Στον δρόμο για τον Άγιο Ερμογένη

Ένα παλιό δημοσίευμα, φωτογραφίες σχεδόν ενενήντα χρόνων και η διαδρομή ενός τόπου που άλλαξε μαζί με τους ανθρώπους του

γράφει η Μυρσίνη Βορριά

Σήμερα ο δρόμος για τον Άγιο Ερμογένη είναι από εκείνες τις διαδρομές που οι
περισσότεροι Μυτιληνιοί κάνουν σχεδόν μηχανικά. Αφήνεις πίσω σου την πόλη,
περνάς τα Λουτρά και, λίγο αργότερα, η θάλασσα ανοίγεται μπροστά σου. Το μικρό
εκκλησάκι πάνω στον βράχο, η παραλία από κάτω, τα πεύκα, ο κόλπος της Γέρας
απέναντι. Ένας γνώριμος καλοκαιρινός προορισμός, τόσο οικείος πια σε όσους
μεγάλωσαν με τις εκδρομές και τα μπάνια εκεί, ώστε δύσκολα αναρωτιέται κανείς
πώς έφτανε ο κόσμος πριν υπάρξει ο δρόμος που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο.
Κι όμως, η ιστορία της περιοχής ως εκδρομικού προορισμού αρχίζει πολύ πριν
αποκτήσει εύκολη οδική πρόσβαση.


Ήδη από τη δεκαετία του 1930 ο Άγιος Ερμογένης εμφανίζεται στον τοπικό Τύπο σε
ανακοινώσεις εκδρομών. Τα δημοσιεύματα της εποχής μαρτυρούν ότι η μικρή ακτή
στην είσοδο του κόλπου της Γέρας ήταν γνωστή στους Μυτιληνιούς και επιλεγόταν
για οργανωμένες εξορμήσεις, παρά τη δυσκολία της πρόσβασης.

Από εκείνα τα χρόνια έχουν σωθεί και οι παλαιότερες φωτογραφίες που διαθέτω.
Είναι του 1937. Σε αυτές, συγγενείς και φίλοι έχουν συγκεντρωθεί στην ακτή.
Άνδρες, γυναίκες και παιδιά ποζάρουν μπροστά στον φακό, με τη θάλασσα και το
σχεδόν γυμνό ακόμη τοπίο του Αγίου Ερμογένη πίσω τους.


Υπάρχει όμως και μία ακόμη φωτογραφία της ίδιας χρονιάς που ξεφεύγει από τα όρια
του οικογενειακού λευκώματος. Είναι από εκδρομή του Εθνικού Παιδικού Σταθμού
Μυτιλήνης, με παιδιά και συνοδούς συγκεντρωμένους δίπλα στη θάλασσα.
Διευθύντρια του Σταθμού ήταν τότε η γιαγιά μου, Μύρτα Χατζηδημητρίου-Βορριά. Η
εικόνα, μαζί με τις ανακοινώσεις που σώζονται στον Τύπο, συμπληρώνει ένα μικρό
κομμάτι της ιστορίας του τόπου: δεκαετίες πριν φτάσουν εκεί εύκολα τα αυτοκίνητα,
ο Άγιος Ερμογένης είχε ήδη μπει στον εκδρομικό χάρτη της Μυτιλήνης.

Το να θέλει κανείς να πάει, βέβαια, ήταν πολύ πιο εύκολο από το να φτάσει.
Πριν από τη διάνοιξη του δρόμου, η πρόσβαση από τη στεριά ήταν δύσκολη: ακόμη
και στα μέσα της δεκαετίας του 1950 γινόταν με γαϊδουράκια. Υπήρχε όμως και η
άλλη οδός, η θαλάσσια. Καΐκια και βάρκες έφταναν στον Άγιο Ερμογένη από το
Πέραμα και την Κοντουρουδιά, μεταφέροντας εκδρομείς και προσκυνητές στον μικρό
όρμο.


Και όταν έφτανες, δεν υπήρχαν φυσικά ξενοδοχεία ή ενοικιαζόμενα δωμάτια. Κοντά
στο ξωκλήσι υπήρχαν κελιά, όπου μπορούσαν να μείνουν όσοι ήθελαν να
διανυκτερεύσουν. Ήταν ένας άλλος τρόπος εκδρομής και παραμονής εκεί, πολύ πριν
εμφανιστούν οι τουριστικές υποδομές, όπως τις εννοούμε σήμερα. Έφτανες πιο
δύσκολα, έμενες με όσα σου πρόσφερε ο ίδιος ο τόπος και, αν χρειαζόταν, η
επίσκεψη δεν τελείωνε αναγκαστικά με τη δύση του ήλιου.

