καθαρά μουσικό κομμάτι;

Η συνεργασία μας εξελίχθηκε σε φιλία. Ο Al Di Meola με στήριξε από την πρώτη στιγμή, χωρίς ποτέ να προσπαθήσει να με αλλάξει ή να με μειώσει.

Αυτό που κρατώ είναι πως οι πραγματικά «μεγάλοι» χτίζουν γέφυρες. Αναγνωρίζουν την αξία των άλλων χωρίς να φοβούνται ότι θα μικρύνουν οι ίδιοι.

-Είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστεί ένας μουσικός που δεν βρίσκεται πίσω από ένα μικρόφωνο;

Στην Ελλάδα ναι. Ωστόσο, η αγάπη που γνώρισα από το εξωτερικό μου απέδειξε ότι η σκληρή δουλειά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα βρίσκουν πάντα τον δρόμο τους.

-Η πορεία ενός σολίστα μοιάζει συχνά μοναχική. Το έχετε βιώσει έτσι ή τελικά η μουσική δημιουργεί διαρκώς νέες φιλίες;

Είναι μια μοναχική πορεία. Η φιλία είναι βαριά λέξη και δεν έχει εύκολα χώρο στους ανθρώπους που ξεχωρίζουν πολύ. Όταν κάποιος διακρίνεται, συχνά έρχεται αντιμέτωπος με τη ζήλια και τα αδούλευτα «εγώ» των ανθρώπων.

Το βλέπω ακόμη και στους μαθητές μου. Τους λέω πάντα ότι το ταλέντο, όταν καλλιεργείται, γίνεται φίλτρο. Σου δείχνει ποιοι αξίζει να μείνουν στη ζωή σου. Θέλει θάρρος να προχωράς μόνος, αλλά αυτό τελικά σε γιγαντώνει.

-Υπάρχει ακόμη χώρος για αφοσίωση και πολύωρη μελέτη σε μια εποχή που όλα πρέπει να γίνουν γρήγορα και να χωρέσουν σε ένα βίντεο λίγων δευτερολέπτων;

Καταλαβαίνω αυτό που λέτε και έχετε δίκιο. Όπως σας είπα και στην αρχή της συζήτησής μας, παρέλαβα από τον Θεό ένα ταλέντο. Επομένως αισθάνομαι υποχρεωμένος να βρίσκομαι καθημερινά μέσα στη μελέτη, στην έρευνα και στη σύνθεση, γράφοντας παρτιτούρες και νέα έργα ακατάπαυστα.

Είναι το χρέος μου. Ό,τι κι αν συμβαίνει, η μελέτη δεν παραλείπεται ποτέ.

-Ο Θεοδωράκης είχε μιλήσει δημόσια για εσάς με λόγια εξαιρετικά τιμητικά, συγκρίνοντάς σας ακόμη και με τον Μανώλη Χιώτη. Πώς διαχειρίζεται ένας νέος μουσικός το βάρος μιας τέτοιας αναγνώρισης;

Ήμουν μόλις 15 ετών όταν μου μίλησε έτσι. Το ένιωσα περισσότερο ως ευθύνη παρά ως διάκριση.

Γύρισα σπίτι, χάρηκα μαζί με τους γονείς μου και ύστερα μπήκα αμέσως στο δωμάτιό μου για μελέτη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο από έναν τόσο γενναιόδωρο λόγο που προέρχεται από μια τέτοια προσωπικότητα.

-Έχετε τιμηθεί με σημαντικές διεθνείς διακρίσεις. Υπάρχει κάποιο βραβείο που σας συγκίνησε περισσότερο και γιατί;

Συγκινήθηκα όταν βραβεύτηκα στο Σπίτι του Μότσαρτ στη Βιέννη. Ακόμη περισσότερο όμως όταν η Ακαδημία Αθηνών με τίμησε με το Οίκοθεν Βραβείο.

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της που αυτή η διάκριση απονεμήθηκε σε σολίστ και συνθέτη Μπουζουκιού. Ήταν μια ιστορική και βαθιά συγκινητική στιγμή.

-Αν ένας δεκαπεντάχρονος σάς έλεγε σήμερα ότι θέλει να αφιερωθεί αποκλειστικά στο Μπουζούκι, θα τον ενθαρρύνατε χωρίς δεύτερη σκέψη ή θα του μιλούσατε πρώτα για τις δυσκολίες;

Βεβαίως και θα τον ενθάρρυνα αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη! Στην εποχή του «Δεν ξέρω τι θέλω να γίνω», να έρθει ένας νέος και να πει αυτή τη μαγική έκφραση «Θέλω να γίνω…» και να τον αποθαρρύνω; Θέλουμε ανθρώπους που να λένε «Θέλω» και να τους ωθήσουμε να προχωρούν μπροστά, τιμώντας την επιλογή τους ακόμη και όταν συναντούν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Όπως αναφέρω και στο βιβλίο μου «Το Κεφαλαίο πρώτο γράμμα», η Ταυτότητα είναι η ευτυχία και οι ιδιότητες η «άσκηση». Να διαλέξεις κάτι που λατρεύεις κι όταν δεν θα έχεις τίποτα, θα είσαι ευτυχισμένος, γιατί η Ταυτότητα είναι εκεί για να καταφεύγεις σε αυτήν και στο τέλος κάθε ημέρας να έχεις κάνει τα πάντα για να πει κάποιος ότι είσαι Μουσικός με Κεφαλαίο το πρώτο γράμμα.

Τι θα παρουσιάσετε στη Λέσβο με το «The Virtuoso»;

Στο ρεσιτάλ μου θα παρουσιάσω για πρώτη φορά έργα μου για Σόλο Κιθάρα και Μπουζούκι, αλλά και διασκευές γνωστών κομματιών. Από Μίκη Θεοδωράκη και Σταύρο Κουγιουμτζή, μέχρι Γιάννη Σπανό και Μάρκο Βαμβακάρη.

Όλα αυτά τα έργα βασίζονται στην Πολυμελωδική Τεχνική Πένας (Paouris Polymelodic Plectrum), που έγινε γνωστή στο εξωτερικό γιατί είναι η πρώτη φορά που ένα όργανο με πένα παίζει δύο και τρεις διαφορετικές μελωδίες συγχρόνως. Μια καινοτομία για την οποία γίνεται λόγος παγκοσμίως.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