Βάσος Ι. Βόμβας: ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ! ‘Οταν μαζί με τους ανθρώπους χάνεται και η ιστορία της πόλης!

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:
Βάσος Ι. Βόμβας
ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ !
‘Οταν μαζί με τους ανθρώπους χάνεται και η ιστορία της πόλης!
(Αναδημοσίευση από την σελίδα Lesvosoldies με την άδεια του διαχειριστή και του συγγραφέα) 
LACRIMAE RERUM
Κι απ’ τη γωνιά, ο καλός της λήθης σύντροφος
Τ’ αγαπημένο μας παλιό ρολόι,
Τραγουδιστής του χρόνου, κι αυτός κλαίοντας
Ρυθμίζει αργά, φριχτά το μοιρολόι….
Όλα ξεκίνησαν το 1916, όταν πρωτοάνοιξε το καφενείο, που ονομάστηκε Πανελλήνιον.
Το 1922 αγοράστηκε από τον Βασίλη Μάτα, που με το που ήλθε από την Αμερική άνοιξε αυτή την επιχείρηση, για την ψυχαγωγία των Μυτιληνιών και που στα χέρια του γαμπρού του, τού Πέτρου Ζαχαρίου, που το όνομα του συνδέθηκε άρρηκτα με το Πανελλήνιον, για πολλές δεκαετίες, θα βρει τον ιδανικό εκφραστή της.
Όμως, την ιστορία του Πανελληνίου, την κατέγραψαν άλλοι αρμοδιότεροι εμού και σ’ αυτούς, ας ανατρέξουν όσοι θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα, γι’ αυτόν τον εμβληματικό καφενέ, που κυριάρχησε στη ζωή των Μυτιληνιών, για πάρα πολλά χρόνια.
Ήμουν ακόμα στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Το Γυμνάσιο μας, ήταν πολύ κοντά στο Πανελλήνιον και αναγκαστικά, περνούσαμε καθημερινά μετά το σκόλασμά μας, από εκεί, αφού ήταν η πιο εύκολη διαδρομή για το σπίτι μου στο Κιόσκι. Υπήρχε όμως κι ένας άλλος σημαντικός λόγος, που μας έκανε να περνάμε από τον δρόμο αυτόν. Δίπλα στο φαρμακείο του Ηλία Χιωτέλλη, που σήμερα είναι το ανακαινισμένο φαρμακείο του Παντελή Πατερέλλη, ήταν χωμένο, μέσα στο παρακείμενο κτίριο, ένα περίπτερο. Εκεί κοντοστεκόμασταν να διαβάσουμε τις εφημερίδες του άστεως, που πάντα ήταν καθυστερημένες, για μιαν ολόκληρη μέρα, αφού έρχονταν τότε με το πλοίο της γραμμής.και δεν υπήρχε και συχνή πτήση των αεροπλάνων, για να μην πω κι αυτό που μετ΄επιτάσεως λεγόταν τότε, ότι ο μοναδικός πράκτωρ των εφημερίδων Βρεττός, του ημερησίου τύπου των Αθηνών, μάλλον επίτηδες της κρατούσε στο πρακτορείο του.
Κυρίως βέβαια, να διαβάσουμε την ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΗΧΩ και μετα το 1950 και το ΦΩΣ ΤΩΝ ΣΠΟΡ, του Νικολαίδη, που ως αθλητική εφημερίδα, ανήκουσα στον Ολυμπιακό, ήταν και η εφημερίδα που, αν μας περίσσευε κανένα φράγκο αγοράζαμε, για να τονώσουμε τον φανατισμό μας. Μπορεί τότε να μην είχαν ιδρυθεί οι Σύνδεσμοι Φιλάθλων, αλλά στην επαρχία μας, σκυλοκαυγαδίζαμε πιο πολύ για τις ομάδες της Αθήνας και του Πειραιά, παρά για τις δικές μας! Θυμάμαι πως πάντα σε περίοπτη θέση φιγουράριζαν, η ΑΚΡΟΠΟΛΗ, Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ και Η ΒΡΑΔΥΝΗ. Από τις εφημερίδες του κεντρώου χώρου μπορούσες να δεις το ΒΗΜΑ , την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Κόκκα και την ΑΘΗΝΑΙΚΗ του Παπαγεωργίου, που τότε έκανε θραύση μ’ αυτό το περίφημο στην προμετωπίδα του.
