Οι τελευταίοι αγγειοπλάστες στον οικισμό του Αγίου Στεφάνου,στο Μανταμάδο της Λέσβου.

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Οι τελευταίοι αγγειοπλάστες στον οικισμό του Αγίου Στεφάνου,στο Μανταμάδο της Λέσβου.
-Το πλάσιμο του πηλού είναι και πλάσιμο του νου, του λόγου και της ψυχής –

 

Ο οικισμός του Αγίου Στεφάνου βρίσκεται στη περιοχή του Μανταμάδου της Λέσβου. Αναφέρεται σαν ένα από τα πιο αξιόλογα βιοτεχνικά παραδοσιακά κέντρα αγγειοπλαστικής, από τα ελάχιστα που έχουν απομείνει πλέον στο Αιγαίο και μια ζωντανή μαρτυρία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Λέσβου.Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι διατηρεί ακόμα τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά-μορφολογικά στοιχεία που τον καθιστούν αξιόλογο.Η προσαρμογή του οικιστικού συνόλου στο περιβάλλον είναι εντυπωσιακή.Η απλότητα και η μαστοριά των ανθρώπων σε όλο της το μεγαλείο.Πρόκειται για μια αρχιτεκτονική που την γέννησε η ανάγκη και το άκρως απαραίτητο,γι’ αυτό και τη λάτρεψαν και εμπνεύστηκαν από αυτή οι αρχιτέκτονες του κινήματος του μοντερνισμού, Έλληνες και ξένοι.

 

Κτίσματα λιτα,λιθόκτιστα χτισμένα με πέτρα της περιοχής,σκεπασμένα με δώμα,ένας υπερυψωμένος σοφάς για τον ύπνο μέσα στο μονοχωρό του εργαστηρίου που χρησιμεύει και σαν κατοικία του αγγειοπλάστη.Σε επαφή με το κτίσμα ένας μικρός χώρος με μικρότερο όγκο,ανοιχτός από τη μια πλευρά χρησιμεύει για την αποθήκευση της λάσπης και σε μικρή απόσταση ο φούρνος με το χαρακτηριστικό κυλινδρικό σχήμα.Ο αγγειοπλάστης ήταν δεμένος με τη ζωή του κτίσματος.Το δώμα πρέπει κάθε φθινόπωρο να επισκευαστεί πριν αρχίσουν οι βροχές.
Πολύ κοπιαστική δουλειά η συντήρηση και η φροντίδα του κτίσματος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά κτίσματα στη Λέσβο ήταν σκεπασμένα με δώματα μέχρι το σεισμό του 1946 όπου η επικάλυψη αντικαταστάθηκε με κεραμοσκεπή επειδή η χρειαζόταν λιγότερη συντήρηση.
Ο Λέσβιος αρχιτέκτονας Γιώργος. Γ.Γιαννουλλέλης και η Μαρίκα Γ.Ζαγορησίου στο βιβλίο τους “Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική της Λέσβου” έκδοση του Τ.Ε.Ε, κάνουν εκτενή αναφορά σε αυτού του είδους την αρχιτεκτονική.
Η έκδοση περιλαμβάνει σχέδια και φωτογραφίες κτισμάτων σκεπασμένων με δώματα,κυρίως στους οικισμούς του βορειοανατολικού τμήματος της Λέσβου, όπως τα αποτύπωσαν τη περίοδο της κατοχής και μάλιστα αμισθί.Ο αρχιτέκτονας Δ. Βασιλειάδης στην έκδοση με τίτλο “Οδοιπορία στις μορφές και το ύφος του Ελληνικού χώρου (1979) σελ.181-183 παραθέτει σχέδια και σχόλια για τα αγγειοπλαστεία του Μανταμάδου,με το δικό του λυρικό λόγο.Πληρέστερη και κατατοπιστική είναι η νεώτερη έκδοση με τίτλο < τσ’καλαριά -τα εργαστήρια αγγειοπλαστικής της περιοχής Μανταμάδου Λέσβου),του Κέντρου Μελέτης Νεώτερης Κεραμικής και της κοινότητας Μανταμάδου,των αρχαιολόγων Στέλλας Δεμέστιχα και Μιμίκας Γιαννοπούλου (Αθήνα 1998),στην οποία συμπεριλαμβάνονται και σχέδια αποτυπώσεων του ντόπιου αρχιτέκτονα Nίκου Bερβενιώτη.

