Με δημόσια τοποθέτησή της, η Ουρανία Πρασίνου Δούκα απαντά σε όσα έχουν ακουστεί και γραφτεί το τελευταίο διάστημα σχετικά με τη λειτουργία και την πορεία της φιλαρμονικής, επιλέγοντας να δώσει τη δική της πλευρά και να στείλει μήνυμα υπέρ του διαλόγου, της συνεργασίας και του σεβασμού στον χώρο του πολιτισμού.
Στην ανακοίνωσή της ανατρέχει στο 2021, όταν, όπως σημειώνει, ξεκίνησε η προσπάθεια επαναδραστηριοποίησης της φιλαρμονικής, με αναζήτηση παιδιών, εκμάθηση πνευστών και κρουστών και σταδιακή δημιουργία ενός μουσικού συνόλου.
Η ίδια ξεκαθαρίζει ότι δεν την ενοχλεί η δημιουργία νέων μουσικών σχημάτων, αντιθέτως θεωρεί θετικό κάθε εγχείρημα που φέρνει περισσότερα παιδιά κοντά στη μουσική. Εκφράζει, ωστόσο, την πικρία της για το γεγονός ότι, κατά την άποψή της, μια νέα προσπάθεια βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε παιδιά που είχαν ήδη εκπαιδευτεί και ενταχθεί στη δική τους μουσική διαδρομή.
«Κανένα παιδί δεν ανήκει σε κανέναν», υπογραμμίζει, σημειώνοντας ότι κάθε παιδί και κάθε οικογένεια έχει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής. Παράλληλα, όμως, επισημαίνει ότι είναι διαφορετικό το δικαίωμα αυτό και διαφορετική η απογοήτευση ενός φορέα όταν βλέπει ανθρώπινο δυναμικό που δημιουργήθηκε με χρόνο και προσπάθεια να μετακινείται σε άλλη δομή.
Στην τοποθέτησή της κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη να δημιουργούνται νέες ευκαιρίες για περισσότερα παιδιά και όχι να αναπτύσσεται ανταγωνισμός γύρω από τα ίδια πρόσωπα.
«Ο πολιτισμός δεν έχει ταμπέλες. Έχει όραμα, νέες ιδέες, συνεργασία, δημιουργία, σεβασμό και ανοιχτούς ορίζοντες», αναφέρει χαρακτηριστικά, φέρνοντας ως παράδειγμα την Κέρκυρα, όπου η παράδοση των πολλών φιλαρμονικών έχει ενισχύσει συνολικά τη μουσική παιδεία.
Η Ουρανία Πρασίνου Δούκα σημειώνει ακόμη ότι η δική τους προσπάθεια θα συνεχιστεί από την αρχή, με αναζήτηση νέων παιδιών και δημιουργία μιας νέας γενιάς μουσικών.
«Δεν αναζητούμε απλώς έτοιμους μουσικούς. Δημιουργούμε μουσικούς», τονίζει.
Παράλληλα, αναφέρεται σε δημοσιεύματα και δημόσιες τοποθετήσεις των τελευταίων μηνών, σημειώνοντας ότι συχνά διατυπώνονται κρίσεις χωρίς να είναι γνωστές όλες οι πλευρές μιας υπόθεσης.
Κλείνοντας, υπογραμμίζει ότι η επιλογή της είναι ο διάλογος και όχι η δημόσια αντιπαράθεση, σημειώνοντας ότι η μουσική, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός πρέπει να παραμένουν κοινός τόπος συνεργασίας.
«Υπάρχει χώρος για όλους, αρκεί να υπάρχει σεβασμός, διάλογος και αναγνώριση της προσπάθειας του άλλου», καταλήγει.







