του Στρατή Μπαλάσκα
Με αφορμή το ξεκίνημα – επιτέλους – του έργου της αξιοποίησης του αρχοντικού Γεωργιάδη, εμβληματικού κτηρίου της Μυτιληνιάς Επάνω Σκάλας, ας δούμε μερικά ιστορικά στοιχεία που αφορούν τις οικογένειες των κτητόρων – ιδιοκτητών του κτηρίου.
Χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και ανήκε στην οικογένεια Ιωάννη Γεωργιάδη που στα 1988 είχε χτίσει το γνωστό βιομηχανικό συγκρότημα με κλωστήριο και επεξεργασία καπνικών προϊόντων και αλεύρων. Δίπλα στη θάλασσα και «πάνω» στον αρχαίο νότιο λιμενοβραχίονα της πόλης, προκειμένου να διευκολύνονται οι μετακινήσεις των προϊόντων προς και από το βιομηχανικό συγκρότημα.
Το 1911 το βιομηχανικό συγκρότημα «Σταμάτιος Ι. Γεωργιάδης και Σια» μεταβιβάσθηκε στον συνέταιρο Ιωάννη Καλαμάρη που ως «εργοστάσιο Ι. Καλαμάρη» το ανέπτυξε και το μετέτρεψε σε βασικό πυρήνα της τεράστιας περιουσίας του.

Το 1907 στη Λωζάνη της Ελβετίας γεννιέται ο γιος του Ιωάννη Καλαμάρη Νικόλαος. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα αλλά σύντομα τον κέρδισε η λογοτεχνία.
Στα γράμματα εμφανίστηκε αρχικά με το ποιητικό ψευδώνυμο Νικήτας Ράντος και το κριτικό Μ. Σπιέρος.
Σύντομα, με το ψευδώνυμο Νικόλας Κάλας, εξελίχτηκε σε έναν από τους σημαντικότερους, πιο ρηξικέλευθους και κοσμοπολίτες έλληνες υπερρεαλιστές ποιητές, δοκιμιογράφους και τεχνοκριτικούς της λεγόμενης «γενιάς του ’30».
Ας σημειωθεί ότι όπως ο ίδιος διατείνονταν, στον υπερρεαλισμό (σουρελισμό) προσχώρησε ορμώμενος από τα κινήματα του μαρξισμού και της ψυχανάλυσης.
Ο Κάλας, σύμφωνα με βιβλίο του Ασημάκη Πανσέληνου «Τότε που ζούσαμε» εκκεντρικός, αντισυμβατικός και αριστερός φυσικά νεαρός της εποχής του Μεσοπολέμου επισκέφτηκε τη Μυτιλήνη. Συνελήφθη όμως από τους χωροφύλακες επειδή κυκλοφορούσε φορώντας ένα προκλητικό έως και «ύποπτο» πορτοκαλί πουκάμισο.
Το 1937 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε στενά με τον Αντρέ Μπρετόν και την ηγετική ομάδα των Γάλλων σουρεαλιστών ενώ εξέδωσε και το περίφημο γαλλόφωνο δοκίμιό του «Foyers d’incendie» (Εστίες Πυρκαγιάς, 1938).

Το 1940 αποφεύγοντας «τον εφιάλτη του ναζισμού» μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του, διδάσκοντας ιστορία της τέχνης, γράφοντας κριτική για τα μεγαλύτερα αμερικανικά περιοδικά, και αποτελώντας γέφυρα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού με την αμερικανική πρωτοπορία.
Το 1977 τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Ελλάδα για τη συλλογή του «Οδός Νικήτα Ράντου».
Πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 31 Δεκεμβρίου 1988.
Στη Μυτιλήνη τόσο πριν όσο και μετά δεν τον θυμήθηκε ποτέ κανένας. Μεγαλοαστός και αιρετικός σουρεαλιστής βλέπετε, ου μην αλλά και με πορτοκαλί πουκάμισο, που να χωρέσει στα Μυτιληνιά… μέτρια!







