Ποιος θα παράγει και ποιος θα ζει αύριο στη Λέσβο;


Του Μιχάλη Μαρμάρου (Κοιν.Σ.Επ. Ηφαίστειο Ανεμώτιας)


Ένα άδειο μαντρί δεν είναι άδειο μόνο από ζώα. Είναι ένας χώρος όπου διακόπηκε η
καθημερινότητα ενός ανθρώπου. Οι ώρες που σηκωνόταν, η διαδρομή που ακολουθούσε, η
γνώση με την οποία παρατηρούσε το κοπάδι του, ο προγραμματισμός της οικογένειάς του, οι
συνεργασίες του και οι καθημερινές επαφές του. Όλα αυτά συνδέονταν με μια δουλειά που
τώρα έχει σταματήσει.


Επτά μήνες τώρα, η Λέσβος ζει την κρίση του αφθώδους πυρετού. Πίσω από τις δεκάδες
χιλιάδες θανατωμένα ζώα βρίσκονται άνθρωποι που καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους
έχοντας χάσει μεγάλο μέρος από όσα τη στήριζαν. Η συζήτηση για την αντιμετώπιση της
νόσου, τις αποζημιώσεις και την επανεκκίνηση της παραγωγής είναι εξαιρετικά επείγουσα.
Μέσα της, όμως, χρειάζεται να ακουστεί δυνατά και ένα ερώτημα που αφορά ολόκληρο το
νησί: Ποιος θα έχει τη δυνατότητα να παράγει και να ζει αύριο εδώ;


Η απάντηση εξαρτάται από το τι θα απομείνει στους κτηνοτρόφους όταν περάσει η άμεση
καταστροφή. Από το αν θα έχουν πόρους και αντοχή να ξαναρχίσουν. Από το αν η γνώση
τους θα βρει συνέχεια. Από το αν θα μπορούν να αποφασίζουν για τη δουλειά τους ή θα
αναγκάζονται να αποδέχονται οποιουσδήποτε όρους για να επιβιώσουν.


Η παραγωγική ανεξαρτησία ενός ανθρώπου χάνεται συχνά πριν εγκαταλείψει το
επάγγελμά του. Χάνεται όταν δουλεύει χωρίς να μπορεί να προγραμματίσει, όταν
συσσωρεύει υποχρεώσεις χωρίς να γνωρίζει το εισόδημά του, όταν η συνέχιση της εργασίας
του εξαρτάται από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει ουσιαστικό λόγο. Μπορεί να παραμένει
στον τόπο του και ταυτόχρονα να χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να ορίζει τη ζωή του.
Πιστεύουμε ότι αυτό είναι ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα για τη Λέσβο.


Η δυνατότητα να ζούμε εδώ συνδέεται με τη δυνατότητα να καλύπτουμε ανάγκες μας, να
διατηρούμε γνώσεις, να συνεργαζόμαστε και να φροντίζουμε τους πόρους που μας
συντηρούν. Ένα χωριό χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να εργαστούν και να σχεδιάσουν
το μέλλον τους. Χρειάζεται επίσης ισχυρές σχέσεις μέσα από τις οποίες ο κόπος του ενός να
στηρίζει τη ζωή των άλλων.


Όταν σταματά την εργασία του ένας κτηνοτρόφος, η απώλεια προχωρά πέρα από την
εκτροφή του. Φτάνει στη μεταποίηση, στον επαγγελματία με τον οποίο συνεργαζόταν, στο
κατάστημα όπου προμηθευόταν τα αναγκαία. Φτάνει και σε λιγότερο μετρήσιμα πράγματα:
στον νεότερο άνθρωπο που θα μάθαινε δίπλα του, στη γνώση ενός βοσκότοπου, στη
δυνατότητα να ζητήσεις βοήθεια από κάποιον που γνωρίζει τη δουλειά. Έτσι μπορεί να
μικραίνει μια κοινότητα, ακόμη κι όταν ο αριθμός των κατοίκων της δεν έχει αλλάξει.
Γι’ αυτό χρειάζεται να δούμε διαφορετικά και την έννοια της ανασυγκρότησης. Να
αναρωτηθούμε ποιοι θα μπορέσουν να επιστρέψουν ή να παραμείνουν στην παραγωγή, με
ποιες σχέσεις εργασίας, με ποια πρόσβαση στη γη και στις υποδομές. Αν οι μικρότερες
εκμεταλλεύσεις εγκαταλειφθούν οριστικά, η αποκατάσταση ενός συνολικού μεγέθους
παραγωγής δεν θα αποκαταστήσει από μόνη της την κοινοτική ζωή που χάθηκε.


