ΜΑΡΙΟΣ Φ. ΜΟΥΡΑΤΗΣ 1910-2000
Ένα όνομα που άφησε «εποχή» στον τομέα των εισαγωγών και εμπορίας εξαρτημάτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων για μισό και πλέον αιώνα, ήταν και είναι ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΟΥΡΑΤΗΣ.
Προσφυγόπουλο, ήρθε στη Μυτιλήνη το 1922 από το Κιρκαγατς της Μικράς Ασίας με τους γονείς του και άλλα πέντε αδέλφια. Μεγάλη η φτώχεια, αλλά μεγάλη επίσης η θέληση για ζωή και προκοπή ανάμεσα στα παιδιά της ευλογημένης Ανατολής. Βοηθός αρχικά σε μαγαζιά της Απάνω Σκάλας, πρόβλεψε σωστά τη ραγδαία αύξηση της μηχανοκίνησης και από το 1935 ασχολήθηκε επαγγελματικά με το εμπόριο καυσίμων και ορυκτελαίων.
Σύντομα κάρφωσε στην ξύλινη πόρτα του μικρομάγαζου που νοίκιασε στην Απάνω Σκάλα το κίτρινο σήμα της εταιρίας SHELL (καύσιμα – ορυκτέλαια). Τότε ακόμα δεν υπήρχαν βυτιοφόρα ούτε αντλίες καυσίμων και τα καύσιμα έρχονταν συσκευασμένα σε τενεκέδες σφραγισμένους με τη φίρμα της εταιρίας. Λίγα τότε τα αυτοκίνητα, αλλά λίγα και τα βενζινάδικα της Μυτιλήνης, οπότε η κίνηση στο κατάστημα του κυρ Μάριου ήταν συνεχώς αυξανόμενη.

Δυστυχώς, την ανοδική πορεία της επιχείρησης διέκοψε η κήρυξη του πολέμου το 1940. Κλήθηκε να υπηρετήσει τη δοκιμαζόμενη πατρίδα και σύντομα βρέθηκε να πολεμά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Από έκρηξη οβίδας είδε αρκετούς συμπολεμιστές του να σκοτώνονται, αλλά στάθηκε εν μέρει τυχερός, χάνοντας προσωρινά όμως την ακοή του.
Επέστρεψε το 1941 στη Μυτιλήνη που μαστιζόταν από τη φτώχεια και την πείνα λόγω της γερμανικής κατοχής, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα. Τη μερίδα του λέοντος από τα παραγόμενα προϊόντα έπαιρναν οι κατακτητές και ο λαός υπέφερε, ιδίως όσοι δεν είχαν ούτε ένα κτηματάκι να καλλιεργήσουν.
Μπαρκάρισε τότε στο ξύλινο καΐκι οκτώ μέτρων του καπετάν Ζαχαρία Μανίκα απ’ τον Τσεσμέ, που είχε πάει για εργασία στην Αμερική και επέστρεψε στη Μυτιλήνη λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου. Με ολιγομελές αλλά αποφασισμένο πλήρωμα, το καΐκι «ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ» ταξίδευε με τη βοήθεια του ανέμου, κάνοντας δρομολόγια κρυφά απ’ τον κατακτητή, μεταφέροντας τρόφιμα από και προς το νησί μας.
Φόρτωναν κρυφά τη νύχτα σε απόμερες παραλίες προϊόντα του νησιού μας: ελαιόλαδο, παστές ελιές, προβειές, παστές σαρδέλες και άλλα χρήσιμα προϊόντα για να ταξιδέψουν, αλλά και να κάνουν ανταλλαγές σε είδος — κυρίως σιτάρι, κριθάρι και όσπρια που σπάνιζαν στη Λέσβο.
Έχοντας ως μηχανή τον άνεμο και στην άπνοια το κουπί, όργωναν το Βόρειο Αιγαίο με πυξίδα τα αστέρια. Ενίοτε η τραμουντάνα τους έβγαζε απ’ τη ρότα τους και αντί για Χαλκιδική έπιαναν Βόρειες Σποράδες, ενώ μια φορά έφθασαν στο Γαύριο της Άνδρου. Με ρίσκο την ίδια τους τη ζωή — γιατί οι κατακτητές εκτελούσαν χωρίς οίκτο τους λεγόμενους λαθρεμπόρους — έσωσαν πολύ κόσμο από την πείνα και τον θάνατο, φέρνοντας πολύτιμο σιτάρι στο νησί μας για τον επιούσιο άρτο της φτωχολογιάς.