Αυτές οι 100 οικογένειες κυβερνούν την χώρα.!
Για εφημερίδες της αριστεράς, ούτε λόγος, πέρα από την επικινδυνότητα του πράγματος, μιας και ήταν γνωστό, πως ο κάθε περιπτεράς έδινε και πληροφορίες στην ασφάλεια και χωρίς να το καταλάβεις γινόσουν κι εσύ τρόφιμος των φακέλλων της!
Μίλησα για τις εφημερίδες, γιατί το 1953 – αν θυμάμαι καλά – στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ με πηχιαίους τίτλους αναγράφονταν η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του, κι αυτό το γεγονός, με είχε συγκλονίσει, γιατί παράλληλα με τους τίτλους, δημοσιεύονταν και κάποιες φωτογραφίες, με τα καμιόνια, που μετέφεραν τους μελλοθανάτους μέσα στη νύχτα για εκτέλεση!
Αλλά με ποιον να μιλήσεις τότε!
Ο πατέρας μου, δεν ξέρω για ποιον λόγο, μεταπολεμικά σταμάτησε να συχνάζει στο Πανελλήνιο, αλλά και σε κανέναν άλλον καφενέ της πόλης. Τα καλοκαίρια μονάχα, η παρέα του καθημερινά σύχναζε στου Βαλάκη, το μετέπειτα καφεζαχαροπλαστείο του Φωτίου.
Όμως στα νιάτα του, μαζί με την συντροφιά του, ήταν τακτικοί θαμώνες του Πανελληνίου και στο θρυλικό του πατάρι, μεταξυ ούζου και σουμάδας, περνούσαν τις ώρες τους, προσπαθώντας να λύσουν τα προβλήματα των αναγκών των συλλόγων τους, σε φακαρόλις* και φανέλλες και παπούτσια, που δεν ήταν δα και εύκολο να τα αγοράσουν ελλείψει χρημάτων. Στην ποδοσφαιρική κονίστρα της Μυτιλήνης, εδέσποζε τότε ο Παλλεσβιακός και η ομάδα των πληβείων ο ‘Αρης. Κι από κοντά και κάποιες άλλες ομάδες, αλλά και ο Απόλλων, που ήταν και η ομάδα του πατέρα μου.
Εντύπωση μου έκανε τότε, ότι κάποιοι καθηγητές μας, σύχναζαν εκεί και πρώτος και καλύτερος ο γυμναστής μας, ο Στυλιανός Μπερναρδής, με το καβουράκι και την ευπροσήγορη διδασκαλία του στην ΥΓΙΕΙΝΗ, ένα εμβόλιμο μάθημα μεταξύ γυμναστικής και κάποιου μικρού διαλείμματος, που κάναμε στο κλειστό γυμναστήριο του γυμνασίου μας, όταν ο καιρός ήταν βροχερός. Ο Μπερναρδής, ήταν φωτισμένο μυαλό, με άριστη θεωρητική κατάρτιση, που ήταν αποτυπωμένη και στο βιβλίο του, της ΥΓΙΕΙΝΗΣ. Για ένα διάστημα υπήρξε και πρωταθλητής του άλματος επί κοντώ. Σε γενικές γραμμές, η έλευση του στην προτελευταία ταξη του Γυμνασίου μας, ήταν μια όαση για μας τους μαθητές, μιας και απαλλαχτήκαμε οριστικά από τον βάναυσο καθηγητή μας, της Γυμναστικής, τον Κατσιώτη.
