Στο ΦΡΕΑΡ, ένα ιδιαίτερο περιοδικό αφιερωμένο στην τέχνη του κινηματογράφου από ανθρώπους που την υπηρετούν ενεργά, φιλοξενείται το κείμενο του Ευθύμη Kosemund Σανίδη με τίτλο “Tommy”.
Διαβάσαμε το κείμενό του και είναι από εκείνα που δεν τα προσπερνάς εύκολα — σε τραβούν μέσα στον ρυθμό και την ατμόσφαιρά τους, με μια γραφή που ισορροπεί ανάμεσα στο κινηματογραφικό βλέμμα και την προσωπική αφήγηση.
Ο Ευθύμης Kosemund Σανίδης, με καταγωγή από τη Μυτιλήνη, ανήκει στη γενιά των δημιουργών που κινούνται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά πεδία έκφρασης — από τον κινηματογράφο και τη γραφή μέχρι τη μουσική και τη σκηνοθεσία. Η δουλειά του χαρακτηρίζεται από έντονη καλλιτεχνική ταυτότητα και μια διάθεση πειραματισμού, με επιρροές που διαπερνούν τα όρια των ειδών.
Η παρουσία του στο ΦΡΕΑΡ δεν είναι τυχαία έρχεται να προσθέσει μια ακόμη φωνή με προσωπικό στίγμα σε ένα έντυπο που δίνει χώρο σε δημιουργούς που έχουν κάτι ουσιαστικό να πουν. Το “Tommy” λειτουργεί ως μια δυνατή εισαγωγή στον κόσμο του — έναν κόσμο που αξίζει να εξερευνηθεί.

Ευθύμης Kosemund Σανίδης
Tommy
Από τις πρώτες αναμνήσεις μου, ήμουν πέντε ή έξι, σίγουρα πριν ξεκινήσω το σχολείο, αργά το βράδυ και ξύπνησα τρομαγμένος, ήχος τηλεόρασης κάτω στο σαλόνι, οι γονείς μου έβλεπαν ταινία, κατέβηκα κλαμένος, πρέπει να ήταν το Tommy του Ken Russell, αυτή η χίπικη ροκ όπερα — οι γονείς μου ήταν χίπιδες παλιά, που μου φαινόταν πάντα σαν εφιάλτης, η ταινία, όχι ο χιπισμός των γονιών μου, ακόμα νιώθω περίεργα όταν ακούω το see me feel me touch me heal me των The Who, έκλαιγα ασταμάτητα, πάτησαν pause στην κασέτα και ήρθαν να με βρουν στην κάσα της πόρτας του σαλονιού — δεν είχαμε ποτέ πόρτα εκεί, όλα τα φώτα του σπιτιού σβηστά, σωστό σινεμά, οι δύο μου γονείς γονατισμένοι δίπλα μου να φωτιζόμαστε από κάποιο φρικιαστικό καρέ του Tommy και να με ρωτάνε τι έπαθα και αν συνέβη κάτι, τώρα φυσικά και φαίνεται αστείο, και σε μένα σίγουρα, αλλά όταν το σκέφτομαι καλύτερα και θυμάμαι πώς ένιωθα τότε, που μπορώ και το θυμάμαι, το πώς ένιωθα, τότε, ήταν απαίσιο, είχα ξυπνήσει στο κρεβάτι μου στο σκοτάδι, νομίζω στο δωμάτιο που λίγο μετά έγινε της αδερφής μου, όταν γεννήθηκε, άνοιξα τα μάτια μου και, μέσα στη θολούρα της νύχτας, μέσα και έξω από το κεφάλι μου, έβλεπα σαν στίγματα, περιοχές φαντασματικές που πηδάνε δεξιά και αριστερά έτσι όπως κινώ τα μάτια μου, κάτι που έμοιαζε με οντότητα, με πλάσμα που δεν υπήρχε στ’ αλήθεια και που σίγουρα δεν είχα ξαναδεί και που νόμισα πως ήταν ο Θεός, δεν έχω ιδέα πώς μου ήρθε αυτή η ιδέα, αφού οι γονείς μου ήταν άθεοι, άθεοι χίπιδες, και ακόμα δεν είχα πάει σχολείο για να μάθω για τον Θεό — μου φαίνεται ξεκαρδιστικό πως ακόμα μαθαίνουν για τον Θεό στο σχολείο, νομίζω πως και οι γονείς μου γέλασαν λίγο όταν τους μίλησα για τον Θεό, αλλά όχι πολύ, θυμάμαι να είναι γλυκιά στιγμή, να μου λένε κάτι άθεο ίσως, για να με ηρεμήσουν, που ταίριαζε και με το ότι έβλεπαν μια χίπικη ταινία και, δεν είμαι τελείως σίγουρος αλλά νομίζω, με πήραν να ξαπλώσω μαζί τους στον καναπέ και προσπάθησα να κοιμηθώ εκεί, όσο εκείνοι έβλεπαν το Tommy, που συνέχιζε να είναι τρομακτικό, αλλά σίγουρα λιγότερο τρομακτικό από τον Θεό που με περίμενε στο μετέπειτα δωμάτιο της αδερφής μου, στον πάνω όροφο, στο παλιό σπίτι της Περγάμου, στη Μυτιλήνη.