Το ερώτημα αφορά το πώς θα κατανέμεται η δυνατότητα να παράγουμε. Πόσοι άνθρωποι θα
την έχουν; Πόσο προσιτή θα είναι για έναν νέο; Τι περιθώριο θα υπάρχει για συλλογικές
πρωτοβουλίες; Ποιο μέρος της αξίας που δημιουργείται θα παραμένει στους
εργαζομένους και στις κοινότητες;


Μέσα από τη συλλογική μας προσπάθεια στην Ανεμώτια, τα τελευταία χρόνια έχουμε μάθει
ότι η συνεργασία αποκτά περιεχόμενο στις δύσκολες, καθημερινές αποφάσεις. Στο πώς
μοιράζονται οι ευθύνες, πώς πληρώνεται η εργασία, πώς αντιμετωπίζεται μια ζημιά, πώς
ακούγεται μια διαφωνία. Η εμπιστοσύνη χτίζεται μέσα σε αυτές τις στιγμές, με δίκαιους
κανόνες, όταν ο καθένας νιώθει ότι η φωνή του μετράει, ο κόπος του αναγνωρίζεται και
στις δυσκολίες μπορεί να στηριχθεί στους άλλους.

Αυτή η εμπειρία μας οδηγεί να πιστεύουμε ότι η Λέσβος χρειάζεται άμεσα να επενδύσει
συνειδητά στη συλλογική της ικανότητα. Οι κτηνοτρόφοι, οι ελαιοκαλλιεργητές, οι
αμπελουργοί και οι υπόλοιποι γεωργοί χρειάζονται περισσότερες δυνατότητες κοινής
οργάνωσης, πρόσβασης σε γνώσεις και εξοπλισμό και διάθεσης των προϊόντων τους.
Χρειάζονται σταθερότερες σχέσεις με όσους μεταποιούν, εμπορεύονται και καταναλώνουν
την παραγωγή τους, ώστε να μπορούν να μοιράζονται μέρος του κινδύνου, να
προγραμματίζουν και να διαπραγματεύονται με μεγαλύτερη ασφάλεια.


Η δυνατότητα αυτή αφορά συνεταιριστικές και τοπικές επιχειρήσεις,
αυτοαπασχολούμενους και επαγγελματίες διαφορετικών κλάδων. Όλοι λειτουργούν μέσα
στον ίδιο τόπο και εξαρτώνται, σε διαφορετικό βαθμό, από τη συνέχεια της ζωής του. Η
απώλεια εισοδήματος σε έναν κλάδο περιορίζει τη δουλειά άλλων. Αντίστοιχα, μια σταθερή
συνεργασία μπορεί να δώσει περιθώριο σε περισσότερους να συνεχίσουν.
Πιστεύουμε ότι το πρώτο βήμα είναι να μετατρέψουμε αυτή την αλληλεξάρτηση σε
συνειδητή αμοιβαία υποστήριξη. Να αναγνωρίσουμε ποιες ανάγκες μπορούμε να
καλύψουμε μεταξύ μας και να διαμορφώσουμε συμφωνίες που αντέχουν στον χρόνο, με
διαφανείς όρους, συνέπεια στις πληρωμές και δίκαιο μοίρασμα του οφέλους. Συμφωνίες που
στηρίζουν τη βιωσιμότητα κάθε συμμετέχοντος και του εξασφαλίζουν ουσιαστικό λόγο στη
συνεργασία. Πάνω σε αυτή τη βάση μπορούμε να περάσουμε από τα απομονωμένα
εγχειρήματα σε «οικοσυστήματα συνεργασίας», όπου η κοινή δράση δημιουργεί
σταθερές οικονομικές σχέσεις και διευρύνει τις δυνατότητες όλων.


Ένα τοπικό διατροφικό δίκτυο, για παράδειγμα, αποκτά νόημα όταν εξασφαλίζει δίκαιη
αμοιβή στον παραγωγό και οικονομικά προσιτή και ποιοτική τροφή στον κάτοικο και
στον καταναλωτή. Όταν δημιουργεί σταθερές συμφωνίες, περιορίζει τη σπατάλη και
αξιοποιεί τη συμπληρωματικότητα των κοινοτήτων μας. Μέσα από αυτές τις σχέσεις
οικοδομούμε σταδιακά τη διατροφική αυτάρκεια, γνωρίζοντας τι μπορούμε να παράγουμε,
ποιες ανάγκες έχουμε και πώς μπορούμε να οργανωθούμε για να τις καλύψουμε.
Η ίδια λογική αφορά το νερό, το έδαφος, τους σπόρους και τη γνώση. Η συζήτηση για τα
Κοινά αγαθά γίνεται συγκεκριμένη όταν μια κοινότητα αναλαμβάνει συλλογικά τη φροντίδα
ενός πόρου, συμφωνεί κανόνες χρήσης του και εξασφαλίζει τη διατήρησή του για τις
επόμενες γενιές και για όσους θα επιλέξουν να ζήσουν εδώ. Η πρόσβαση στους πόρους που
στηρίζουν τη ζωή καθορίζει και το ποιος μπορεί τελικά να παραμείνει στη Λέσβο.


