Η κουβέντα μας με τον Χάρη Παπασάββα ξεκίνησε ένα φωτεινό πρωινό του Ιουνίου στο καφενείο των Βασιλικών. Το υπέροχο φως του καλοκαιριού έμπαινε από τις τζαμαρίες, ενώ σιγά σιγά οι άνθρωποι του χωριού έδιναν ζωή στα σοκάκια. Άλλοι έπιναν τον πρωινό τους καφέ, άλλοι αντάλλασσαν τις πρώτες κουβέντες της ημέρας για τα καθημερινά, για το ψωμί, τα κτήματα, τις μικρές συνήθειες που κρατούν ζωντανά τα χωριά της λεσβιακής υπαίθρου.
Εκεί, ανάμεσα στον ελληνικό καφέ και τα αγαπημένα του πουράκια, συναντήσαμε τον ποιητή των Βασιλικών. Έναν άνθρωπο που ως ηλεκτρονικός μηχανικός έμαθε να αγαπά τη λογική και τα μαθηματικά, αλλά που παράλληλα χαϊδεύει τις λέξεις με την ίδια ακρίβεια και τρυφερότητα.
Γέννημα θρέμμα των Βασιλικών, έφυγε για σπουδές και εργασία στην Αθήνα, χωρίς ποτέ να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον τόπο του. Σήμερα μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στη βουή της πρωτεύουσας και τη γαλήνη του χωριού, εκεί όπου εξακολουθεί να βρίσκει τις εικόνες και τα συναισθήματα που γίνονται ποίηση.
Πριν ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας, μου χάρισε την τελευταία του ποιητική συλλογή, «Άνθη Σιωπής» από τις εκδόσεις Κούρος. Πρόκειται για ένα βιβλίο με μεστούς στίχους, γεμάτους εικόνες και συναισθήματα. Διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης δεν μένει απλός παρατηρητής, δημιουργεί εικόνες, μεταφέρεται σε τόπους και καταστάσεις, βλέπει σχεδόν μπροστά του όσα περιγράφει ο ποιητής. Η γραφή του Παπασάββα έχει τη δύναμη να μετατρέπει τις λέξεις σε ζωντανές παραστάσεις.
– Η ποίηση ήταν πάντα μέσα σας ή ήρθε αργότερα στη ζωή;
Χ.Π.: Ποτέ δεν είναι αργά στη ζωή, ίσως απλώς σε κάποιους έρχεται αργότερα η στιγμή της δημοσιοποίησης. Η ποιητική φλέβα υπήρχε από τη νεανική ηλικία. Έγραφα σε μπλοκάκια, σε χαρτάκια, ακόμη και πάνω σε πακέτα τσιγάρων. Ήταν μια ανάγκη έκφρασης που με συνόδευε πάντα.
– Πώς θυμάστε τα παιδικά σας χρόνια στα Βασιλικά;
Χ.Π.: Η ζωή στα χωριά ήταν δύσκολη αλλά όμορφη. Οι περισσότεροι ήμασταν παιδιά αγροτών και μεγαλώναμε κοντά στη γη. Θυμάμαι τις διαδρομές για το σχολείο, πολλές φορές με τα πόδια, σε χωματόδρομους, αλλά και τις συνεχείς προτροπές των γονιών μου να διαβάζω. Και φυσικά τα παιχνίδια στα σοκάκια του χωριού, που έχουν μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη μου.
– Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας;
Χ.Π.: Από τα πάντα. Από μια εικόνα που θα δω μπροστά μου, από μια ανάμνηση, από ένα συναίσθημα, από έναν ήχο ή ακόμη και από κάτι που γεννιέται ξαφνικά μέσα μου. Κάθε τι μπορεί να γίνει στίχος.
– Τι είναι αυτό που οδηγεί έναν άνθρωπο στην ποίηση;
Χ.Π.: Υπάρχει μια εσωτερική δύναμη που σε σπρώχνει προς τη δημιουργία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μουσικούς, τους ζωγράφους, τους συγγραφείς. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει το δικό του αποτύπωμα στον πολιτισμό.
– Η ποίηση μπορεί να επηρεάσει την κοινωνία;
Χ.Π.: Η ποίηση διατρέχει τους αιώνες. Από τα ομηρικά έπη μέχρι σήμερα συνοδεύει ιδέες, οράματα και κοινωνικές αλλαγές. Μέσα από τους στίχους μεταφέρονται μηνύματα που πολλές φορές χρειάζονται δεύτερη και τρίτη ανάγνωση για να αποκαλυφθούν. Η ποίηση και η κοινωνία επηρεάζουν η μία την άλλη.
– Τελικά, τι είναι η ποίηση;
Χ.Π.: Η ποίηση είναι αιώνια νιότη. Είναι ένα ταξίδι που μπορεί να σε μεταφέρει από τις πιο φωτεινές εικόνες μέχρι τα πιο βαθιά σημεία της ψυχής. Δεν ανήκει μόνο στους ποιητές. Ανήκει σε όσους την έχουν ανάγκη.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε όπως ακριβώς ξεκίνησε. Με απλότητα. Γύρω μας οι άνθρωποι συνέχιζαν τις καθημερινές τους συνήθειες, το χωριό ξυπνούσε και το καφενείο γέμιζε φωνές. Κι εκεί καταλαβαίνει κανείς πως η ποίηση δεν γεννιέται μόνο στα βιβλία. Γεννιέται μέσα στη ζωή. Στις μικρές στιγμές, στις εικόνες ενός χωριού που ξυπνά, σε έναν καφέ με φίλους, σε μια κουβέντα που μετατρέπεται αθόρυβα σε στίχο.

Ο Χάρης Παπασάββας από Βασιλικά Λέσβου πτυχιούχος Ηλεκτρονικός Μηχανικός, γράφει χαρακτηριστική διαδρομή στη Νεοελληνική Λογοτεχνία.
Παρουσιάσεις του έχουν γίνει στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο, Μυτιλήνη, Βόλο, με μεγάλη επιτυχία. Πολλά ποιήματά του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά ιστολόγια και περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Απέσπασε τον 1ο έπαινο σε Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό με το ποίημά του «Ελπίδα». Βραβεύτηκε σε διαδικτυακό διαγωνισμό ποίησης με το ποίημά του «Ελεύθερη Γνώμη». Μελοποιήθηκαν τα ποιήματά του «Φονικό» οι «Ποιητές» από την μαέστρο Κασσιανή Αμυγδαλίτση – Διβάνη και το ποίημά του «Δειλή σιωπή» από την Ελένη Μπελιμπασάκη και τις εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ. Απέσπασε 3ο Βραβείο σε πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της ΠΕΛ.