Δεν ήθελαν να είναι ζαλιστικά τα transition από τη μία σκηνή στην άλλη, παρότι στο brief μου είχαν ζητήσει πολύ δυναμικά transition, μου είχαν στείλει μάλιστα και ένα ref των Starbucks, οπότε κι εγώ στο treatment τους έδωσα δυναμικά transition, αλλά αφότου πήρα την ανάθεση και έγινε το debrief και μου ζήτησαν να μην έχω ζαλιστικά transition, ξαφνικά μου μετέφεραν την επιθυμία — μάλλον της κυρίας Π, που ποτέ δεν είναι σε αυτές τις συναντήσεις και άρα, πέραν κάθε λογικής σκέψης, όταν της παρουσιάζεται η τελική ταινία, η διαφημιστική ταινία που στη διαφήμιση τη λένε απλά ταινία, μπορεί να πει πως δεν της αρέσει και να ακυρώσει τα πάντα ή ποιος ξέρει τι, μου μετέφεραν λοιπόν την επιθυμία της κυρίας Π — που παλιά ήταν υποψήφια για υπουργός ανάπτυξης και έλυνε και έδενε — πως όλα τα transition θα πρέπει να γίνονται μέσα από ένα, ας πούμε, μπισκότο, το δικό τους μπισκότο, όλα τα transition;, ρώτησα έκπληκτος και κάπως ενοχλημένος που είχα κάνει όλη αυτή τη δουλειά ενώ τώρα μου ζητείται να ξανακάνω αυτή τη δουλειά και ποιος ξέρει αν θα χρειαστεί και πάλι να την κάνω, όλα, μου απάντησαν οι υποτακτικοί υφιστάμενοι της κυρίας Π, αφού η κυρία Π δεν ήταν παρούσα και θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή, σε δεύτερο χρόνο, να τινάξει τα πάντα στον αέρα, όπως και έκανε όταν, δύο μέρες πριν το γύρισμα, αποφάσισε να το μεταθέσει, το γύρισμα, γιατί δεν της αρέσουν τα σενάρια, τα οποία φυσικά και υποτίθεται πως είχε εγκρίνει, επομένως τα σενάρια άλλαξαν και φυσικά κι εγώ έπρεπε να ξαναλλάξω τα γαμημένα τα transition για να φτάσουμε επιτέλους στο PPM, ελπίζοντας απλά να περάσουν τα σχέδιά μου, τα storyboard δηλαδή, γιατί σε αυτό το σημείο δεν με ενδιέφεραν πια καθόλου οι αισθητικές μου ευαισθησίες, μα ήθελα απλά να τελειώσει αυτή η ιστορία, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε η κυρία Π στο PPM και, ενώ τα storyboard πέρασαν, προχωρήσαμε στο casting, όπου η κυρία Π βάφτισε άκυρες όλες τις επιλογές μου για πρωταγωνίστρια και αρνήθηκε τα τρία παιδιά — ένα ξένο, ένα χοντρό και ένα άσχημο, γυρίζοντας προς το μέρος μου και ρωτώντας με απειλητικά και λίγο επιδεικτικά αν δεν με είχαν ενημερώσει για την ίδια, όχι φυσικά, αφού το πιθανότερο είναι πως κανείς δεν ήξερε πως θα βρίσκεται εκεί, και να το είχαν κάνει δηλαδή, πάντα με πιάνει ένας θυμός και μία αντίσταση στη γυαλάδα που ψάχνουν οι άνθρωποι στα πρόσωπα των ανθρώπων, αλλά από αυτόν τον κόσμο πασχίζω με νύχια και με δόντια να σωθώ, εγώ που πούλησα την ψυχή μου στο διάβολο, ενώ αγωνιώ να περισώσω μια κάποια ακεραιότητα, τις μέρες να αποκρούω τα καπρίτσια της κυρίας Π, τις νύχτες να αναμένω τις καμπάνες να σημάνουν όπως στο πρώτο σινεμά του πεντάχρονου εαυτού μου.