Αυτή η ευθύνη χρειάζεται μοίρασμα. Στα χωριά, η συλλογική δραστηριότητα εξαντλείται
εύκολα όταν στηρίζεται διαρκώς στους ίδιους λίγους ανθρώπους. Η φροντίδα, η οργάνωση
και η συμμετοχή απαιτούν χρόνο. Χρειάζονται συνθήκες που επιτρέπουν στις γυναίκες,
στους νέους, στους εργαζομένους και σε όσους επιλέγουν να εγκατασταθούν στον τόπο μας
να έχουν ουσιαστική παρουσία. Μια κοινότητα δυναμώνει και γίνεται πιο ανθεκτική όταν
διευρύνει τον κύκλο εκείνων που μπορούν να συναποφασίζουν με ισοτιμία και αμοιβαίο
σεβασμό.


Για όλα τα παραπάνω χρειάζονται δημόσιοι θεσμοί που αναλαμβάνουν την ευθύνη τους.
Επαρκείς υπηρεσίες, υποδομές, διαφανή ενημέρωση και πόρους. Η αυτοοργάνωση των
κατοίκων δεν μπορεί να καλύπτει επ’ αόριστον κάθε έλλειμμα, ούτε η αλληλεγγύη να
χρηματοδοτείται από την εξάντληση όσων επιμένουν. Η συλλογική αυτονομία απαιτεί
πραγματικά μέσα για να ασκηθεί.


Εδώ βρίσκεται και η προοπτική μιας «κοινότητας των κοινοτήτων» στη Λέσβο. Χωριά που
συνδέονται μέσα από την παραγωγή, τη γνώση, τη φροντίδα και τον πολιτισμό.
Συνεταιρισμοί, συλλογικά εγχειρήματα, τοπικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και κάτοικοι
που οργανώνουν συνεργασίες με συνέχεια. Κάθε επιχείρηση και κοινότητα διατηρεί τη δική
της φυσιογνωμία και αποκτά περισσότερες δυνατότητες μέσα από τη σχέση της με τις άλλες.
Σε αυτή την κατεύθυνση, η φετινή Συνάντηση Φιλίας & Επικοινωνίας – Γιορτή Χωρικής
Απόσταξης στην Ανεμώτια, που θα πραγματοποιηθεί στις 14 και 15 Νοεμβρίου 2026,

φιλοξενεί στις 14 Νοεμβρίου τη συζήτηση «Από τη συνύπαρξη στη συνεργασία:
Συνεταιριστικές και τοπικές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και κοινότητες για μια
ανθεκτική Λέσβο». Επιδίωξη είναι να συναντηθούν πραγματικές ανάγκες με διαθέσιμες
δυνατότητες και να προκύψουν συγκεκριμένα βήματα κοινής δράσης. Ακόμη και λίγες
συνεργασίες, με σαφείς ευθύνες και συνέχεια, μπορούν να δημιουργήσουν την εμπιστοσύνη
πάνω στην οποία θα στηριχθούν οι επόμενες.


Το μέτρο της επιτυχίας μιας τέτοιας προσπάθειας θα είναι ανθρώπινο: αν μπορεί κάποιος να
ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του στον τόπο του. Αν μπορεί να σχεδιάζει τη ζωή του
με ασφάλεια, να έχει ελεύθερο χρόνο και δυνατότητα συμμετοχής, να γερνά με φροντίδα, να
δοκιμάζει μια ιδέα χωρίς να είναι μόνος απέναντι σε κάθε κίνδυνο. Αν η Λέσβος παραμένει
κατοικήσιμη και η γη της παραγωγική.


Σήμερα, δίπλα στους ανθρώπους που έχασαν τα κοπάδια τους, χρειάζεται να σταθούμε και
απέναντι στο ενδεχόμενο να θεωρηθεί φυσιολογική η αποχώρησή τους. Να ζητήσουμε
τους όρους που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν και να ανοίξουμε χώρο για όσους θέλουν
να ξεκινήσουν.


Το «ποιος θα παράγει και ποιος θα ζει αύριο στη Λέσβο» θα απαντηθεί μέσα από τις
αποφάσεις του παρόντος. Από το ποιον στηρίζουμε, τι προστατεύουμε, πώς
συνεργαζόμαστε, πώς μοιράζονται ο λόγος και η δύναμη στη λήψη των αποφάσεων. Η δική
μας θέση είναι ότι οι άνθρωποι του τόπου χρειάζεται να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν
συνδημιουργοί αυτού του αύριο. Με τη δουλειά τους, με τους συλλογικούς τους θεσμούς
και με το δικαίωμα να αποφασίζουν για όσα στηρίζουν τη ζωή τους. Και εκεί αποκτά
ουσιαστικό περιεχόμενο η παραμονή ή η επιστροφή μας στη Λέσβο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