Το Πνεύμα των φετινών Χριστουγέννων

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Παραμονή Χριστουγέννων. Σκυμμένη πάνω απ᾿ το γραφείο της, η Άγγελα Σκρούτζ Μέρκελ δούλευε ασταμάτητα. Το δωμάτιο ήταν μάλλον κρύο, γιατί τα λιγοστά κάρβουνα στη σόμπα δε ζέσταιναν αρκετά. Όχι ότι έλειπαν της Σκρούτζ τα χρήματα για ν᾿ αγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Αλλά η Άγγελα Σκρούτζ Μέρκελ ήταν μία φοβερή τσιγκούνα! Στο διπλανό δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, εργαζόταν ο Μπόμπ Τζωρτζ Π. Κράτσιτ, ο κλητήρας της, που έτρεμε ολόκληρος από την παγωνιά. Λίγα λεπτά αργότερα χτύπησαν την πόρτα. Ο υπάλληλος έτρεξε ν᾿ ανοίξει. Παρουσιάστηκαν δυο κύριοι.

«Εδώ είναι η εταιρεία Σκρούτζ και Τζέρμανυ;» ρώτησε ο πρώτος.

Έγνεψε καταφατικά η Σκρούτζ.

«Εμείς κάνουμε έρανο για τους φτωχούς. Αύριο, που ξημερώνει μέρα χαράς, υπάρχουν, δυστυχώς, άνθρωποι σε γείτονες χώρες που υποφέρουν από το κρύο και την πείνα. Μπορούμε να έχουμε τη συνδρομή σας;».

Η γριά-σπαγκοραμμένη δεν είχε σκοπό να ξοδέψει ούτε ένα ευρώ για να βοηθήσει τους συνανθρώπους της και απάντησε αρνητικά στους δυο επισκέπτες. Εκείνοι έφυγαν απογοητευμένοι, χωρίς να την πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ήρθε η ώρα να κλείσει το γραφείο. Η Σκρουτζ φόρεσε το παλτό και το καπέλο της και πήρε στο χέρι το μπαστούνι της. Με τη σειρά του, ο Μπόμπ Τζωρτζ Π. Κράτσιτ ετοιμάστηκε κι αυτός να φύγει.

«Υποθέτω ότι δε θέλεις να δουλέψεις αύριο», του είπε η Σκρούτζ με δυσφορία. Ο Μπομπ Τζωρτζ Π. κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

«Α-α-αν δε σας πειράζει, κυ-κυ-κυρία Σκρουτζ», τραύλιζε ο καημένος ο Μπόμπ Τζωρτζ Π.

«Δε μου αρέσει να σε πληρώνω όταν δεν εργάζεσαι», τον διέκοψε η Σκρουτζ. «Πάντως, μεθαύριο θα πιάσεις από νωρίς δουλειά!».

Ο Μπομπ Τζωρτζ Π. τον ευχαρίστησε κι έτρεξε έξω να βρει κάτι παιδάκια που διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στον παγωμένο δρόμο. Μανιώδης αθλητής ο ίδιος, του άρεσε κάθε είδους αθλοπαιδιάς.

Η Σκρουτζ αφού έφαγε κάτι, κάθισε  μπροστά στο τζάκι να ξεκουραστεί. Πάνω στη σχάρα τρεμόσβηναν λίγες αδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, απ᾿ τη μεριά της αποθήκης άκουσε να σέρνονται βαριές αλυσίδες. Μέσα από την κλειστή πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιά και, αιωρούμενη, ήρθε και στάθηκε στη μέση του δωματίου. Ήταν το φάντασμα του παλιού προκάτοχου της Σκρουτζ στην εταιρεία, που είχε πεθάνει πενήντα χρόνια πριν. Η γριά δε μπορούσε να πιστέψει στα μάτια της.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιος ήμουν!» την διόρθωσε το φάντασμα. «Ήμουν ο Τζακ Αδόλφος Μάρλεϊ Χίτλερ. Δε με κατάλαβες;».

Το φάντασμα του Μάρλεϊ Χίτλερ κάθισε στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Η Σκρουτζ, που κόντευε να λιποθυμήσει από το φόβο της, τον ρώτησε ικετευτικά: «Τζάκ Αδόλφε, πες μου, τί θέλεις;».

