Έξι μήνες τώρα, μια γειτονιά στο κέντρο της πόλης ζει σε καθεστώς φόβου και ανασφάλειας, εξαρτώμενη από τις διαθέσεις γνωστού ατόμου που έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις αρχές. Έξι μήνες με σπασμένους καθρέφτες, γρατζουνισμένα αυτοκίνητα, λεκτικές επιθέσεις, φτυσίματα, σακούλες σκουπιδιών πεταμένες όπου να ’ναι, βαμμένα παντζούρια και περιουσίες που γίνονται στόχος βανδαλισμών.
Κάθε πρωί οι κάτοικοι ξυπνούν με το ίδιο ερώτημα: «Τι θα βρούμε σήμερα;». Και το σημαντικότερο: «Ποιος θα μας προστατεύσει;».

Έχουμε ενημερώσει την αστυνομία έξι φορές. Έχουμε αναγκαστεί τρεις φορές να επιστρατεύσουμε γνωριμίες και παρεμβάσεις για να δοθεί η δέουσα προσοχή. Κι όμως, η κατάσταση συνεχίζεται. Η ανασφάλεια έχει γίνει καθημερινότητα και η υπομονή των κατοίκων εξαντλείται.
Πρέπει να κατατεθεί μήνυση για να κινηθούν οι διαδικασίες; Πρέπει να συμβεί κάτι σοβαρότερο για να θεωρηθεί επείγον το πρόβλημα; Και αν απόψε ή αύριο συμβεί το απευκταίο, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη;
Οι πολίτες δεν ζητούν χάρη. Ζητούν το αυτονόητο, να μπορούν να ζουν και να κοιμούνται στα σπίτια τους χωρίς φόβο. Η ασφάλεια δεν είναι προνόμιο, είναι δικαίωμα.
Και όταν μια ολόκληρη γειτονιά νιώθει εγκαταλελειμμένη, τότε το ερώτημα δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο που προκαλεί το πρόβλημα. Αφορά και εκείνους που έχουν την ευθύνη να το αντιμετωπίσουν. Γιατί ο ρόλος της αστυνομίας δεν είναι να καταγράφει απλώς τα περιστατικά, αλλά να προλαμβάνει την επόμενη ζημιά πριν αυτή γίνει τραγωδία.