Το μόνο που θυμάμαι απ’ αυτόν ήταν, όταν μας προετοίμαζε ως χορωδία, στην γιορτή των Τριών Ιεραρχών, να ψάλλουμε τούτο το φαιδρό ασμάτιον:
“Δάφνες εις την κεφαλή σας
πάντοτε χλωραί ν’ ανθούσι
και οι κύκνοι να λαλούσιν,
να μας φέρουσιν ωδάς, ωδάς, ωδάς…! “
Κι εμείς τον τελευταίο στίχο, να τον παραποιούμε και να προσέχουμε μην μας ακούσει!
Στο έπακρον φυγόπονος, προσπαθούσε να κλέψει χρόνο και να την κοπανήσει για το ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ. Μεγάλο χαρτόμουτρο, σπαταλούσε τη μέρα του στην πράσινη τσόχα, σ’ ένα από τα χαρτοπαικτικά τραπεζάκια του καφενείου. Τον αναφέρω, γιατί το πάθος του για την πρέφα, ήταν τόσο μεγάλο, που τον έκανε να αγνοεί ότι, καίτοι καθηγητής αυτός, έπαιζε χαρτιά με τον μαθητή του (και συμμαθητή μας), τον Πέτρο τον Σπανέλλη.
Κι αυτό πότε;
Σε μια εποχή, που απαγορεύονταν δια ροπάλου, η κυκλοφορία, των μαθητών, από μια ώρα και μετά, η μετάβαση μας στον κινηματογράφο, και βέβαια η υποχρεωτική κάλυψη, της κουρεμένης εν χρώ, κεφαλής μας, με τον πίλον της κουκουβάγιας και του αριθμού.
Φοιτητής πια, κι αφού στη Θεσσαλονίκη, στο σφαιριστήριο της ΑΣΤΟΡΙΑ, είχα πάρει τα πρώτα μου μαθήματα, από ειδήμονα συμφοιτητή μου, στην εκμάθηση του μπιλιάρδου, νάμαι στη Μυτιλήνη τα Χριστούγεννα του 1954.
Και βέβαια,που έπρεπε να ακουμπήσω τις γνώσεις μου. Μα φυσικά στο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ.
Από δω, αρχίζει και η περίεργη σχέση μου, με το καφενείο αυτό, που στάθηκε για τη γενιά μου, χώρος ψυχαγωγίας αλλά και γνώσης.
Πριν επιχειρήσω, κάποιαν αναγκαία περιγραφή του χώρου αυτού, θα πρέπει να αναφερθώ στην ψυχή τού καφενείου, στον ιδιοκτήτη του, τον Πέτρο Ζαχαρίου.
Ο Πέτρος Ζαχαρίου, μια πολύμορφη προσωπικότητα της πόλης μας (διετέλεσε και συγκεντρωσιάρχης του Γεωργίου Παπανδρέου), άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του, για πάνω απο μισό αιώνα, στο Πανελλήνιο, και ταυτίστηκε απόλυτα με την ύπαρξή του χώρου του!
Χωρίς υπερβολή. Ζαχαρίου και Πανελλήνιο είχαν έλθει εις γάμου κοινωνίαν και … …. έσοντο αμφότεροι εις σάρκαν μίαν!
Για μας όμως, τους άφραγκους φοιτητές, ήταν ο απόλυτος δυνάστης μας, αφού για να πιάσεις τη μαγική στέκα του μπιλιάρδου, έπρεπε πέρα από την πληρωμή της ώρας που έπαιζες, να πάρεις απαραιτήτως και κάποιο ποτό.
Αλλιώτικα στέκα γιοκ.
Και να’ ρχεται ο γλυκύτατος Γιάννης Πατές, αυτό το μοναδικό σε ευγένεια και ήθος γκαρσόνι του καφενείου, να σου υπενθυμίζει την απαράβατη υποχρέωση σου, και να προσπαθεί ο δόλιος να βρει τρόπο να σε απαλλάξει απ’ αυτήν, όταν δεν τον έβλεπε ο ” τα πάνθ’ ορών”, Πέτρος ο ακοίμητος φρουρός και άρχων του Πανελληνίου.
