Γράφει η Μυρσίνη Βορριά
Στα ίδια βήματα: Μνήμη και διαδρομή
Σήμερα, Κυριακή 3 Μαΐου, η λιτανεία του Αγίου Θεοδώρου θα διασχίσει για μία
ακόμη φορά τους δρόμους της Μυτιλήνης, επαναλαμβάνοντας μια διαδρομή βαθιά
χαραγμένη στη μνήμη της πόλης.
Κάθε φορά που ξεφυλλίζω τα οικογενειακά άλμπουμ και στέκομαι μπροστά σε αυτή
τη φωτογραφία του 1963, δεν βλέπω απλώς μια εικόνα του παρελθόντος· βλέπω μια
ολόκληρη πόλη να βαδίζει, ξανά και ξανά, στα ίδια γνώριμα βήματα.
Στο κάδρο, μια ομάδα μαθητών προχωρά συντεταγμένα στη λιτανεία του Αγίου
Θεοδώρου. Τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το βλέμμα χαμηλωμένο, το βήμα
κοινό. Δεν είναι μια τυχαία στάση· είναι η σιωπηλή γλώσσα μιας εποχής όπου ο
σεβασμός και η συμμετοχή εκφράζονταν μέσα από το σώμα, μέσα από την πειθαρχία.
Στην πρώτη σειρά, με μαύρο κοστούμι, βρίσκεται ο πατέρας μου, μαθητής του Α’
Γυμνασίου της πόλης, μόλις δεκαέξι χρονών.
Για εκείνον, ίσως ήταν μια ακόμη συμμετοχή — μια Κυριακή όπως τόσες άλλες. Για
την πόλη, όμως, ήταν κάτι βαθύτερο: ένα ακόμη κομμάτι μιας τελετουργίας που
επαναλαμβάνεται αδιάκοπα εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.
Η λιτανεία του Αγίου Θεοδώρου δεν είναι απλώς μία θρησκευτική εκδήλωση. Είναι
μια υπόσχεση που τηρείται, ένα «ευχαριστώ» που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, σε
ανάμνηση εκείνης της στιγμής του 1832, όταν η πόλη στράφηκε στην πίστη της για
να αντιμετωπίσει τον φόβο και την απειλή της αρρώστιας, της πανώλης — ένα
γεγονός που αργότερα συνδέθηκε με τη λιτανεία ως τάμα και ετήσια πράξη τιμής
προς τον Άγιο. Η πομπή βγαίνει στους δρόμους, με το ιερό λείψανο του Αγίου,
διασχίζει τις ίδιες γειτονιές, περνά από τα ίδια σημεία, ενώνοντας το παρελθόν με το
παρόν.
Στις παλαιότερες δεκαετίες, η συμμετοχή των μαθητών δεν ήταν ούτε τυπική ούτε
αυτονόητη με τη σημερινή έννοια. Ήταν ουσιαστική. Οι μαθητές δεν
παρακολουθούσαν απλώς τη λιτανεία· τη συνόδευαν, ενταγμένοι οργανικά στην
πομπή. Η παρουσία τους λειτουργούσε ως μια ζωντανή συνέχεια της παράδοσης —
ένας τρόπος με τον οποίο η τοπική κοινωνία μετέδιδε, σχεδόν αθόρυβα, τη μνήμη και
την ταυτότητά της από γενιά σε γενιά.
Το σχολείο, μέσα από αυτή τη συμμετοχή, δεν βρισκόταν έξω από την κοινωνία, αλλά
στον πυρήνα της. Ήταν μέρος της δημόσιας εικόνας της πόλης, μέρος της ίδιας της
της διαδρομής.
Κοιτάζοντας σήμερα τα πρόσωπα εκείνων των παιδιών, ανάμεσά τους και τον πατέρα
μου, διακρίνω κάτι που δύσκολα περιγράφεται: μια ήσυχη βεβαιότητα ότι ανήκαν σε
κάτι μεγαλύτερο από τους ίδιους.
Σήμερα, καθώς η λιτανεία διασχίζει ξανά τους δρόμους της Μυτιλήνης, αξίζει να
σταθούμε για λίγο σε αυτή τη σκέψη: ότι τα βήματα που ακούμε δεν είναι μόνο του
σήμερα. Πατούν πάνω σε άλλα, παλαιότερα – σε βήματα μαθητών, σε βήματα
ανθρώπων που στάθηκαν στα ίδια πεζοδρόμια, περπάτησαν στους ίδιους δρόμους, με
τις δικές τους αγωνίες, τη δική τους πίστη, τη δική τους καθημερινότητα.
Η Μυτιλήνη αλλάζει. Τα πρόσωπα αλλάζουν. Ο χρόνος περνά, οι εποχές προχωρούν.
Αλλά αυτή η διαδρομή μένει. Και κάθε χρόνο, αυτή τη μέρα, για λίγο, η πόλη
στρέφεται πίσω — όχι για να μείνει εκεί, αλλά για να θυμηθεί ποια είναι.
Αυτή η Κυριακή παραμένει η μέρα που η Μυτιλήνη «κοιτάζει» την ιστορία της
κατάματα και λέει: «Είμαστε ακόμα εδώ».