Το τσουκαλαριό της οικογένειας.Δ.Κουβδή
Το λασπουτζίδικο.Χώρος αποθήκευσης της πρώτης ύλης φωτ.Σ.Φ

Στις μέρες μας το μόνο εργαστήριο που λειτουργεί είναι της οικογένειας του Δημήτρη Κουβδή ο οποίος εξακολουθεί και επιμένει να υποστηρίζει τη παράδοση της αγγειοπλαστικής,η οποία ανθούσε στο νησί τους τελευταίους δυόμισι αιώνες κι’ ακόμα συνεχίζεται σποραδικά από ελάχιστους μερακλήδες που εξακολουθούν να επιμένουν.Είναι οι μόνοι πια που ανάβουν το καμίνι τους στον Άγιο Στέφανο.Θαυμάσιοι αγγειοπλάστες,προσπαθούν ανάμεσα σε χίλιες δύο αντιξοότητες του καθημερινού βίου και της εποχής, να κρατήσουν ζωντανό αυτό το κομμάτι της λαϊκής τέχνης και του πολιτισμού, που χάνεται δυστυχώς σιγά – σιγά μαζί με ορισμένες ανθρώπινες αξίες.
Ο Δημήτρης είναι πάντα πρόθυμος να εξηγήσει το κάθε σχετικό με τη διαδικασία της αγγειοπλαστικής. Από το μάζεμα και την επεξεργασία της πρώτης ύλης που συγκεντρώνει με κόπο από τη γύρω περιοχή ,τη κατασκευή σε ποδοκίνητο τροχό των κεραμικών,τη διακόσμηση των αντικειμένων,το άναμμα του φούρνου και το ψήσιμο. Μια επίπονη τέχνη, που απαιτεί ιδιαίτερη γνώση. Η αγαπημένη σύντροφος του Παρασκευή επιζωγραφίζει με εντυπωσιακή ευχέρεια τα κεραμικά,είναι μια τέχνη που τη διδάχτηκε απο την άλλη Παρασκευή,τη μάνα του Δημήτρη.
.Οι αφηγήσεις από τον ομιλητικό και πρόσχαρο Δημητράκη είναι πολλές. Αγωνίζεται κυριολεκτικά να συνεχίσει αυτή τη παράδοση που κληρονόμησε από το πατέρα του, το Στέφανο Κουβδή που διάλεξε να τη συνεχίσει όχι μόνο για τα στενά πλαίσια του βιοπορισμού, αλλά από χρέος και πολύ μεράκι.
Θυμάται με νοσταλγία και διηγείται με το δικό του εύγλωττο τρόπο περιστατικά από τα νεανικά του χρόνια τότε που όλα τα καμίνια άναβαν για να κάνουν τα περίφημα και ξακουστά Μανταμαδιώτικα κουμάρια.
Περιγράφει τα καΐκια που ερχόταν κι άραζαν στο μικρό όρμο από όλες τις μεριές της Ελλάδας για να φορτώσουν,κουμάρια,πήλινες φουφούδες,γκιουβέτσια,γλάστρες,θυμιατά,κουμαράδες και θυμιατήρια.
Το βράδυ όλοι μαζί οι αγγειοπλάστες οι καπετάνιοι και τα πληρώματα έπιναν το ούζο τους και διασκέδαζαν.Ολο αυτό το σκηνικό από τις λίγες στιγμές της ξεκούρασης και ξενοιασιάς της μικρής κοινότητας των τσουκαλάδων θα πρέπει να ήταν η αγιά χαρά των παιδιών αλλά και των μεγάλων.

Η επίσκεψη στο εργαστήρι πάντα αποζημιώνει τον επισκέπτη, οι λόγοι πολλοί.Η ανθρώπινη επαφή και η απλόχερη φιλοξενία.Το περιβάλλον που ξαφνικά σε μεταθέτει σε άλλο τόπο και χρόνο,σε παλιότερες εποχές.Η προθυμία του αγγειοπλάστη στο να εξηγεί τη χρηστικότητα του κάθε αντικειμένου,μαζί με ένα σωρό πληροφορίες για την αρχιτεκτονική του αγγειοπλαστείου (τσουκαλαριού).
Η απόκτηση ενός αντικειμένου απο τη πλούσια συλλογή αποτελεί ταυτόχρονα μια έντονη ανάμνηση που το συνοδεύει.Είναι τυχερός όποιος τύχει να βρεθεί και παρακολουθήσει τη διαδικασία της κατασκευής,το πλάσιμο στο τροχό.Πώς γίνεται ένας βώλος λάσπη να μεταμορφώνεται τελικά σε ένα καλαίσθητο αντικείμενο με τόση δεξιοτεχνία γρηγοράδα και τεχνική;
Το πλάσιμο του πηλού είναι και πλάσιμο του νου, του λόγου και της ψυχής κι’οποιος δεν ερωτεύεται μια τέχνη καλύτερα να μη τη καταπιάνεται.