Δύο τα γαλλικά μπιλιάρδα και στον τοίχο η θήκη των στεκών, μαζί με τον πίνακα, που μέτραγε ο παίκτης, τις καραμπόλες που έκανε, όταν έπαιζε αυτός. Και βέβαια αρμαθιά από ντεπεσίρια, γαλάζιου χρώματος, απαραίτητα συμπληρώματα για το “γλύψιμο” της άκρης της στέκας για να μην φαλτσάρει πάνω στην μπίλια, κι αυτή, να μην μπορεί να κάνει την πορεία, που εσύ ήθελες, όταν την κτυπούσες για να βρει τις άλλες δυο μπίλιες. Το μπιλιάρδο, πέρα απο τις τεχνικές γνώσεις, που τις αποκτούσες με τον καιρό, και την συνεχή κατά το δυνατόν ενασχόληση σου μ’ αυτό ( αντίο σπουδές) θέλει και φαντασία. Είναι αυτή ακριβώς, η ειδοποιός διαφορά, που ξεχωρίζει τους παίκτες και τους κατατάσσει σε διάφορες κατηγορίες, όπως αυτή των αρίστων, των καλών και των μετρίων.
Η Μυτιλήνη ευτύχησε να έχει σπουδαίους παίκτες, που πραγματικά άφησαν όνομα και που οι νεώτεροι, τούς ανέφεραν με θαυμασμό!
Σ’ αυτούς ανήκαν, ο Χαριλής Μπίνος, ο Σιδερής Μυρογιάννης κι απ’ τους νεώτερους ο Γιάννης ο Άγας κι ο Πέτρος ο Σπανέλλης.
‘Ηταν οι παίκτες, που όταν έπιαναν την στέκα δεν την άφηναν με τίποτα. Οι χάντρες στον πίνακα πήγαιναν κι ερχόταν για να καταγράψουν το σερί των καραμπολών που πραγματοποιούσαν.
Μια γραφική φιγούρα, ικανού παίκτη, αλλα όχι του επιπέδου των άλλων που προανέφερα, ήταν ο γείτονας μου, ο δάσκαλος Αντώνης Ασλάνης. Είπα γραφική, γιατί το στυλ του ήταν μοναδικό και η εμφάνισή του, σου έδινε την εντύπωση του παίκτη, που χρησιμοποιεί όλα τα μέλη του σώματος του και μαζί με τις μοναδικές γκριμάτσες, τού προσωπου του, να προσπαθεί να σαγηνεύσει την μπίλια ώστε αυτή εύκολα να βρει τον στόχο της.
Ιδιαίτερη, αλλά χαρακτηριστική γκριμάτσα, τού προσώπου του, ήταν αυτή, που το κάτω χείλος του στόματος του, με μια περίεργη κίνηση των χειλέων του, κάτι σαν σούφρωμα, διάρκειας δευτερολέπτου, κρεμούσε σε τέτοιο βαθμο, που έφτανε μέχρι το πάτωμα. Κι όταν πετύχαινε την διπλή καραμπόλα, ανακουφιστικά ξανάρχονταν στη θέση του κι ένα αυτάρεσκο υπομειδίαμα, πλήρους ευχαρίστησης, αγκάλιαζε το πρόσωπο του.
Λόγω τού ισχνού τού σωματος του, εύκολα μπορούσε να τοποθετήσει τη στέκα στο πίσω μέρος του κορμού του και να κάνει κτυπήματα στη μπίλια, που εύκολα οι άλλοι συμπαίκτες του δεν μπορούσαν. Μοναδικός στους πικέδες. Ο πικές είναι μια δύσκολη περίπτωση καραμπόλας, ιδίως όταν οι μπίλιες είναι συγκεντρωμένες και σχεδόν εφάπτονται. Εδώ η στέκα θέλει μεγάλη μαστοριά στο χτύπημα της μιας μπίλιας, ώστε μετά από μια περισφροφική κίνηση να βρει την άλλη μπίλια. Είναι η στιγμή, που το ντεμπεσίρι, για ώρα γλύφει την άκρη της στέκας, για να μην φαλτσάρει την κρίσιμη στιγμή του χτυπήματος της.
