Γλυκάνισος η Λισβοριανή

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

 

Πρόσφατα η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου ( στις  22-7-2021 ), διοργάνωσε παρουσίαση του ερευνητικού προγράμματος με τίτλο “Ο γλυκάνισος της Λέσβου, ένα βότανο με γεωγραφική προέλευση” , που πραγματοποιήθηκε από το Μετσόβειο Πολυτεχνείο ,μετά την ολοκλήρωση της επιστημονικής έρευνας : « Ταυτοποίηση αρωματικών φυτών γλυκάνισου της Λέσβου με βάση τη βοτανική και γεωγραφική προέλευσή τους», σύμφωνα με την Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και του Ε.Μ.Π. Η  Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου με στόχο την προστασία των τοπικών αυθεντικών αγροτικών προϊόντων και ενόψει του κοινοτικού κανονισμού για Ασφάλεια Τροφίμων και της δημιουργίας εθνικού κέντρου ταυτοποίησης / πιστοποίησης της αυθεντικότητας τοπικών αγροτικών προϊόντων, ενέκρινε το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα, σε συνεργασία με το ΕΜΠ, προκειμένου να εφαρμοστούν καινοτόμες μεθοδολογίες ταυτοποίησης με υψηλή αξιοπιστία.  Οι γενότυποι γλυκάνισου από το Λισβόρι, διακρίθηκαν με επιτυχία από άλλους που έχουν άλλη γεωγραφική προέλευση, με ιδιαίτερη βιοσύνθεση αιθέριων ελαίων και αντιοξειδωτικών που χαρακτηρίζουν τη μοναδική τους ταυτότητα, με μοναδική επίσης απόδοση στα αποστάγματα που παράγει η τοπική ποτοποιία και πρέπει να κατοχυρωθούν για να προστατευθούν.

Κείμενο του Δούκα Αλβανού *

 

Μέσα στ’Αλωνάρη μήνα τις τόσες χάρες κι ομορφιές, τις φεγγοβολές μέρες τον κατακόκκινου ήλιου, οι άνθρωποι τούτου του τόπου χύνουν τον περισσότερο ιδρώτα τους απ’ όλο τον χρόνο.

Χύνουν και ποτίζουν τούτη τη γη, την ζωοδότρα να την κάνουν να δώσει περισσότερους καρπούς, πιο γλυκούς, πιο γευστικούς πιο ωραίους.

Τούτες τις μέρες, μας ξυπνά ένα άρωμα ,που δίνει ευωδιά ζωντάνια, θυμίζει παλιές ελπίδες βιώματα παιδικά. που φέρνει όνειρα παλιά μέσ’ απ’ τον μόχθο της δουλειάς  της περήφανης φτώχειας εκείνης της εποχής.

Τι λοιπόν είναι αυτό που ανέθρεψε τόσες γενιές, που πότισε τέτοιους ευλογημένους καρπούς  του χωριού μας!!!

ΕΙΝΑΙ Η ΜΥΡΟΥΔΙΑ ΤΩΝ μυρουδιών! είναι το άρωμα του Ιούλη που κυκλοφορεί μέσα στον κάμπο του Λισβορίου κι ανασαίνει τούτη η γης, που δεν κοιμάται, δεν ξεκουράζεται όπως ο εργατικός Λισβοριανός που δεν ξεκουράζεται τόσα και τόσα καλοκαίρια.

Ναι λοιπόν, είναι η Αρχόντισσα, η νύφη του κάμπου μας, που περήφανη ευλογημένη με την λιτή όρθια κορμοστασιά της,  κάνει τους περαστικούς και ξένους ανθρώπους να την προσέξουν, να τη ρωτήσουν να μάθουν για την Ιστορία της, τους καρπούς της, τα όνειρά της.

ΓΛΥΚΑΝΙΣΟΣ, Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΜΑΣ.

Ήταν το πιο ευαίσθητο ξερικό (ψιμικό) τα λέμε εμείς, εδώ ανάμεσα στα ρεβίθια, τα κρεμμύδια, τον κίμινο. Ήταν και είναι το μπελαλίδικο φυτό, που όντως πρέπει να προσέξεις σαν τα μάτια σου για να πετύχει με τις ευλογίες του καιρού και τις εμπορικές ευκαιρίες της εποχής.

Στα τέλη του Κουτσοφλέβαρου και στις αρχές του τρελομάρτη μήνα οι Λισβοριανοί κρατώντας το μερτικό τους από την προηγούμενη χρονιά, το ρίχνουν στην ευλογημένη τροφοδότρα γη. Τα βόδια βαριά κι αγκομαχώντας τραβάγανε τα’ αλέτρι αργά και σταθερά για να οργώσουνε το χώμα που με τη φρεσκάδα του με το νέμι της άνοιξης, έβγαζε μια μυρουδιά ζωής, μια μυρουδιά της γέννας και της ανανέωσης.

Ήταν και είναι ο νόμος της φύσης ο αναλλοίωτος αυτός ο αιώνιος που κάνει την φύση να στέκει στην ίδια την γραμμή όπως πάντα, χωρίς να παραβιάζονται ούτε τα γρανάζια του χρόνου αυτής της εποχής, ούτε οι νόμοι της.

Κι ο ζευγολάτης με τη βουκέντρα του και τη σταθερή του ιαχή κατεβόδιαζε τα βόδια του μαζί κι αυτός στο παιχνίδι της αναβίωσης, της ανανέωσης της νέας σποράς.

Κι ύστερα απ| την σπορά περίμενε με λαχτάρα το φύτρωμα της, να αισθανθεί την πρώτη χαρά, την πρώτη ευτυχία, στις βροχές της άνοιξης, τις χρυσοφόρες και παντοδύναμες για το ανάστημα της γλυκάνισου.

Όμως αυτή η χαρά του μετριαζόταν πάντα, γιατί όσο ανέβαζε το μπόι της τόσο τη ζήλευαν τα άλλα χορταρικά.

Καταπράσινη ανέβαινε μέρα με τη μέρα, χιλιοστό-χιλιοστό, πόντο -πόντο, μέσα στις ομορφιές τ’ Απρίλη μήνα, μιας και τα’ άλλα ζιζάνια θέλαν να την ξεπεράσουν. Κι εδώ άρχιζε ο δεύτερος μεγάλος κόπος των γυναικών του Λισβορίου.

Μοναχές ή και σε ταϊφάδες κατηφόριζαν τα πρωινά για τον κάμπο. Στο βοτάνισμα ‘όπως το λέμε, δηλαδή στο ξεπάστρεμα της γλυκάνισου από τα άλλα ζιζάνια για να μην το πνίξουν.

Τυλιγμένες οι Λισβοριανές στις γνωστές βράκες τους με την βρακοζώνα, τα τσεμπέρια και τις άσπρες μαντίλες τους, ζωντάνευαν τον κάμπο με τα τραγούδια τους, και τις φωνές τους.

Και μέσα στη μεγάλη βδομάδα άκουγες το μοιρολόγι της Παναγιάς να το τραγουδούν με όλο το πάθος και το πόνο που είχε, οι ταϊφάδες, φωνές καλλίφωνες, καθάριες μουσικές. Ίσως για να τ’ ακούσει η γλυκάνισος να πονέσει και να αισθανθεί τον πόνο και το μόχθο αυτών των εργατικών ανθρώπων.

Γυναικεία δουλειά συνήθως το βοτάνισμα, ολημερίς να στέκεσαι στα γόνατα σου, να ξεπαστρεύεις τα ζιζάνια, πότε με τα χέρια πότε με τα τσαπιά, γινόσουν «κουσάφ» όπως λέμε κι άντε το βράδυ να ανέβεις με τα πόδια την ανηφόρα για το χωριό, να σε περιμένουν παιδιά, φαγητά πλυσίματα και λάτρα του σπιτιού.

Δύσκολες δουλειές, κουραστικές μα καθένας και κάθε μια κράταγε την ελπίδα μέσα του ότι η «μυρουδιά» ανεβαίνει-ψηλώνει για τα καλά, κι αν δέσει θα δέσουν δηλαδή θα εκπληρωθούν τα όνειρα τους, θα βγάλουν τα έξοδα και τα μεροκάματα. Έτσι που λες ανέβαιναν ψηλότερα, μαζί με το μπόι της γλυκάνισου κι οι Λισβοριανοί κι οι Λισβοριανές.

Κι έρχεται ο Μάης με τις ευωδιές του και τα τόσα χρώματα των λουλουδιών και βοήθαγαν και αυτά να αναστήνεται η γλυκάνισος και να θεριεύει δείχνοντας στα τέλη του μήνα τα πρώτα δείγματα της κορμοστασιάς της.

Μπήκαμε πια στον μήνα Αλωνάρη, τον Ιούλη. Αρχίζει να γίνεται το «θαύμα» της μετουσίωσης της ιερής. Μέρα με τη μέρα ο ζωοδότης ήλιος μετατρέπει με τους χυμούς τους στερνούς της γλυκάνισου το λουλούδι σε κάψα του καρπού, που ωριμάζει πάνω του κι αποκτά το χωράφι το χρώμα το ανοιχτόξανθο του καλοκαιριού.

Κι ο Λισβοριανός απ’ την χαρά του που έδεσε το γλυκάνισο πίνει ούζο κάθε βράδυ να νιώσει καλύτερα αυτή την ευτυχία. Πίνει το καραφάκι του και τραβώντας για το σπίτι του αποκαμωμένος, κάνει την ευχή να δέσει και να πετύχει και μια καλή τιμή.

Οι ταϊφάδες κατεβαίνουν με το χάραμα στον κάμπο, για να προλάβουν την γλυκάνισο να μην καεί, να τη         ^

διαλέξουν και κάνοντας τις μάτζες χεριά με τη χεριά, μαστορικά την δένουν να μη λυθεί. Το σχήμα της μάτζας μοιάζει με μια κούκλα ξανθιά που μοσχοβολά. Οι κούκλες αυτές στοιβάζονται συνήθως κάτω από δέντρα που έχουν ίσκιο, στον κορμό τους, περιμετρικά σε κύκλο, θαρρείς αγκαλιάζονται για να γίνει μετά από λίγες μέρες το τρίψιμο.

Πάνω σε πλακερές πέτρες και πάνω σε παλιά χράμια ή πάνουλες τρίβεται με τα χέρια η γλυκάνισος, στο πάνω μέρος που είναι ο καρπός κι αναδύεται μια ωραία μυρωδιά που σε μεθάει.

Κι αρχίζουν τα τραγούδια όλοι γύρω-γύρω τα πειράγματα, τις υποσχέσεις «Αντί βρε γυναίκα κι άμα πλήσουμε τη μυρουδιά θα σι πάρω μια τσινούργια φουστούδα στου πανυγίρ’ τα’ Άγιου Γιάννη» Αυτό ήταν το δείγμα αναγνώρισης της δουλειάς της γυναίκας από τον άντρα, ειδικά στην όλη προσφορά της στο γλυκάνισο.

Επειδή η εργασία του τριψίματος έπρεπε να γίνει σύντομα, πολλές οικογένειες μένουνε μέσα στα χωράφια ή σε πρόχειρα καταλύματα και τις νύχτες. Ένας επιπρόσθετος λόγος που μένανε στις εξοχές ήταν ότι υπήρχαν πολλές δουλειές τον μήνα αυτό. Αλωνίσματα σταριών, κριθαριών βρώμης, ρεβιθιών, τα κρεμμύδια, οι μπαχτσέδες, τα καπνά τα βαμβάκια, τα μποστάνια, τα ζωντανό, όλα αυτά απαιτούσαν πολύ χρόνο.

Κείνες οι νύχτες ήταν αξέχαστες. Άκουγες τα ξεφωνήματα  των παιδιών, οσφραινόσουν τις μυρωδιές του γλυκάνισου τις οσμές της γραγούδας(τσουκάλι)με τα κουκιά που βράζανε στο πρόχειρο πυρομάχι ,η κούνια του μικρού παιδιού η πρόχειρη, η κατακόκκινη σαλάτα που μύριζε δυόσμο και μαϊντανό, οι φωνές και οι μηρυκασμοί των ζωών, όλα αυτά ανάκατα. Και όταν τέλειωνε το λιτό και φτωχό βραδινό φαΐ της φαμίλιας και νύχτωνε για τα καλά, πέφτανε στα πρόχειρα στρωσίδια κατάχαμα όλοι και τα παιδιά κοιτάζοντας τον σπαρμένο με άστρα ουρανό, άρχιζε το παραμύθι της μάνας που δεν τέλειωνε, ώσπου να κοιμηθούν τα παιδιά αποκαμωμένα από τις δουλειές και από το παιχνίδι της μέρας.