Oι προοπτικές.
Η πολιτεία επιβάλλεται να βοηθήσει και να κάνει ότι είναι δυνατόν για τη διάσωση,την ανάδειξη και τη προβολή του οικισμού που είναι ακόμα ζωντανό κομμάτι της πρόσφατης παραδοσιακής κληρονομιάς του τόπου.
Είναι άραγε αρκετό ένα διάταγμα προστασίας;
Χωρίς αμφιβολία είναι ένα πρώτο βήμα για τη προστασία και τη διάσωση του οικισμού,παραμένει όμως μετέωρο αν δεν γίνουν κάποια βήματα παραπέρα.Το δύσκολο είναι η διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και οι πιθανές προοπτικές μέσα στα πλαίσια μιας βιώσιμης ανάπτυξης.Όπως σωστά αναφέρεται στον επίλογο της προαναφερόμενης έκδοσης από τη Μιμίκα Γιαννοπούλου και τη Στέλλα Δεμέστιχα,

< Ο οικισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν”νεκρή” μουσειακή μονάδα,χωρίς να υπάρχει αναφορά στη ζωή του τόπου και στις σημερινές δραστηριότητες των κατοίκων >.
Η προοπτική να μετατραπεί σε τουριστικό θέρετρο ή τόπο παραθερισμού θα αποστερήσει τον οικισμό από την αυθεντικότητα του.Σε περίπτωση που σταματήσει να λειτουργεί έστω και το τελευταίο τσουκαλαριό ο οικισμός θα απονεκρωθεί.

Επομένως μια πρόταση που μπορεί να μοιάζει ουτοπική, είναι η δημιουργία μιας σχολής- εργαστηρίου αγγειοπλαστών τύπου Ι.Ε.Κ. παράλληλα με τη λειτουργία χώρων φιλοξενίας και ενός εκθεσειακού χώρου-πωλητηρίου,όπου η αγγειοπλάστες θα μεταφέρουν τη γνώση τους στους νεώτερους ,οι οποίοι μπορεί να προχωρήσουν την τέχνη ακόμα ένα βήμα παραπέρα.Επίσης θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα λειτουργίας θερινού σχολείου σε συνεργασία με ντόπια και ξένα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα.
Εύλογα βέβαια προκύπτει το ερώτημα ποιος θα τα κάνει όλα αυτά;Οι παθογένειες είναι γνωστές.
Χρειάζεται σωστός σχεδιασμός και συνολική αντιμετώπιση του οικισμού,καθώς και η σύμφωνη γνώμη της τοπικής κοινότητας αφού προηγηθεί η σωστή ενημέρωση σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα οφέλη που μπορεί να προκύψουν.
Η σύσταση ενός συνεταιρισμού είναι απαραίτητη για πολλούς λόγους,θα έρθουν οι άνθρωποι πάλι πιο κοντά,ας σταθούμε σε ανάλογα θετικά παραδείγματα.Το κοινό όφελος είναι και ατομικό. Αρκεί αυτοί που θα ασχοληθούν να πιστέψουν σε αυτό και όχι να το δουν μόνο σαν μια ευκαιρία βιοπορισμού.
Το μεγάλο ζητούμενο είναι ποιος θα μπει μπροστά σε αυτή τη προσπάθεια και κατά πόσο είναι εφικτή η συνεργασία της πολιτείας με τον ιδιωτικό τομέα.
Μπορεί να απαιτηθεί χρόνος και κόπος, αλλά ας μη στερήσουμε το όραμα και τη προοπτική από τις επόμενες γενιές.

Διαφορετικά για ποια βιώσιμη ανάπτυξη κουβεντιάζουμε και για ποιο πολιτισμό;

Ο σύλλογος αρχιτεκτόνων της Λέσβου έκανε το πρώτο βήμα για την ανάδειξη του οικισμού. Πραγματοποίησε ένα ντοκιμαντέρ το 2015,(Αgean Docs),σε σκηνοθεσία του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Βεκρή και τη συνεργασία και άλλων καλών και πρόθυμων συναδέλφων αρχιτεκτόνων το οποίο και βραβεύτηκε.
Ήταν μια προσπάθεια να αναδείξει το μοναδικό οικισμό και τη ζωή των τσουκαλάδων.
Οι αναγνώστες μπορούν να το δουν στο διαδίκτυο-στο youtube.πληκτρολογώντας “Στην άκρη του Κάβου.

.

Αυτοί που ακόμα επιμένουν- Οι Αγγειοπλάστες του Αγίου Στεφάνου
Δημήτρης και Παρασκευή Κουβδή. φωτ.Σ.Φ- 2016

Επεξεργασία- Αναδημοσίευση 31/3/2022

Άρθρο του Στρατή Φραντζέσκου,δημοσιευμένο στην εφημερίδα “ΠΟΛΙΤΙΚΑ”
Μυτιλήνη .Δεκέμβριος 2017.

Προηγουμενο αρθρο

Aliens of Lesvos- Φλας μπακ στη ζωή του Μιχάλη Μπάκα στη Λέσβο!

Επομενο αρθρο

Αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το Σάρλιτζα από την Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου