Η Τζίτζι, ο γαύρος και ο φίλος Γιαννακόπουλος

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Φίλε μου παιδικέ, Δημήτρη  Γιαννακόπουλε, αυτό που έκανες δε θα στο συγχωρήσω ποτέ.

Στο κρατάω κι από τότε που σταμάτησες να μου μιλάς επειδή είχα δεσμό με τον  Χάρη τον γαύρο. Εγώ δεν ήξερα τότε, ήμουν αθώα κι άβγαλτη σε τέτοια, σου το ‘χα εξηγήσει. Ούτε ο γαύρος  τι ήταν, ούτε τίποτα. Ούτε το ψάρι ήξερα, γιατί είχαμε φάει και ποτέ; ούτε τι συμβόλιζε. Στα πόδια σου είχα πέσει για να με νιώσεις. Εμείς, το ξέρεις, σπάνια αναμιγνυόμασταν με τους κοινούς θνητούς. Λύγισα όμως, αυτόν τον ήθελα. Δημήτρη μου ήταν λαϊκός, εσύ καταλαβαίνεις τόσα χρόνια στα γήπεδα, τόσα χρόνια αλητεία με κοστούμι. Μου ‘κοψες την καλημέρα εσύ!

Εσύ που θα μπορούσες να βοηθήσεις να τον αποδεχτούν κι ο μπαμπάς και τα αδέρφια μου. Μου ‘ χανε πει τότε ο Παύλος κι ο Κωνσταντίνος μα πως μ’ αυτόν θα πηγαίνουμε για snowboard? Δεν είχε ιδέα που ήταν ο Παρνασσός Δημήτρη μου, αλλά ήταν καλή καρδιά. Και το στο κάτω κάτω τι με ένοιαζε εμένα ο Παρνασσός; Είχε γεμίσει κάτι μπιθουλαίους χωρίς καρδιά κιόλας. Επηρμένους  που επειδή πιασαν κάτι λεφτά στην τσέπη τους μετακόμισαν από τα Σεπόλια στη Νέα Φιλοθέη και νόμισαν πως θα μας έφταναν. Ε όχι .

Εμείς Δημήτρη μου ήμασταν μαθημένοι αλλιώς,  αλλά ο Χάρης είχε καρδιά, με αγαπούσε. Άσχετα που όταν τον πήγα στη Λυρική ζητούσε τη κοπέλα με τα γαρίφαλα. Του άρεσε όμως γιατί το σόου είχε πει, είχε ωραία κοστούμια και σεβάσμια για την γυναίκα όχι τα άλλα τα «ξεκόλλα» και βρήκε και «φωνάρα» το πρώτο όνομα. Τον έτσουξε βέβαια που τη βγάλαμε ξεροσφύρι όλο το βράδυ. «Πολύ ακριβό το εισιτήριο μάνα μου» μου είχε ο γλυκούλης μου, ο αθώος «και να μην έχει τουλάχιστο ένα κρασί και κάνα ξηροκάρπιο».

Δε το χω ξεχάσει, μαχαίρι στην καρδιά τα λόγια του και να ‘ χω τον καημό που δεν τον ήθελε κανένας. Κι ο ένας και μοναδικός που μπορούσε να νιώσει το μεγαλείο της λαϊκής του ψυχής ήσουν  εσύ, ο φίλος μου, ο παιδικός.  Μ’ αρνήθηκες γιατί ήταν γαύρος.  Και μόνο όταν χώρισα, άρχισες πάλι να μου μιλάς. Είχες διαγράψει όλο το διάστημα από την μνήμη σου, σα να μην υπήρχε, σα να μην υπήρχα κι εγώ. Κι όλα αυτά για έναν Ολυμπιακό. Τέτοιος ήσουν πάντα, ένας πονεμένος και παραπονεμένος, χρυσό παιδί αλλά ατίθασο. Εσύ πάντως γαύρος έπρεπε να ΄σουν. Αυτό που σου προκαλεί αυτή τη σύγκρουση και είσαι έτσι οξύθυμος, είναι επειδή είσαι στη λάθος ομάδα. Ε κάτι μάθαμε κι εμείς τέσσερις υπέροχους μήνες δίπλα σε ένα γαύρο. Τιμή μας και καμάρι μας.

Αλλά αυτό που πήγες κι έκανες που πήγες κι άφησες αυτό το παλιόβρακο με την συνθετική δαντέλα κι αυτήν την φθηνή απόχρωση την πορτοκαλοκόκκινη, ε, όχι δε θα στο συγχωρήσω ποτέ. Καλά βρε άσχετε, βρε άμουσε, βρε απαίδευτε,  βρε ντροπή της τάξης μας, συνθετική δαντέλα; Θεέ και κύριε.  Πάντα αφού ψωνίζαμε από του Αεράκη. Τι έρχεσαι τώρα εσύ και κάνεις τέτοιο φάουλ; Θα ζητήσω από την ομοσπονδία να τιμωρηθείς  παραδειγματικά για λάθος επιλογή επωνυμίας, υφάσματος και εν γένει για απουσία ποιότητας κομψότητας και κλας. Ε, είσαι που είσαι οξύθυμος, είσαι και παρορμητικός είσαι και τόσος άκομψος. Απορώ που δεν σε μάζεψε αυτόφωρω το fashion police. Θεέ και κύριε.

 

Προηγουμενο αρθρο

Στο Γαλλοισραηλινό Synonymes η Χρυσή Άρκτος της Berlinale

Επομενο αρθρο

Μικροί θαλάσσιοι δαίμονες κι άλλες ιστορίες στο καφενείο “π”