«Βλέπεις αυτές τις αλυσίδες;» την ρώτησε το φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους αντιπροσωπεύει και μία άσχημη κουβέντα της ζωής μου. Όσο για τα βαριά χρηματοκιβώτια που σέρνω; Είναι τα πλούτη που συγκέντρωσα και δεν τα χρησιμοποίησα σωστά. Όλα αυτά θέλω να τα σκεφτείς σοβαρά και να δεις και τη δική σου ζωή αλλιώς, Σκρούτζ!». Το φάντασμα σώπασε για λίγο κι ύστερα συνέχισε: «Ήρθα να σε προειδοποιήσω. Έχεις ακόμη μια ευκαιρία να γλιτώσεις από τη δική μου μοίρα, θα έρθουν τρία πνεύματα. Το πρώτο θα σε επισκεφθεί απόψε, στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο αύριο, την ίδια ώρα. Και το τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει το ρολόι δώδεκα. Αυτή είναι η τελευταία σου ελπίδα!..». Και με τα λόγια αυτά ο Μάρλεϊ Χίτλερ ξαναέφυγε. Εξαντλημένη η Σκρουτζ, έπεσε χωρίς να γδυθεί στο κρεβάτι της κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Ήταν ακόμη σκοτάδι όταν ξύπνησε η Σκρουτζ. Το ρολόι χτύπησε μία ακριβώς. Αμέσως, μια λάμψη δυνατή πλημμύρισε την κρεβατοκάμαρα. Ανασηκώθηκε και είδε εμπρός της μια περίεργη οπτασία.

«Μη φοβάσαι», της είπε η οπτασία. «Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρελθόντος κι ήρθα να σε βοηθήσω». Πήρε την Σκρουτζ από το χέρι και την οδήγησε στο παράθυρο. Το Πνεύμα την ενθάρρυνε να πετάξει μαζί του πάνω από στέγες και αγρούς. Κι ήταν πρωί όταν έφτασαν σε μία μικρή επαρχιακή πόλη, κάπου σε μια χώρα της Ευρώπης. Ακούγεται φασαρία, μάχες, πυροβολισμοί, τρομακτικό σκηνικό.

«Μα, τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε η Σκρουτζ.

«Είναι ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Πρωταγωνίστρια η Γερμανία» απαντά το Πνεύμα. «Παρέσυρε στον πόλεμο όλη την Ευρώπη. Εννιά εκατομμύρια οι νεκροί. Σου λένε κάτι όλα αυτά;»

«Φυσικά και μου λένε» αποκρίθηκε η Σκρουτζ.

«Κι όμως, δείχνεις σαν να έχεις ξεχάσει ακόμη και την ύπαρξη αυτού του ιστορικού γεγονότος», παρατήρησε αυστηρά το Πνεύμα. «Πάμε τώρα να επισκεφτούμε κάποια άλλα Χριστούγεννα», της πρότεινε το Πνεύμα και βάδισαν πάνω στο χιονισμένο δρόμο περνώντας σε άλλα μέρη.

Ξαφνικά, βόμβες άρχισαν να πέφτουν τριγύρω, αεροπλάνα, τανξ, μια κόλαση παντού. Στο διπλανό δρόμο είχαν στήσει εκτελεστικό απόσπασμα, με συνοπτικές διαδικασίες. Λίγο παρακάτω, γυναίκες έτρεχαν να σωθούν, άλλες τις βίαζαν, άλλες τις έσφαζαν. Σε μια γωνιά ένας στρατιώτης ξεκοίλιαζε μια έγκυο κι έδινε το βρέφος δίπλα στη μάνα της ξεκοιλιασμένης. Μπαίνουν σ’ ένα σπίτι και βλέπουν παιδάκια και βρέφη με στουπιά στο στόμα, άλλα να καίγονται κι άλλα να ‘ναι ήδη κάρβουνο. Η Σκρουτζ Μέρκελ είχε καταπιεί τη γλώσσα της. Τα βαμμένα ξανθοσκατουλί μαλλιά της είχαν σηκωθεί κάγκελο. Πάνε πιο πέρα σε κάτι στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κρεματόρια, σαπούνια, λουτρά.

«Θηριωδίες μοναδικές στην παγκόσμια Ιστορία. Η αγριότητα σε όλο της το μεγαλείο. Πάνω από εξήντα εκατομμύρια οι νεκροί», είπε με αυστηρό ύφος το πνεύμα. «Έχεις να πεις κάτι;»

«Πάρε με από δω», ίσα που κατάφερε να ψελλίσει η κατακόκκινη Σκρουτζ.

Έτσι κι έγινε. Η σκηνή άλλαξε. Ο πόλεμος είχε τελειώσει πια, συντρίμμια παντού. Και στη Γερμανία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Σταματάνε σε ένα περίπτερο ελληνικό και διαβάζουν τα πρωτοσέλιδα: «115 εκατομμύρια μάρκα η αποζημίωση».

«Εξακολουθείς να επιμένεις ότι το θέμα των αποζημιώσεων έχει κλείσει; Πόσο θράσος αντέχει κανείς, για να ισχυρίζεται ότι με τόσα ψίχουλα διορθώνεται τόση καταστροφή, επουλώνεται τόσος πόνος;», βροντοφώναξε το πνεύμα.

Η Άγγελα Σκρουτζ είχε καταπιεί εκτός από τη γλώσσα, πλέον και τη μασέλα της. «Δεν το αντέχω», μούγκρισε με φωνή σπασμένη. Και στράφηκε απελπισμένη προς το Πνεύμα, που μέσα στην ολοφώτεινη ανταύγεια του έμοιαζε σαν να ειρωνεύεται την απελπισία της. Σε λίγο η οπτασία του Πνεύματος άρχισε ν᾿ απομακρύνεται και να σβήνει σιγά-σιγά, μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Η Σκρουτζ ένιωσε αφάνταστα κουρασμένη. Τα μάτια της βάρυναν. Ξαναγύρισε στην κρεβατοκάμαρά της. Μόλις που πρόλαβε να ξαπλώσει στο κρεβάτι κι έπεσε σε ύπνο βαθύ.

Όταν ξύπνησε η Σκρουτζ, το ρολόι χτυπούσε μία. Μια κατακόκκινη λάμψη ερχόταν απ᾿ τη σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τη ρόμπα της και πήγε να δει τί συμβαίνει. Η σάλα είχε μεταμορφωθεί! Στη γωνιά υψωνόταν ένας τεράστιος σωρός από φαγητά-γαλοπούλες, χήνες, πατάτες, μήλα, καρύδια – ενώ πάνω στην κορυφή καθόταν χαμογελαστός ένας γίγαντας μ᾿ ένα δαυλό αναμμένο στο αριστερό του χέρι.

«Είμαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Παρόντος», του φώναξε φιλικά. «Έλα!». Η Σκρουτζ παρατήρησε το Πνεύμα. Ήταν ντυμένο μ᾿ ένα μακρύ λευκό χιτώνα.

«Πήγαινε με όπου θέλεις», ξερόβηξε η Σκρουτζ. «Πήρα ήδη μερικά μαθήματα απ᾿ το συνάδελφό σου. Είμαι έτοιμη να παρακολουθήσω και τα δικά σου».

«Τότε πιάσου από τον ποδόγυρο του χιτώνα μου», απάντησε ο γίγαντας.

Βρέθηκαν να προσγειώνονται με αεροπλάνο στο Ελ. Βενιζέλος της Αθήνας. Από το «ελληνικό» αεροδρόμιο, πήραν την κατ’ ευφημισμό Αττική Οδό (γερμανικών συμφερόντων κι αυτή), πέρασαν μπροστά απ’ το κτίριο του ΟΤΕ, θαύμασαν το μέγαρο και εντόπισαν Lidl, Saturn, Media markt και άλλες αλυσίδες καταστημάτων. Μετά από λίγο έφτασαν στην αγορά. Η Γριά Σκρουτζ πάγωσε με την εικόνα των κλειστών μαγαζιών, που ήταν και τα περισσότερα. Από τα ανοιχτά, τα μισά είχαν ταμπέλες που έλεγαν «ξεπουλάμε». Άστεγοι στους δρόμους. Ουρές στις υπηρεσίες. Έστησαν αφτί σε μια παρέα ορθίων στο πεζοδρόμιο. Έβριζαν τους Γερμανούς.

«Πως σου φαίνεται η σύγχρονη πραγματικότητα; Τους χρωστούσατε, τους πήρατε και το βόδι. Εσείς που φύγατε απ’ τον πόλεμο με σκυμμένο το κεφάλι αφού καταστρέψατε ολόκληρους λαούς, εκεί που τους χρωστούσατε τόσα, τώρα τους δίνεται δανεικά και τους υποχρεώνεται σε άλλη μια εξαθλίωση, οικονομική αυτή τη φορά, για να πάρετε λεφτά και τόκους πίσω σαν στυγνοί τοκογλύφοι. Όταν κοιτιέσαι στον καθρέφτη τι βλέπεις; Ένα θράσος ντυμένο με τσιγγουνιά μήπως;»

Η Σκρουτζ Μέρκελ για πρώτη φορά φάνηκε να κοκκινίζει. Περπάτησαν μέσα στο κρύο και στο χιονόνερο, σε βρωμερά στενά και δρομάκια περίεργα, κι ακόμη κάτω από τις σκοτεινές γέφυρες της πόλης. Εκεί η Σκρουτζ είδε δυστυχισμένους ανθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτά ο ένας πάνω στον άλλον, προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Ανάμεσα τους τριγύριζαν παιδάκια που ζητιάνευαν φαγητό απ᾿ τους περαστικούς. Άστεγοι, άνεργοι, εξαθλιωμένοι παντού. Κάπου μακριά, ένα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.

Η Σκρουτζ, τρομοκρατημένη απ᾿ την τόση αθλιότητα, αναζήτησε το γιγάντιο Πνεύμα. Αλλά εκείνο είχε εξαφανιστεί.

Σε λίγο, ένα άλλο φάντασμα, τυλιγμένο στην ομίχλη, προχώρησε αργά προς την Σκρουτζ. Παρατήρησε ότι το Πνεύμα αυτό φορούσε μία τεράστια μαύρη κάπα και μία κουκούλα που του έκρυβε εντελώς το πρόσωπο. Η Σκρούτζ παραλίγο να λιποθυμήσει από τον τρόμο της.

«Θα πρέπει να είσαι το Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα του Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μου επιφυλάσσει το μέλλον; Ίσως ν᾿ αλλάξω… Είμαι έτοιμη να σε ακολουθήσω».

Παρά τα γενναία της λόγια, η Σκρουτζ φοβόταν τόσο πολύ αυτό το φάντασμα, ώστε τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Το Πνεύμα παρέμεινε ακίνητο περιμένοντας υπομονετικά τη Σκρουτζ μέχρι να συνέλθει. Έπειτα κινήθηκε αθόρυβα. Και η Σκρουτζ το ακολούθησε σαν να την τύλιξε η κάπα του Πνεύματος, που την παρέσυρε στο άγνωστο.

Χαμός στην ελληνική οικονομία. Τελειωτική κατάρρευση. Δεν της επιτρέπεται να χρεοκοπήσει και να γυρίσει στη δραχμούλα γιατί δεν θα πάρουν τα λεφτά τους οι Γερμανοί. Παραμένουν λοιπόν στο Ευρώ και εξαναγκάζονται σε μια συντεταγμένη χρεοκοπία. Οι Γερμανοί αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της χώρας και διαχειρίζονται τις τύχες της. Φρίκη η εικόνα μιας νέας κατοχής. Μιας σύγχρονης, οικονομικής κατοχής. Ένας τρίτος παγκόσμιος πόλεμος είναι βέβαιος, καθώς κι άλλες χώρες θα βρεθούν στην ίδια θέση με την Ελλάδα και θα υποστούν τη Γερμανική κατοχή.

Η Σκρουτζ άρχισε να αντιλαμβάνεται ποια πρόκειται να είναι η εξέλιξη όλης αυτής της πλεονεξίας  τους στην καταστροφή των λαών. Γύρισε να ρωτήσει το Πνεύμα. Αλλά εκείνο εξακολουθούσε να σωπαίνει. Σήκωσε μόνο το χέρι και έδειξε με το μακρύ του δάχτυλο προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν καιρός να συνεχίσουν το ταξίδι τους. Η γερόντισσα ένιωσε να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά της κρύος ιδρώτας.