Η τρέχουσα αξία (δια ανταλλαγής) του σιταριού στη Λέσβο ήταν πανύψηλη. Με ένα σακί σιτάρι έπαιρνες δύο με τρεις τενεκέδες λάδι, το οποίο στη Λήμνο ή στη Χαλκιδική, όπου είχαν πλεόνασμα σιταριού και έλλειψη ελαιολάδου, τετραπλασιαζόταν. Δηλαδή εκεί, δίνοντας ένα δοχείο λάδι, έπαιρνες δύο με τρία σακιά σιτάρι. Ακούστηκε ότι κάποιοι Μυτιληνιοί «πούλησαν» το σπίτι ή το ελαιόκτημά τους για δυο σακιά σιτάρι από τη Λήμνο ή φασόλες απ’ το λιμάνι του Πόρτο Λάγος και της Κεραμωτής στη Θράκη.
Τις Κυριακές και τις σχόλες — όπου κι αν ταξίδευαν — προσπαθούσαν να πιάσουν κάβο για να εκκλησιαστούν. Πάντα η θρησκεία ήταν η πιο βέβαιη «άγκυρα» για τους ναυτικούς μας. Ο Μάριος ήταν, εκτός των άλλων, καλλίφωνος ιεροψάλτης.

Τον Μάη του 1944 ταξίδευαν στα παράλια της Χαλκιδικής όταν πλησίαζε το Πάσχα. Ήταν κοντά στο χωριό Ηρακλειά ή Νέα Πλαγιά.
«Να βγούμε στη στεριά να εκκλησιαστούμε και να κοινωνήσουμε», επέμενε ο Μάριος στον καπετάν Ζαχαρία.
«Θα σε βγάλω εγώ με τη βάρκα κι εγώ θα μείνω να φυλάγω το καΐκι», είπε εκείνος.
Έτσι κι έγινε. Στις 12 παρά, που ακούστηκαν οι καμπάνες, έβγαλε τον Μάριο με τη βάρκα για να εκκλησιαστεί και να κάνει Ανάσταση. Εκείνος υποσχέθηκε να μείνει φύλακας του καϊκιού που είχε εμπόρευμα πολύτιμο (λάδι και σιτάρι), η αξία του οποίου ήταν ανεκτίμητη.
Όταν μπήκε στην εκκλησία και είπε στον ιερέα ότι γνωρίζει ψαλτική, εκείνος καταχάρηκε κι έκανε το σταυρό του.
«Ο Αϊ-Γιώργης σ’ έστειλε. Ο ψάλτης που είχαμε έφυγε πριν λίγες μέρες. Κάτσε να ψάλεις γιατί δεν θα μπορέσω μόνος μου να κάνω τη λειτουργία την αναστάσιμη, που είναι ατελείωτη!»
Πράγματι, ο όρθρος και η λειτουργία τελείωσαν κατά τις 4 το πρωί, χωρίς να φύγει κανένας. Όλοι καταχαρούμενοι στο τέλος ασπάστηκαν κι ευχαρίστησαν τον Μάριο, δίνοντάς του ένα σωρό κόκκινα αυγά και λαμπριάτικα κουλούρια από ευγνωμοσύνη.
Ο καπετάν Ζαχαρίας με βοηθό τον Μάριο Μουράτη έσωσαν κόσμο χωρίς να πλουτίσουν. Δεν είχαν μπούσουλα μόνο το κέρδος, ούτε έχασαν την ανθρωπιά τους στη λαίλαπα της δεκαετίας του ’40. Αντιθέτως, η μεγάλη και αμοιβαία αλληλοεκτίμηση επισφραγίστηκε με τον γάμο της θετής θυγατέρας του καπετάνιου, Δέσποινας Τσούρου – Μανίκα, με το πρωτοπαλίκαρο του ιστιοφόρου, Μάριο Μουράτη.
Με το φευγιό των Γερμαναράδων και τον ερχομό του πρώτου τους παιδιού (ονόματι Ζαχαρίας), ο κυρ Μάριος «έδεσε» πια στη στεριά, στη συνοικία της Λαγκάδας, και δούλεψε κάποια χρόνια στο μεγάλο εμπορικό του Πετρόχειλου στην οδό Βουρνάζων.
Έμαθε πολλά και χρήσιμα πράγματα όσον αφορά το εμπόριο και την τήρηση βιβλίων εσόδων – εξόδων αυτό το διάστημα. Μάζεψε μια μικρή σερμαγιά (κεφάλαιο), για να ξαναρχίσει δική του επιχείρηση.
Η Απάνω Σκάλα, όπου ήταν το πρώτο του μαγαζί, έπεφτε τώρα μακριά, γιατί τα περισσότερα συνεργεία και μηχανουργεία είχαν μεταφερθεί στη Λαγκάδα και το Λαζαρέτο.
Δίπλα στο μηχανουργείο του Αλκιβιάδη Κουλουμαριέτου, στην οδό Θεοκρίτου, στεγαζόταν το χημικό εργαστήριο του «Δάσκαλου» Απόστολου Αποστόλου. Ως γνωστόν, ο Απόστολος Αποστόλου ήταν αγωνιστής της Αριστεράς και μετέπειτα εκλεγμένος πολλάκις δήμαρχος Μυτιλήνης. Στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1944-1949), ο «δάσκαλος» φυλακίστηκε και εξορίστηκε.