Και ήταν μοναδικός!
Η Μυτιλήνη, με την αφόρητη τον χειμώνα υγρασία της, δεν άφηνε ανεπηρέαστα τα μπιλιάρδα του Πανελληνίου. Και τότε έρχονταν τα μαγκάλια να λύσουν το πρόβλημα της ομαλής κίνησης της μπίλιας πάνω στην τσόχα του μπιλιάρδου. Τα έβαζαν κάτω από τα μπιλιάρδα κι αυτά ζέσταιναν το μάρμαρο, που επάνω του ήταν στρωμένη η τσόχα κι αυτή λειτουργούσε κανονικά.
Την Μ. Εβδομάδα, η στέκα αναπαύονταν.
Την Μ. Τετάρτη και μέχρι την Ανάσταση, η λειτουργία των μπιλιάρδων, μαζί με τα τυχερά παίγνια σταματούσε υποχρεωτικά.
Και τότε ο κυρ Πέτρος, τοποθετούσε πάνω στην τσόχα, τού κάθε μπιλιάρδου τρεις στέκες, υπό μορφήν πυραμίδος, τις έδενε στην κορυφή τους και κρεμούσε πάνω σ’ αυτήν, ένα τραπουλόχαρτο.
Τον Φάντη!
Απέναντι από τα μπιλιάρδα, μπαίνοντας από την είσοδο της αγοράς, στο δεξί σου χέρι ήταν αραδιασμένα τα τραπεζάκια της χαρτοπαιξίας, του τάβλι και για κάποιους ( ελάχιστους) που τα χρησιμοποιούσαν για να παίξουν σκάκι.
Τον μοναδικό, που θυμάμαι να παίζει σκάκι, με τον δικηγόρο Λευτέρη Κιοσκλή, ήταν ο πατέρας του φίλου μου Κώστα Μίσσιου.
Οι Μυτιληνοί αθεράπευτα χαρτοπαίκτες, στο Πανελλήνιο είχαν βρει το τέμενος της χαρτοπαικτικής τους λατρείας. Πρέφα και άλλα είδη χαρτοπακτικών παιγνίων, έπαιρναν και έδιναν και πολλοί εκ των παικτών γευτήκανε από κοντά τις οιμωγές της καθημαγμένης τσέπης τους. Διότι πίσω από την αθώα πρέφα ή την αποξηραμένη ξερή, μπορούσες να παίξεις μεγάλα ποσά και η χασούρα σου να είναι πολλή μεγάλη.
Αλλά και οι παίκτες του τάβλι δεν υστερούσαν στο τζόγο.
Τούτοι εδώ, δεν σταματούσαν στην παρτίδα που έπαιζαν, με λεφτά πάντοτε. Είχαν βρει κι έναν άλλο τρόπο, που ο τζόγος να γίνεται τεράστιος σε ένα και μόνο παιχνίδι. Ανακάλυψαν την μαγική λέξη “βίδο”.
Τι σήμαινε αυτό;
Κατά την διάρκεια του παιχνιδιού ο παίκτης όταν βρίσκονταν σε πλεονεκτική, κατά την άποψη του θέση, έλεγε στον αντίπαλο του τη λέξη βίδο, που σήμαινε ότι αν ήθελε να συνεχίσει το παιχνίδι έπρεπε να τον ακολουθήσει στο ποσό, που αυτός πρότεινε. Αυτό σήμαινε αυτόματη αύξηση του τζόγου. Τα υπόλοιπα τα αντιλαμβάνεστε!