Είδαν τόση εξαθλίωση και δυστυχία που η Σκρουτζ κάποια στιγμή δεν άντεξε και αναφώνησε: «Πνεύμα, σε λίγο θα χωρίσουμε. Δε θα μου εξηγήσεις το νόημα όλων αυτών; θα ήθελα να δω και τη δική μου πορεία στο μέλλον». Το Πνεύμα δεν είχε πρόθεση να σταματήσει. Το μακρύ του δάχτυλο έδειχνε εμπρός. Έφτασαν σε μία καγκελόπορτα. Η Σκρουτζ γούρλωσε τα μάτια. Ήταν το νεκροταφείο. Το Πνεύμα πήγε και στάθηκε εμπρός από έναν τάφο. Η Σκρούτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στην ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο το όνομά της: «ΑΓΓΕΛΑ ΣΚΡΟΥΤΖ ΜΕΡΚΕΛ». Και το χειρότερο; Βρισκόταν δίπλα στον τάφο του Χίτλερ. Η Ιστορία κύκλους κάνει, Η Μεγάλη Γερμανία δεν θα αντέξει πολύ, θα καταρρεύσει και μαζί της και οι ηγέτες της θα πάρουν τη θέση που τους αξίζει.

 «Πνεύμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δε θέλω να τελειώσει έτσι η ζωή μου. Μπορώ… θέλω να την αλλάξω. Τα μαθήματα των τριών πνευμάτων δε θα πάνε χαμένα. Μπορείς να αλλάξεις το μέλλον μου;».

Πάνω στην αγωνία της η Σκρουτζ αγκάλιασε το Πνεύμα από τη μέση. Αλλά η κάπα ήταν άδεια -το Πνεύμα έγινε ατμός- και η Σκρουτζ αγκάλιαζε στην πραγματικότητα το κάγκελο του κρεβατιού της! Ναι, του δικού της κρεβατιού! Βρισκόταν πάλι στην κρεβατοκάμαρά της. Ανακουφισμένη από την αγωνία, κλαίγοντας και γελώντας, έτρεξε να αγγίξει τις κουρτίνες. Ήταν εκεί, στη συνηθισμένη τους θέση. Βάλθηκε να χοροπηδά σ᾿ όλο το σπίτι γεμάτη ευτυχία. Όλα ήταν στη θέση τους! Τίποτα δεν είχε αλλάξει! Και τη μεγάλη της χαρά διέκοψαν μόνο οι καμπάνες των εκκλησιών, που χτυπούσαν χαρούμενες σ᾿ όλη την πόλη.

Η Σκρουτζ έτρεξε κι άνοιξε το παράθυρο. Ο ήλιος έλαμπε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, αλλά το πρωινό ευχάριστο. «Τί ημέρα είναι σήμερα;», ρώτησε ένα αγόρι που περνούσε απέξω. «Σήμερα έχουμε Χριστούγεννα!».

«Α τότε, δεν τα έχασα», φώναξε η Σκρούτζ. «Τα πνεύματα έκαναν τη δουλειά τους μέσα σε μία μόνο νύχτα!».

Χωρίς να χάσει χρόνο, φωνάζει το Μπόμπ Τζωρτζ Π. Κράτσιτ τον κλητήρα και τον αναβαθμίζει σε ισότιμο εταίρο. Αμέσως μετά υπογράφει αποζημίωση μεγαλύτερη από το συνολικό ελληνικό χρέος. Αρχίζει τις διαδικασίες ώστε να πραγματοποιηθεί και η οικονομική ενοποίηση πέραν της νομισματικής, ώστε όλες οι χώρες να απολαμβάνουν την ίδια ασφάλεια που αποπνέει το ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο.

Η Σκρουτζ Μέρκελ έκανε το μπάνιο της, φόρεσε ένα καθαρό κοστούμι και βγήκε περίπατο. Βάδιζε με τα χέρια σταυρωμένα στη ράχη, παρατηρώντας τους περαστικούς. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Μερικοί της ευχήθηκαν «Καλά Χριστούγεννα!». Η Σκρουτζ ομολόγησε ότι ποτέ δεν είχε ακούσει πιο ευχάριστα λόγια.

Η  Σκρουτζ δεν ξαναείδε τα πνεύματα. Αλλά από εκείνη την ημέρα, όπως λένε, δεν υπήρχε άνθρωπος που να γιορτάζει καλύτερα τα Χριστούγεννα από την Άγγελα Σκρουτζ Μέρκελ.

Προηγουμενο αρθρο

Η επανάσταση της Σαραντάρας!

Επομενο αρθρο

Όλα είναι θέμα Παιδείας…