Και ξαφνικά, ανάμεσα στα αρχαία του βόρειου λιμανιού, στα χαμηλά σπίτια και στις λαϊκές συνοικίες που ακόμη κουβαλούν πάνω τους τα ίχνη των προσφυγικών κατοικιών, η Επάνω Σκάλα άλλαξε πρόσωπο.
Το TASTE LESVOS δεν ήταν για μένα απλώς ακόμη μία εκδήλωση του καλοκαιριού. Ήταν κάτι πολύ πιο προσωπικό. Ήταν μια βραδιά στον τόπο όπου μεγάλωσα. Στα δρομάκια όπου έπαιζα παιδί, σε μια περιοχή που πάντα πίστευα ότι άξιζε περισσότερα. Μια γειτονιά που έχει ιστορία σε κάθε της γωνιά, αλλά για χρόνια έμοιαζε να περιμένει κάποιον να τη δει ξανά με διαφορετικό μάτι.
Και σήμερα την είδα να ζωντανεύει.
Στα στενά συναντούσα δεκάδες Τούρκους επισκέπτες να κοιτούν τα σπίτια, να περιεργάζονται τις γειτονιές και να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα, ακολουθώντας από μακριά τη μουσική. Άνθρωποι που έμοιαζαν να αναζητούν κάτι γνώριμο μέσα σε έναν άγνωστο τόπο. Γιατί αυτή η περιοχή της Μυτιλήνης έχει τη δύναμη να αφηγείται ιστορίες χωρίς να χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Τα σπίτια, οι αυλές, τα σοκάκια, οι προσφυγικές μνήμες, η θάλασσα απέναντι, όλα δημιουργούν μια παράξενη αίσθηση οικειότητας. Ανάμεσα στα καταστήματα, στα περίπτερα που στήθηκαν για τη διοργάνωση, στις γεύσεις της Λέσβου και στον κόσμο που κατέκλυσε την περιοχή, συνέβαινε κάτι που είχα χρόνια να δω εκεί. Η γειτονιά είχε αποκτήσει ξανά αυτοπεποίθηση.
Και μετά ήρθε η μουσική. Ο Athineos και ο Ison στα decks έπαιζαν πιο δυνατά ακόμη κι από το μελτέμι του Αυγούστου και γύρω του άνθρωποι κάθε ηλικίας έγιναν μια παρέα. Οι μεγαλύτεροι στάθηκαν, παρακολούθησαν, συζήτησαν. Οι νεότεροι χόρεψαν, γέλασαν, έμειναν μέχρι αργά. Και αυτό ίσως ήταν το πιο όμορφο στοιχείο της βραδιάς, ότι για λίγες ώρες η περιοχή δεν ανήκε σε μια συγκεκριμένη γενιά. Ανήκε σε όλους.
Στα 53 μου χρόνια, δεν θυμάμαι να έχω νιώσει καλύτερα βλέποντας αυτό το κομμάτι της πόλης έτσι. Ίσως γιατί όταν έχεις μεγαλώσει σε έναν τόπο, δεν τον κοιτάς ποτέ ουδέτερα. Βλέπεις πίσω από κάθε δρόμο μια ανάμνηση. Ξέρεις τι υπήρχε εκεί πριν. Θυμάσαι ανθρώπους, σπίτια, παιχνίδια, καλοκαίρια. Και μαζί κουβαλάς πάντα εκείνη τη μικρή προσδοκία ότι κάποια στιγμή ο τόπος αυτός θα πάρει τη θέση που του αξίζει.
Κι η Επάνω Σκάλα έχει ίσως το καλύτερο κλίμα της πόλης, ανοιχτή στο βόρειο αεράκι. Έχει θάλασσα, αρχαιολογικά κατάλοιπα, προσφυγική ιστορία, λαϊκές γειτονιές, αυθεντικότητα. Έχει πάνω της όλα τα στρώματα της ιστορίας της Μυτιλήνης, χωρίς να χρειάζεται να κατασκευάσει κανένα σκηνικό. Το σκηνικό υπάρχει ήδη. Το μόνο που χρειάζεται είναι να το αναδείξουμε.
Γι’ αυτό και αυτή η προσπάθεια του Δήμου Μυτιλήνης, της Αντιδημαρχίας Τουρισμού και της “Ασπίδας”, μου δημιούργησε κάτι που πολλές φορές λείπει από τη δημόσια ζωή, κι αυτό είναι η ελπίδα.
Την ελπίδα ότι με φρέσκες ιδέες, με νέα μυαλά και με ανθρώπους που δεν φοβούνται να δοκιμάσουν διαφορετικά πράγματα, μπορούν να αλλάξουν μικρές περιοχές μιας πόλης και μαζί να αλλάξει η σχέση μας με αυτές.
Δεν χρειάζονται πάντα τεράστια έργα για να αρχίσει μια ανάταση. Μερικές φορές χρειάζεται μουσική ανάμεσα στα αρχαία, λίγος κόσμος στα στενά, γεύσεις του τόπου, νέα παιδιά να χορεύουν, μεγαλύτεροι να χαμογελούν και επισκέπτες να ανακαλύπτουν μια γειτονιά που μέχρι χθες ίσως προσπερνούσαν.
Κι εγώ, που μεγάλωσα εδώ, δεν είδα απλώς μια επιτυχημένη διοργάνωση.
Είδα για λίγο την Επάνω Σκάλα όπως πάντα ήθελα να τη δω. Ζωντανή, ανοιχτή, περήφανη για την ιστορία της και, κυρίως, στραμμένη προς το μέλλον.
Από το ανοιχτό μου παράθυρο ακούω ακόμη τις τελευταίες ριπές της μουσικής να μπερδεύονται με τον αέρα, τις ξέγνοιαστες φωνές των νέων και τον βόμβο μιας πόλης που σήμερα έμοιαζε διαφορετική.
Μιας πόλης που για λίγες ώρες μας άνοιξε μια άλλη πλευρά της. Μια πλευρά όπου η ιστορία δεν στέκεται απέναντι από το μέλλον, αλλά συνομιλεί μαζί του. Όπου τα παλιά σπίτια, τα αρχαία, η θάλασσα, η μουσική και οι νέοι άνθρωποι μπορούν να χωρέσουν στην ίδια εικόνα. Σε αυτή που βλέπεις έναν τόπο που κουβαλά τόσο παρελθόν να αποκτά ξανά λόγο να κοιτάζει μπροστά.