Μια άλλη μορφή, γραφικού αλλά περιστασιακού τζόγου, γιατί ο δημιουργός του παιχνιδιού ηταν περαστικός, αφού έπρεπε να εξυπηρετήσει και άλλους καφενέδες. ήταν το σακούλι, όπου ο παίκτης έναντι κάποιων χρημάτων, που κόστιζε ο αριθμός, έπρεπε προκειμένου να κερδίσει κάποια πράγματα, τσιγάρα, ή ψάρια ή άλλα φαγώσιμα, να βάλει το χέρι του μέσα στο σακούλι , όπου υπήρχαν τυλιγμένοι σε χαρτί κάποιοι αριθμοί ή κάτι σαν ζάρια αριθμημένα, και αφού έλεγε κάτι ακατάληπτα για τους αδαείς (π.χ. τριάντα δυο τα μονά), τραβούσε από το σακούλι τα τρία χαρτιά ή τα ζάρια, με τους αριθμούς και ανάλογα κέρδιζε ή έχανε!
Ομολογώ, πως δεν έμαθα ποτέ τον μηχανισμό αυτού του περίεργου παιγνίου. Βλέποντας το τώρα από απόσταση, λέω. Τι μηχανεύεται ο άνθρωπος για να παίξει και να χάσει τα λεφτά του.
Δεινός του σακουλιού χειριστής, ο πατέρας του ποδοσφαιριστή του Παλλεσβιακού Τουρλής!
Καιρός όμως να μιλήσουμε, για το Πανελλήνιο και να θυμηθούμε τον τότε διαμορφωμένο χώρο του, όπως τον πρόλαβα εγώ . Μια τεράστια αίθουσα, που άρχιζε από την αγορά, την οδό Ερμού και έφτανε μέχρι την προκυμαία. Με τραπεζάκια μαρμάρινα, που κάλυπταν όλη την επιφάνεια του καφενείου. Καναπέδες δερμάτινοι, ακουμπούσαν στον τοίχο που έβλεπε στην νότια πλευρά του, μεγάλοι διακοσμητικοί καθρέπτες, τοποθετημένοι σε σκαλιστή κορνίζα, ένα μεγάλο ξύλινο ρολόι, διαφημιστικά κάντρα και δυο μεγάλες ξυλόσομπες που υποτίθεται ότι ήσαν επαρκείς, για το ζέσταμα της ψηλοτάβανης αίθουσας κι από κοντά κάποια κλουβιά, που μέσα τους φώλιαζαν καναρίνια. Αδυναμία του Πέτρου, που φρόντιζε ακόμα και για το ζευγάρωμα τους .
Αριστερά μπαίνοντας από την αγορά, τα δυο μπιλιάρδα κι η σκάλα που σ’ ανέβαζε στο θρυλικό πατάρι, των ατέρμονων πολιτικών, αθλητικών και πάσης άλλη μορφής κουτσομπολιού (ιδιαίτερη αδυναμία των συμπολιτών μου). Λίγο πιο κάτω το Γενικό επιτελείο του Ζαχαρίου. Ο πάγκος- γραφείο, που διακινούνταν οι μάρκες των παραγγελιών των γκαρσονιών, το ταμείο και πίσω ακριβώς το Βασίλειο του Ταμπή.
Του πλέον σημαντικού παράγοντα, της λειτουργίας του καφενείου.
Τα σύνεργά του ( και δεν ήσαν λίγα) απλωμένα με τάξη στον αρκετά μεγάλο πάγκο του, ήταν το γεντέκι** με το ζεστό έτοιμο νερό, το καφεκούτι χωρισμένο στα δύο, για να μπαίνει, πλην του καφέ και η ζάχαρη, τα μπρίκια καμωμένα από τενεκέ, με μεγάλα ξύλινα χερούλια, για να μην καίγεται ο ταμπής, μακρυά κουτάλια, που είναι φτιαγμένα κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να ρυθμίζεται επακριβώς η ποσότητα (δόση) του καφέ, και ένα ποτήρι με νερό, όπου έβαζε ένα ξυλάκι για το ανακάτεμα του καφέ όταν έβραζε στη χόβολη. Και αριστερά του, τα φλυτζάνια καλοπλυμένα, έτοιμα να δεχτούν το περιεχόμενο του μπρικιού.
Κι ακούγονταν η φωνή του γκαρσονιού……..έναν βαρύ και όχι, έναν μάλλον, έναν ελαφρύ κ.ο.κ. για να μην αραδιάσουμε τα ουκ ολίγα είδη ψησίματος του τούρκικου καφέ, που οι νεοέλληνες τα τελευταία 50 χρόνια, από έναν βλακώδη σωβινισμό, ονόμασαν αρχικά Βυζαντινό και μετά Ελληνικό κι έτσι….εκπλήρωσαν το πατριωτικό τους καθήκον!!!
Εμβληματικές και εξίσου σημαντικές μορφές, τα γκαρσόνια του Πανελληνίου. Ο Γιάννης Πατές, ο Παράσχος Ψαρέλλης κι ο Αϊβαλιώτης. Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά μου, οι παραγγελίες τους, τις οποίες πιστά εκτελούσε ο ταμπής, κι ένιωθες, πως αυτός τους ο διάλογος, ήταν η ζωντανή φωνή του Πανελληνίου, αυτή που το κρατούσε όρθιο όλα αυτά τα χρόνια!
Θα πρέπει να πούμε, ότι κοντά στον πάγκο του Ταμπή, υπήρχε και ειδικός χώρος, για τα γλυκά του κουταλιού και τα μπουκάλια των διάφορων ποτών με τα ειδικά επιστόμια τους.
Ας μην ξεχνάμε, ότι το Πανελλήνιον λειτουργούσε και ως μεζεδοπωλείον συγκεκριμένων μεζέδων, με προεξάρχοντα αυτόν του ξυδάτου χταποδιού. Τους δε θερινούς μήνες, σερβίρονταν και κρέμα παγωτό, παρασκευασμένο, με την τότε μέθοδο του ξύλινου κάδου, και του εντός αυτού πάγου, από τα χέρια του Πέτρου.
Λέγεται, ότι τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, το Πανελλήνιον, καθιέρωσε “ταξικές διακρίσεις”. Στη μεριά προς τη θάλασσα σύχναζαν οι “αριστοκράτες” της πόλης, οι γιατροί και οι δικηγόροι, ενώ στο επάνω μέρος, στην πλευρά δηλαδή της αγοράς , οι άνθρωποι του μόχθου, οι μικρονοικοκυραίοι και οι εργάτες, να πουν τα βάσανα τους και να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, μέσα απο τον ερατεινό, το αφέψημα τους, αλλά πιότερο την κουβεντα τους.
Μετά ιδρύθηκε η Λέσχη ΠΡΟΟΔΟΣ και καταργήθηκε….η πάλη των τάξεων!
Τα καλοκαίρια, στην προκυμαία, όπως και στα άλλα καφενεία, το Πανελλήνιον έβγαζε τραπεζάκια κι ο κόσμος απολάμβανε το παγωτό, τα αναψυκτικά του και το σούρουπο το ουζάκι του, μαζί μ’ αυτόν τον μοναδικό μεζέ του μαγειρεμένου χταποδιού. Και ν΄ακούσει και τα νέα της ημέρας, από το μοναδικό ραδιόφωνο, που διέθετε μόνον το ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ!
‘Ηταν η άλλη πλευρά του καφενείου, αλλά όχι το καφενείο του χειιμώνα.
Και τα χρόνια πέρασαν. Ο Πέτρος έφυγε και την διαχείριση αναλαμβάνει ο Ν. Ματζουράνης.
Στα χέρια του, επέπρωτο να σβήσει οριστικά ο θρύλος που ονομάζονταν ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ !!!!
‘Οτι επακολούθησε μετά, με το ξαναστήσιμο του καφενείου, την ανακαίνιση του και την αλλαγή της χρήσης του, δεν ήταν τίποτα περισσότερο απο μια ουτοπία, που στα μάτια των ευφάνταστων νοσταλγών του παρελθόντος – που μεταξύ μας δεν το ήξεραν κιόλας- επιχειρήθηκε η “αναβίωση” του, στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης παράδοσης, που με το ζόρι θέλουμε να την βαφτίσουμε, πολιτιστική κληρονομιά.