Κάποια πράγματα, πάντως, έμελλε να αποδειχθούν πιο ανθεκτικά στον χρόνο. Ήδη σε
φωτογραφία του 1937 συναντάμε την ταβέρνα της παραλίας, ενώ είκοσι χρόνια
αργότερα το δημοσίευμα του 1957 αναφέρει το καφενείο που λειτουργούσε κοντά
στο ξωκλήσι. Το μαγαζί άλλαξε χέρια μέσα στις δεκαετίες, όμως παρέμεινε εκεί και
λειτουργεί μέχρι σήμερα, αποτελώντας ένα από τα λίγα σημεία της παλιάς εικόνας
της περιοχής που επιβιώνουν ως τις μέρες μας.
Ανάμεσα σε αυτή την παλιά εικόνα και στη μορφή της περιοχής, όπως τη γνωρίζουμε
σήμερα, βρίσκεται το καλοκαίρι του 1957.


Στις 30 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς η Μύρτα Βορριά δημοσίευσε στον «Ταχυδρόμο»
ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Στην είσοδο του κόρφου: Ένα γραφικό εκκλησάκι που
πρέπει να γίνει προσκύνημα».

Το κείμενο έχει σήμερα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο για όσα λέει για το ίδιο το
ξωκλήσι και την παραλία του Αγίου Ερμογένη, αλλά και γιατί καταγράφει σχεδόν
επάνω στη στιγμή μια αλλαγή που επρόκειτο να επηρεάσει καθοριστικά την εξέλιξή
του.


Η περιγραφή αρχίζει με το τοπίο. Με το πεύκο και τη ρίγανη, τον αέρα, τη θάλασσα
και το μικρό εκκλησάκι πάνω από τα νερά της Γέρας. Ώσπου μέσα σε αυτή τη γαλήνη
μπαίνει ένας άλλος ήχος: το χτύπημα της τσάπας και οι εκρήξεις του μπαρουτιού που
σπάνε τον βράχο.


Ο δρόμος ανοίγει.
Οι κάτοικοι των Λουτρών συμμετέχουν στη διάνοιξή του, προσφέροντας προσωπική
εργασία και κάνοντας, όπως σημειώνεται στο άρθρο, σημαντικές θυσίες. Ένας
διαμορφωτήρας έχει ήδη περάσει από τμήμα της διαδρομής, όμως απομένουν
δύσκολα σημεία και γίνεται έκκληση για τη διάθεση μπουλντόζας, ώστε οι εργασίες
να προχωρήσουν.


Για τη δική μου οικογένεια υπάρχει εδώ μια μικρή επιπλέον σύνδεση με την ιστορία
του έργου. Ο παππούς μου, γεννημένος στα Λουτρά και αρχιμηχανικός στα Δημόσια
Έργα, είχε την επίβλεψη της διάνοιξης. Την ίδια εποχή, λοιπόν, που εκείνος
παρακολουθούσε τεχνικά το άνοιγμα του δρόμου, η γυναίκα του κατέγραφε στον
τοπικό Τύπο τον τόπο στον οποίο αυτός ο δρόμος θα οδηγούσε.


Ο δρόμος, φυσικά, δεν ήταν αυτός που σύστησε τον Άγιο Ερμογένη στους
Μυτιληνιούς: το άρθρο του 1957 επιβεβαιώνει ότι το σημείο είχε ήδη τους δικούς του
επισκέπτες.
Στο ίδιο κείμενο καταγράφεται και η κίνηση που υπήρχε γύρω από το εκκλησάκι, οι
άνθρωποι που έφταναν για τη λειτουργία, οι εκδρομείς, αλλά και τα βενζινόπλοια που
έφερναν επισκέπτες από το Πέραμα και την Κοντουρουδιά. Τις Κυριακές η κίνηση
ήταν μεγαλύτερη, καθώς στο ίδιο μικρό κομμάτι ακτής συναντιούνταν το
προσκύνημα, η εκδρομή και το μπάνιο.

Ο δρόμος, επομένως, δεν έκανε γνωστό έναν άγνωστο τόπο.
Τον έκανε πιο εύκολο.


Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και η νέα οδική
πρόσβαση άρχισε σταδιακά να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Μυτιληνιοί
έφταναν στον Άγιο Ερμογένη. Η θάλασσα δεν έπαψε από τη μια μέρα στην άλλη να
λειτουργεί ως τρόπος πρόσβασης, ούτε τα παλιά μέσα εξαφανίστηκαν μόλις πέρασε
το πρώτο αυτοκίνητο. Για ένα διάστημα οι δύο εικόνες συνυπήρχαν: καΐκια και
βάρκες, γαϊδουράκια και, δίπλα τους πια, ολοένα περισσότερα μηχανοκίνητα μέσα.
Τη δεκαετία του 1960 ο Άγιος Ερμογένης αρχίζει πια να αποκτά διαφορετικό ρυθμό.
Η περιοχή γύρω από το ξωκλήσι, που είχε από παλαιότερα μεγαλύτερη θρησκευτική
και εκδρομική κίνηση, συγκέντρωνε περισσότερο κόσμο, ενώ άλλες γειτονικές
παραλίες παρέμεναν για αρκετό καιρό πιο ήσυχες.


Στις φωτογραφίες των επόμενων χρόνων εμφανίζονται ξανά παιδιά. Αυτή τη φορά
είναι μαθητές του ιδιωτικού Νηπιαγωγείου της Μύρτας Βορριά. Σε μια εικόνα
κάθονται γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι, σε άλλη παίζουν στην άμμο. Τρεις και πλέον
δεκαετίες μετά την εκδρομή του Εθνικού Παιδικού Σταθμού του 1937, μια άλλη γενιά
παιδιών περνά μια καλοκαιρινή μέρα στην ίδια ακτή.


Μια οικογενειακή φωτογραφία του 1966 κρατά ακόμη κάτι από τον παλιότερο Άγιο
Ερμογένη. Η παραλία, ο βράχος, το εκκλησάκι, οι λόφοι γύρω. Το τοπίο είναι
αναγνωρίσιμο, αλλά η περιοχή βρίσκεται πια στη μέση μιας αλλαγής που θα
συνεχιστεί για δεκαετίες.


Γιατί ο δρόμος είχε μεν ανοίξει, δεν έπαψε όμως να αποτελεί πρόβλημα.
Κι αυτό ίσως είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα νήματα που μπορεί κανείς να
ακολουθήσει στον τοπικό Τύπο των επόμενων χρόνων. Όσο αυξανόταν η διέλευση
αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών, άλλαζαν και τα παράπονα. Στη δεκαετία του 1950 το
ζητούμενο ήταν να ανοίξει ο δρόμος. Αργότερα, και μέχρι τις αρχές ακόμη της
δεκαετίας του 1980, οι εφημερίδες επανέρχονται στην κατάστασή του και κυρίως στη
σκόνη που σήκωναν τα οχήματα καθώς περνούσαν και στην ανάγκη να υπάρξει
καλύτερη ασφαλτόστρωση και να μην υπάρχουν πλέον κομμάτια χωματόδρομου.
Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο σε αυτή τη διαδρομή.


Κάποτε οι κάτοικοι δούλευαν με τσάπες και μπαρούτι για να μπορέσει ο δρόμος να
περάσει από τον βράχο. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος δρόμος είχε πια αρκετή
κίνηση ώστε η σκόνη από τα αυτοκίνητα και τις μηχανές να γίνεται θέμα στον Τύπο.
Ανάμεσα στις δύο αυτές εικόνες αποτυπώνεται ίσως καθαρότερα από οπουδήποτε
αλλού η μεταμόρφωση του Αγίου Ερμογένη.


Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις γενιές χωρούν και οι δικές μου αναμνήσεις. Εκεί πέρασα
τα πρώτα παιδικά μου καλοκαίρια και στη θάλασσα αυτή έμαθα να κολυμπώ. Τον
γνώρισα βέβαια πολύ διαφορετικό από εκείνον των ασπρόμαυρων φωτογραφιών του

1937, αλλά αρκετά πριν αποκτήσει τη σημερινή του εικόνα. Και ίσως γι’ αυτό,
κοιτάζοντας τώρα τις παλιές φωτογραφίες στη σειρά, είναι παράξενο να βλέπω πως ο
τόπος που για μένα ήταν απλώς το αυτονόητο σκηνικό του καλοκαιριού είχε ήδη
πίσω του μια τόσο μεγάλη διαδρομή.