Τη επαύριο, αφού τέλειωνε το τρίψιμο, γινόταν το δρυμόνισμα δηλαδή το ξεδιάλεγμα του σπόρου του καρπού της γλυκάνισου με τη βοήθεια του δρυμονιού.

Ύστερα με το τσουβάλιασμα, φαινόταν και εκτιμιόταν πως πήγε η σοδιά. Τότε γινόταν η αποτίμηση των κόπων της δουλειάς του με τη ποσότητα της γλυκάνισου.

Και έπειτα αφού πήγαιναν τα τσουβάλια στην αποθήκη περίμεναν νάρθουν οι έμποροι ή αυτοί που μεσολαβούσαν σαν εκπρόσωποι των εμπόρων-ποτοποιών του ούζου.

Μέσα στο δεκαπενταύγουστο, πρώτος και καλύτερος φανερωνόταν ο φίλος μας ο Λευτεράκης. «Ήρτι του Λευτεράκη» έλεγαν «να κόψ’ τιμή για τ’ μυρουδιά».

Φιγούρα συντεριαστή με την υπόθεση του γλυκάνισου γραφικός με την καραφλίτσα του, το αφρικάνικο καπέλο και τη χακί φορεσιά του θύμιζε σε μας τους μικρούς που διαβάζαμε εκείνη την εποχή το περιοδικό «ΓΚΑΟΥΡ ΤΑΡΖΑΝ» έμπορο χαβλιόδοντου ελεφάντων και πολύτιμων λίθων της Αφρικής. Συγκαταβατικός στο παζάρι της τιμής, πειστικός στα επιχειρήματα, καταφερτζής με λίγα λόγια μπορούσε να πείσει τους παραγωγούς και να εξασφαλίσει την τιμή που ήθελε αυτός.

Ερχόταν κι οι ποτοποιοί της Μυτιλήνης, του Πλωμαριού και με λίγα λόγια τσεκουράτα και ντόμπρα κανονίζανε την τιμή της αγοράς του γλυκάνισου.

Ανεξάρτητα όμως από τις αγορές οι Λισβοριανοί  παραγωγοί εκτιμούσαν αυτό το νταλαβέρι αλλά ακόμα κι αυτοί που δεν ήταν παραγωγοί. Πώς το εκτιμούσαν;

Τους αντάμειβαν με το ότι έπιναν και εξακολουθούν ακόμη να πίνουν τα ούζα τους γιατί θέλουν να κουβαλούν και να αισθάνονται τη μυρωδιά του γλυκάνισου μέσα στο αίμα τους, τους ζωντανεύει τους ανασταίνει. Αυτή λοιπόν ήταν η εκτίμηση. Είναι φαίνεται η άγραφτη συμφωνία που επισφραγίζεται καθημερινά με το πιόμα του ούζου και δεν σπάει μέχρι σήμερα, είναι το συμβόλαιο τιμής των

παραγωγών της γλυκάνισου, των ποτοποιών  και της τροφοδότριας Λισβοριανής γης που συνυπογράφει στον αναλλοίωτο χρόνο αυτή τη σχέση.

Όλη αυτή η επίπονη διαδικασία της γλυκάνισου έπρεπε κάπου χρονικά να ολοκληρωθεί. Κι η ολοκλήρωση αυτή έπρεπε να γίνει στο τέλος της σοδιάς. Έπρεπε να γιορταστεί με τη γιορτή τα κάψαλα. Μιά απλή τελετουργία του καψίματος των μυρουδιόξυλων που έχει κάποια σχέση με ειδωλολατρικά έθιμα των αρχαίων προγόνων μας και των ρωμαίων. Τη γιορτή αυτή στην ντοπιολαλιά μας τη λέμε ΑΚΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΣΧΟΥΣ.