Το μυρμήγκι δεν καθόταν με τίποτα ή, μάλλον, παρακαθόταν ή προχωρούσε στην αντίθετη κατεύθυνση, καμία σχέση με τα μυρμήγκια της πρώτης μου ταινίας δηλαδή, που τα πήρα από έναν εντομολόγο και τα κράτησα σπίτι μου για δύο εβδομάδες πριν το γύρισμα, ταΐζοντάς τα με σκουλήκια που περίμεναν στριφογυρίζοντας μεταξύ τους, αυτά τα μυρμήγκια που έκαναν ακριβώς ό,τι τους ζητούσα να κάνουν στο ερημικό τοπίο της Αγίας Τριάδας, μα τώρα εδώ, κάπου στον τροπικό νομό Ηλείας, γονατισμένοι πίσω από ένα κοντέινερ περιτριγυρισμένο από μπανανιές, περιμέναμε στωικά, με το μοτέρ να τρέχει, το δεύτερο αναπληρωματικό μυρμήγκι που μάζεψε η Π το πρωί, να το δούμε να ανεβαίνει την παλάμη και τον δείκτη του ξαπλωμένου Α, ώστε ο Y να ντιμάρει το φως on cue, ξαναεμφανίζοντας τον ήλιο μετά την τεχνητή έκλειψη που θα προκαλούσαμε, και ενώ περιμέναμε το μυρμήγκι να εκτελέσει το σενάριο, ακούστηκε μία κλανιά και γυρίσαμε όλοι το κεφάλι έκπληκτοι, ήταν ο Β που ζορίστηκε έτσι όπως άλλαξε γόνατο, γελάσαμε, ακόμη και ο ίδιος, πριν το μυρμήγκι μας κάνει τη χάρη και περάσουμε στο προηγούμενο πλάνο της σκηνής, ένα πλάνο που είχα ονειρευτεί, στο οποίο η Φ κοιτάζει τα αραιά σύννεφα ξαπλωμένη δίπλα στον Α, ανασαίνοντας βαριά στο κοντινό της πριν προκληθεί η προαναγγελθείσα έκλειψη, ένα πλάνο που έπονταν της άρρητης συνειδητοποίησής της για τη ματαίωση του ονείρου της στο Detroit, γι’ αυτό και η έκλειψη ίσως, ο ήλιος όμως είναι ακόμα ψηλά, η Φ βαριανασαίνει στο κοντινό της, αρχίζοντας να συντονίζεται με αυτή την αναπνοή, σχεδόν σε τρανς, όσο ανεβοκατεβαίνει ο θώρακάς της, ξανά και ξανά, όλο και πιο βαθιά — αναρωτιέμαι αν βρίσκεται ακόμη μαζί μας, ένα αεροπλάνο διασχίζει το οπτικό της πεδίο, μία σύμπτωση, το αεροπλάνο που θα χάσει ο χαρακτήρας της για το Detroit μάλλον, δίνω cue στον Y να αρχίσει να σκοτεινιάζει, το δίχως άλλο αυτό που θα συμβεί είναι αδύνατο να περιγραφεί, αλλά το φαντασιακό μου και η πραγματικότητα γίνονται ένα, ο χωρόχρονος κάμπτεται σε παρένθεση, το ημίφως της τεχνητής έκλειψης γράφει το πορτρέτο της Φ που ανασαίνει βαθιά, τόσο βαθιά που πάλλεται ολόκληρο, ο ανεπαίσθητος αέρας σταματάει να ακούγεται — από συστολή;, ακόμα και οι μύγες παύουν οικειοθελώς το βουητό τους λες και εξαφανίστηκαν, η Φ συντονίζεται ακόμη περισσότερο, αν αυτό είναι ποτέ δυνατό, για να συμβεί κάτι που κανείς μας δεν περίμενε, μάλλον ούτε η ίδια, να μη βγάζουμε άχνα καθώς ένα δάκρυ κυλάει στο δεξί της μάγουλο, σε μια στιγμή, σε μία από αυτές τις στιγμές που διστάζει κανείς να ονομάσει, να σκεφτεί, μα σίγουρα να ονομάσει, γιατί η γλώσσα εδώ δεν κουβαλάει κανένα νόημα, οριακά αν κανείς τολμούσε να το ξεστομίσει, θα εξαφανιζόταν, θα εξαϋλωνόταν αυτοστιγμή, θα εξοστρακιζόταν από αυτόν τον υπερβατικό χώρο, τον τόσο απόλυτα υπερβατικό, όπου το σινεμά και όλες οι τέχνες είναι περιττές, χάνουν τον λόγο της ύπαρξής τους, εδώ που αυτή η υλικότητα των τεχνών, η ποσότητά τους, άυλη ή μη, μετουσιώνεται σε ποιότητα, σε Ποιότητα, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα, έστω για μια στιγμή, όταν κανείς, όταν εγώ δηλαδή, εγώ και ολόκληρο το συνεργείο και οι ηθοποιοί, είμαι βέβαιος, ναι, τολμώ να το πω, ίσως, χωρίς καμία ντροπή, το λέω και μου κόβονται τα πόδια, κι όμως, συναντήσαμε για μια στιγμή τον