Οι φωτογραφίες των επόμενων δεκαετιών συμπληρώνουν χωρίς πολλές λέξεις όσα οι
εφημερίδες καταγράφουν με δημοσιεύματα. Ο όρμος παραμένει αναγνωρίσιμος, αλλά
γύρω του η ανθρώπινη παρουσία αυξάνεται. Άλλα πρόσωπα έχουν πάρει τη θέση
εκείνων των ασπρόμαυρων μορφών του 1937, οι κατοικίες πληθαίνουν και η
διαδρομή προς τη θάλασσα δεν θυμίζει πια την εποχή που η εκδρομή απαιτούσε
γαϊδουράκια ή μια θέση σε κάποιο καΐκι. Η θαλάσσια πρόσβαση, ωστόσο, δεν χάθηκε
ποτέ: ακόμη και σήμερα ο Άγιος Ερμογένης παραμένει αγαπημένος προορισμός για
όσους φτάνουν εκεί σκάφος.


Αν κοιτάξει κανείς τις παλιές φωτογραφίες τη μία δίπλα στην άλλη, κάτι επιμένει.
Ο ίδιος βράχος. Το ξωκλήσι. Η καμπύλη της ακτής. Τα απέναντι βουνά. Και η
θάλασσα του κόλπου, που αλλάζει χρώμα ανάλογα με την ώρα αλλά μοιάζει να μένει
έξω από τη βιασύνη όλων των υπόλοιπων αλλαγών.


Ίσως γι’ αυτό ο Άγιος Ερμογένης έγινε κάτι περισσότερο από μια ακόμη κοντινή
παραλία της Μυτιλήνης. Δεν είναι μόνο η ομορφιά του. Είναι οι γενιές που έφτασαν
ως εκεί με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο και άφησαν στον τόπο τη δική τους μικρή
ιστορία.
Οι πρώτοι εκδρομείς των παλιών ανακοινώσεων. Τα παιδιά του 1937. Οι άνθρωποι
που έφταναν από τις κοντινές περιοχές με καΐκια και βάρκες. Εκείνοι που έρχονταν
από τη στεριά καβάλα στα γαϊδουράκια. Οι εργάτες που άνοιγαν τον δρόμο στο
λιοπύρι του 1957. Τα παιδιά του Νηπιαγωγείου τη δεκαετία του 1960 και του 1970.
Τα αυτοκίνητα που αργότερα περνούσαν σηκώνοντας πίσω τους σύννεφα σκόνης.
Και ύστερα οι επόμενοι, κι οι επόμενοι.


Μέχρι που το δύσκολο ταξίδι έγινε μια συνηθισμένη καλοκαιρινή διαδρομή.
Σήμερα φτάνουμε στον Άγιο Ερμογένη χωρίς να σκεφτόμαστε ιδιαίτερα τον δρόμο.
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο σημάδι του πόσο άλλαξε ο τόπος. Εκεί όπου
κάποτε η πρόσβαση αποτελούσε κομμάτι της ίδιας της εκδρομής, τώρα το αυτοκίνητο
σε αφήνει σχεδόν δίπλα στη θάλασσα.


Σχεδόν εβδομήντα χρόνια πριν, η Μύρτα Βορριά μπορούσε ακόμη να σταθεί εκεί, να
ακούσει μέσα στο καλοκαιρινό τοπίο τις εκρήξεις που άνοιγαν τον βράχο και να
γράψει στον «Ταχυδρόμο» ότι αυτός ο μικρός όρμος άξιζε να αναδειχθεί
περισσότερο.


Σήμερα ξαναδιαβάζω το άρθρο της από την άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας. Εκείνη
κοιτούσε έναν τόπο που περίμενε να ολοκληρωθεί ο δρόμος και να γίνει περισσότερο
γνωστός. Εγώ κοιτάζω έναν από τους πιο γνώριμους και αγαπημένους καλοκαιρινούς
προορισμούς των Μυτιληνιών.

Και κάπως έτσι, εξήντα εννέα χρόνια αργότερα, ξαναβρισκόμαστε στον ίδιο δρόμο.
Μόνο που αυτή τη φορά ξέρουμε πού οδήγησε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