Ελεονώρα Σουρλάγκα: Το “Κρυφτό” σε πρώτο πρόσωπο

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Η Ελεονώρα Σουρλάγκα γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στη Μυτιλήνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Nottingham στην Αγγλία. Δουλεύει ως σχολική ψυχολόγος σε ιδιωτικό σχολείο. Το “πάσΠορτ”  είναι το πρώτο της βιβλίο στο οποίο αφηγείται το σοβαρότατη περιπέτεια της υγείας της.  Εδώ, σε πρώτο πρόσωπο, αφηγείται την περιπέτεια του δεύτερου βιβλίου της “Το Κρυφτό”που ξεκίνησε με ένα…”ωχ”

“Πριν από πολλά χρόνια είχα γράψει δύο ημιτελή διηγήματα με πρωταγωνιστές ένα κορίτσι κι ένα αγόρι αντιστοίχως. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες, η Μυρσίνη και ο Πανσέληνος, πάγωσαν στο χρόνο αλλά όχι και στη σκέψη μου. Παρέμειναν ανεξίτηλοι όπως το μπλε στυλό στις σελίδες του τετραδίου. Δεν είχα καν υπολογιστή τότε..Τόσο παλιά. Το διήγημα του Πανσέληνου μάλιστα το είχα γράψει Πάσχα σε ένα καφενείο, νωρίς το απόγευμα και συνεχίζοντας ακάθεκτη μέχρι που νύχτωσε. Δεν είχα την παραμικρή πρόθεση να επιχειρήσω να εκδώσω τα γραπτά μου κι έτσι έγραφα με εκρηκτικό κι ανεμπόδιστο ενθουσιασμό!

Μετά την κυκλοφορία του πρώτου μου, καθαρά αυτοβιογραφικού βιβλίου, του «πάσπορτ», προέκυψε το ερώτημα, αν θα ξαναγράψω (και η απάντηση ήταν ένα καθαρό και μεγάλο «ναι») και τι θα γράψω (η απάντηση εδώ ήταν ένα αμήχανο «ωχ»). Στο σημείο αυτό η Μυρσίνη και ο Πανσέληνος άρχισαν να σαλεύουν και να τεντώνονται σα να ξυπνούσαν από χειμερία νάρκη. Ήταν δύο συμπαθητικά και οικεία πρόσωπα που όμως δεν ήξεραν τι να κάνουν με τους εαυτούς τους ούτε κι εγώ μ’αυτούς. Όταν τους είδα από πιο κοντά και τους θυμήθηκα συνειδητοποίησα πως έπρεπε απαραιτήτως να γνωριστούν και να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, διότι ως γνωστόν η ισχύς εν τη ενώσει. Ήθελα να ενωθούν, να ερωτευτούν και να ζήσουν μια μεγάλη σε διάρκεια και βάθος ιστορία αγάπης. Ε ναι λοιπόν! Θα έγραφα κι εγώ άλλη μία ιστορία αγάπης και θα την έκανα δώρο στον εαυτό μου! Όπως το περιττό πράγμα που αγοράζεις, όχι γιατί το χρειάζεσαι αλλά γιατί σ’αρέσει.

fwto1

Το «κρυφτό» είναι η ιστορία αγάπης που θα ήθελα να έχω ζήσει και δεν έζησα. Αυτή που αντέχει στο χρόνο, στα λάθη, στις γκάφες, στις μικρές και μεγάλες προδοσίες, στα ψέματα, στις σιωπές, στην απόσταση, στην ασυνεννοησία και στην ανωριμότητα. Τι ακριβώς είναι αυτό που την κάνει να αντέχει; Στο «κρυφτό» προσπαθώ να αγγίξω μερικά από αυτά τα συστατικά. Κι έχουν όλα να κάνουν με τη φαντασία και το παιχνίδι. Με την παιδικότητα και το χιούμορ. Με τη διεγερτική αίσθηση της συνωμοσίας και τη μαγική υπερβατική και μυστηριώδη έλξη που σε αφοπλίζει και σε κάνει να ξεκινάς πάλι και πάλι απ’την αρχή. Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. «Μα αυτά γίνονται μόνο στα βιβλία» θα αντέτασσε κάποιος. Και το πιο πιθανό είναι πως θα είχε δίκιο. Το «κρυφτό» είναι ένα βιβλίο που μοιάζει με βιβλίο! Φρόντισα όμως να το γεμίσω με περιγραφές, λεπτομέρειες και εικόνες, με τραγούδια, αντικείμενα, φαγητά και μέρη που να μοιάζουν με «ζωή». Η Μυρσίνη και ο Πανσέληνος μιλάνε εναλλάξ σε πρώτο πρόσωπο μεταφέροντας τη δική τους οπτική πάνω στα ίδια γεγονότα. Ταυτόχρονα όμως, παρουσιάζουν με τρόπο πληθωρικό τα πρόσωπα, τις συνήθειες, τις συγκρούσεις και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής τους. Της εποχής των γραμμάτων και όχι των μέηλ, της κασέτας και όχι του cd, του τηλεφώνου «ντούμπλεξ» και όχι του κινητού. Μιας εποχής ταυτισμένης με τη δική μου εφηβεία κι εμποτισμένης με αναζητήσεις και προβληματισμούς που καθρεφτίζονταν αναπόφευκτα στις ερωτικές σχέσεις. Δεν ξέρω αν ρέπω προς την παρελθοντολαγνεία ή αν πράγματι η ηλεκτρονική επικοινωνία έχει στερήσει κάτι από το παιχνίδι της κατάκτησης και του ερωτικού πλησιάσματος στους σημερινούς εφήβους. Ούτως ή άλλως το ερώτημα είναι άνευ πρακτικού αντικρίσματος. Η κάθε εποχή ζει κι ερωτεύεται με τον τρόπο της. Ο τρόπος της Μυρσίνης και του Πανσέληνου είναι eighties.

Παρακολουθώντας τους έζησα δύο χρόνια νοσταλγίας και συγκίνησης. Επέτρεψα στον εαυτό μου να είναι αφελής. Και τώρα που χτυπιέμαι και στριφογυρνώ προσπαθώντας να αποσαφηνίσω τι θέλω να πω στο τρίτο μου βιβλίο (διότι η απάντηση παραμένει «ναι» αλλά το «ωχ» μεγαλώνει), νοσταλγώ εκείνη την ξένοιαστη, αφελή αλλά και παραγωγική νοσταλγία και είμαι ευγνώμων στον εαυτό μου που μου έκανε αυτό το άχρηστο αλλά τόσο τρυφερό δώρο. Μία ακόμα ιστορία αγάπης, απόλυτα τετριμμένη αλλά ταυτόχρονα μοναδική όπως ακριβώς και ο τρόπος του καθενός μας να προσεγγίζει, να βρίσκει, να χάνει ή έστω να διηγείται τον μεγάλο έρωτα!

Επιμέλεια: Τίνα Πανώριου

Πηγή : Liberty

Προηγουμενο αρθρο

Παύλος Μάμαλος:Το μεγαλείο ψυχής των Παραολυμπιονικών

Επομενο αρθρο

Ο Μαραθωνοδρόμος Xοσέ Αμίντους: Από το Μαρόκο στη Λέσβο και στην Εθνική Ελλάδας

Call Now Button