Πριν φύγει για τη Μακρόνησο και την Ικαρία, ο Α.Α. έδωσε τα κλειδιά του «Χημείου» του στον Μάριο Μουράτη, που τον εκτιμούσε βαθύτατα. Έτσι, χωρίς χρήματα, με μοναδικό όρο να συμμαζέψει και να συσκευάσει τα πολύτιμα όργανα του εργαστηρίου. Όπερ και εγένετο.
Τα όργανα και τα χημικά αντιδραστήρια του εργαστηρίου μπήκαν με σεβασμό σε ξύλινα κιβώτια στο βάθος του μαγαζιού και σε σύντομο χρόνο το πρώην χημικό εργαστήριο μετατράπηκε σε μαγαζί ανταλλακτικών αυτοκινήτων, στα τέλη του 1948.
Η κατασκευή νέων δρόμων και η αλματώδης αύξηση κυκλοφορίας των αυτοκινήτων έφερνε καθημερινά όλο και περισσότερους πελάτες στο μαγαζί, οι οποίοι αναζητούσαν εξαρτήματα και ανταλλακτικά για τα οχήματα ή τα μηχανήματά τους.
Καρμπυρατέρ, ντισιμπριτέρ, ντίζες, ιμάντες, μπουζί, ρουλεμάν παντός τύπου, αραμπαδόσουστες για φορτηγά, τακάκια ή σιαγόνες φρένων, φίλτρα παντός τύπου. Τα «πάντα όλα», που λένε, τοποθετούνταν με τάξη στα ράφια του μακρόστενου μαγαζιού, που γέμιζε ως το ταβάνι.
Ορυκτέλαια και βαριά σιδηρικά έμπαιναν στα χαμηλά ράφια και τα ελαφρά ανταλλακτικά στα υψηλότερα. Οι ιμάντες από λινά μέρη και καουτσούκ κρέμονταν από ειδικές μπάρες στην οροφή πιασμένοι με γατζάκια. Η μυρωδιά του πολυμεριζόμενου καουτσούκ έδινε τη χαρακτηριστική της οσμή στον χώρο. Μια οσμή που έχει γραφεί με ανεξίτηλο μελάνι στα οσφρητικά κύτταρα μνήμης όλων των παροικούντων.
Πάντα εξυπηρετικός και έντιμος έμπορος, ο κυρ Μάριος φρόντιζε να διαθέτει αξιοπρεπές στοκ στο μαγαζί του ή και να παραγγείλει τηλεφωνικώς όποιο εξάρτημα ζητούσε η πολυπληθής πελατεία του.
Το έτος 1962 η επιχείρηση μεταφέρθηκε στην απέναντι «όχθη» της Θεοκρίτου, σε πιο μεγάλη αίθουσα με τεράστιο αποθηκευτικό χώρο, απαραίτητο για την τοποθέτηση δεκάδων χιλιάδων μικροεξαρτημάτων.
Ο πανάξιος υπάλληλος, Λευτέρης Αθηνιώτης, ταχυδακτυλουργικά ανακάλυπτε και έφερνε στον έκπληκτο πελάτη τα μαγικά κουτάκια με τα σπάνια ανταλλακτικά σε χρόνο dt.
Κατά τις δεκαετίες 1960-1990, που δεν υπήρχε μηχανοργάνωση (κομπιούτερ), οι εισαγωγείς και οι πωλητές επιστράτευαν τα βιβλία, τους καταλόγους αλλά κυρίως τον εγκέφαλό τους, που τον είχαν εξασκήσει στο μέγιστο βαθμό ώστε να λειτουργούν τέλεια τα καταστήματα του είδους αυτού.
Μόνο τις Κυριακές έκανε ρεπό, αλλά μετά τις 11, γιατί ήταν ιεροψάλτης στην προσφυγοεκκλησιά του Αη Νικόλα.
Αργότερα μπήκαν στην επιχείρηση και οι δύο μικρότεροι γιοι του Μ. Μουράτη, ο Φίλιππος και ο Κώστας, που εργάστηκαν αόκνως άλλα σαράντα χρόνια στη Νο 1 επιχείρηση εμπορίας ανταλλακτικών στη Λέσβο.
Μετά το έτος 2000 μεταφέρθηκε η επιχείρηση στην Αεροπόρου Γιανναρέλλη (Λαζαρέτο), σε ιδιόκτητο πλέον χώρο. Εκεί, μπαίνοντας δεξιά, φιγουράρει κοντά στα εικονίσματα και η φωτογραφία του κυρ Μάριου Μουράτη, αυτού του ηρωικού πρόσφυγα που ξεκίνησε από το μηδέν και έγινε σπουδαίος, χωρίς να παρεκκλίνει ποτέ από τις αρχές του.
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΦΑΚΗΣ – ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2026