Το τελευταίο βράδυ του μήνα Ιουλίου, τα μυρουδιόξυλα τα αραδιαζόταν μέσα στους δρόμους του χωριού τους μαχαλάδες και αφού τα ανάβανε φωτιά ο κόσμος μικροί και μεγάλοι πηδάγανε απάνω από τις φωτιές λέγοντας το: «ακστους παρασχονς σίδερο κατίνα πέτρα το κεφάλ’». Έτσι φτάνει στο τέλος αυτή η γλυκόπικρη ιστορία της γλυκάνισου που με το κάψιμο των αποκαϊδιών της γλυκάνισου συμβολίζει το τέλος των κοπιαστικών εργασιών αυτού του βοτάνου.

Πιο τελικά είναι τo μυστικό που κάνει τη γλυκάνισο του χωριού μας να ξεχωρίζει απ’ τις άλλες;

Τι είναι αυτό που την κάνει να χει τέτοια δύναμη απ’ τη φύση της, να γλυκαίνει και να μοσχοβολά τόσο ωραία το ούζο το Λεσβιακό;

Είναι η δύναμη τούτης της γης της ευλογημένης που ποτίζεται με τον τίμιο ιδρώτα του αγρότη και της αγρότισσας του Λισβορίου, που εξακολουθούν να δουλεύουν χειμώνα καλοκαίρι σαν τα μυρμήγκια ζητώντας από τη μάνα γη και απ’ τη φύση την αντάμειψη των κόπων τους.

Η γλυκάνισος εδώ βρήκε το μάστορη της, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά τούτο χώμα, που με τα τόσα θρεπτοσυστατικά του την δίνει δύναμ, άρωμα, γεύση, ποιότητα.

Παρά το γεγονός που περνούν τα χρόνια, η ποιότητα της γλυκάνισου εξακολουθεί να είναι ίδια ακριβώς μέχρι σήμερα σ’ όλα της τα χαρακτηριστικά. Τα μέσα άλλαξαν, τα μηχανήματα μπορεί να αντικατέστησαν τα χέρια για κάποιες εργασίες της, όμως πρέπει να προσεχθεί και να φυλαχτεί σαν κόρη οφθαλμού η καλλιέργεια και η επεξεργασία της από τους παραγωγούς και τους ποτοποιούς. Μακριά από φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα, γιατί η φύση εκδικείται, προσοχή λοιπόν! Δεν πρέπει να παίζουμε ειδικά με το ούζο της Λέσβου που τόσο εμπορικά έχει ανεβεί σε όλο τον κόσμο. Η ποιότητα του ούζου έχει να κάνει καθαρά με την ποιότητα της γλυκάνισου.

Για αυτό θα ήταν καλό νομίζω όλες οι ποτοποιίες της Λέσβου να βάζανε πάνω στις ετικέτες της φιάλης του ούζου «από τις εξαιρετικές ποικιλίες γλυκάνισου Λισβορίου».

Θα ήταν μια τιμή για το Λισβόρι που αξίζει γιατί αγωνίζεται. Κι όποιος αγωνίζεται, δικαιούται μια καλύτερη μοίρα!

*Κατά τη θητεία του Κοινοτάρχη Λισβορίου κ. Δούκα Αλβανού ( 1991-1998 ), ξεκίνησε το 1995, η διοργάνωση της Γιορτής της Γλυκάνισου σε συνεργασία Κοινότητας και Πολιτιστικού Συλλόγου Λισβορίου.   Συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, αλλά  εδώ και 6 περίπου χρόνια δεν έχει επαναληφθεί .Μπορείτε  να  επικοινωνήσετε με τον Δούκα Αλβανό  –6936510031—( μετέπειτα προϊστάμενο της διεύθυνσης αυτοδιοίκησης, της αποκεντρωμένης διοίκησης αιγαίου ), για οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες. Πάντως το γλαφυρό του κείμενο δείχνει ξεχωριστή αγάπη για τη γη, τα προϊόντα της και κυρίως για τους αγρότες που μοχθούν για τη παραγωγή τους.

 

Προηγουμενο αρθρο

Έλληνες DJs εξοπλίζουν το Μουσικό Σχολείο της Μυτιλήνης! #electronic seikilos

Επομενο αρθρο

Αποθέωση του travel.gr για τη Λέσβο τον “γαστρονομικό παράδεισο με τα τιρκουάζ νερά”