Μερικοί μάλιστα, που εδώ και χρόνια αυτοχρήστηκαν, και καμώνονται τους προστάτες, αυτής της νεφελώδους παράδοσης, με αφορμή μια φωτογραφία, που δείχνει κάποιους ανθρώπους στην είσοδο τού Πανελληνίου, θρηνούν και οδύρονται και οι λυγμοί τους φτάνουν μέχρι τα αντικρυνά παράλια, για τον απωλεσθέντα παράδεισο, εισάγοντας κι ένα καινούριο είδος δημοσιογραφικής λογοτεχνίας, που θυμίζει σε μας τους παλιούς, την αλήστου μνήμης, Ιωάννα Μπουκουβάλα – Αναγνώστου, των δακρύβρεκτων ρομάντζων, τού ΡΟΜΑΝΤΣΟΥ, περιοδικού της τότε εποχής, θέλοντας με τον τρόπο αυτόν, να μας υπενθυμίσουν ότι “εμείς είμαστε” και πάρτε το χαμπάρι, οι κληρονομικώ δικαίω, φύλακες των τοπικών πολιτιστικών μας πραγμάτων, και πως από εδώ και μπρός εμείς, ως άλλοι Ηρακλείς, θα αναλάβουμε την ρύθμιση της πολιτιστικής μας παράδοσης και θα αποφασίσουμε για το μέλλον, του προ πολλού αποβιώσαντος καφενείου!
Το Πανελλήνιον, εξεμέτρησεν το ζην του, από την ημέρα που πέρασε στα χέρια της ΑΤΕ. Τα μετά, μπορεί να έσωσαν το κτίριο από την σχεδιαζομένη τότε κακοποίηση του, αλλά το Πανελλήνιον δεν ξαναγέννηθηκε.
Αντίθετα, ο ανακαινιστής και νέος διαχειριστής του, ακολουθόντας την παράδοση των νεοελλήνων νεόπλουτων, αφού εξήντλησε την κακόγουστη διακόσμηση του, σ’ όλο το μήκος και το πλάτος της αιθούσης, μοστράροντας στους τοίχους του περιμετρικά, κάτι υψηλής κακογουστιάς, μεγεθυμένες φωτογραφίες, για να θυμίζουν δήθεν το παρελθόν του ιστορικού καφενείου, παρέδωσε τελικά προς χρήσιν, στους περαστικούς και περιστασιακούς, επισκέπτες του, μια καφετέρια της σύγχρονης Ελλάδας, του κίτς και του ψευτομοντερνισμού, αντάξιας του γούστου των νεοελλήνων.
‘Ε, πως να το κάνουμε!
Δεν το αξίζαμε, εμείς οι άλλοι, οι μερακλήδες Μυτιληνιοί και δεν θα μας επιβάλλετε την ακαλαισθησία σας!
Γιατί, ω! συντοπίτε μου. “Τα πάντα ρει και ουδέν μένει” , για να θυμηθούμε και τον θείο μας τον Ηράκλειτο!
1 Ιουνίου 2022
Βάσος Ι. Βόμβας.
Γλωσσάρι
* Φακαρόλις. Τα κορδόνια των ποδοσφαιρικών παπουτσιών.
** Γεντέκι. Είναι το καζανάκι του ζεστού νερού, που χρησιμοποιεί ο Ταμπής για την παρασκευή του καφέ.
Stella Antoniou, Christina Chatzidaki και 187 ακόμη
17 σχόλια
Μου αρέσει!

 

Σχόλιο
Αποστολή
Προηγουμενο αρθρο

“ΕΙΚΟΝΕΣ” Λέσβου το Σάββατο στο OPEN!

Επομενο αρθρο

Νέος αέρας φυσάει στο Aeolian Village Beach 4 *- Ανοιχτό για το κοινό το ξενοδοχείο της Σκάλας Ερεσού!