Το κιόσκι

γράφει ο Βάσος Ι. Βόμβας. 

Τούτη η  παλιά φωτογραφία του Κιοσκιού, παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, γιατί διαφυλάσσει στοιχεία, που σήμερα πια δεν υπάρχουν. 

Κατ’ αρχάς,  αποτυπώνει την φυσιογνωμία της πλατείας, σ’ όλο της το εύρος, πριν πάρει τη σημερινή μορφή  τού parking, με τα εξής τότε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Το Ηρώον, βρίσκεται ακόμη στο κέντρον της πλατείας, πριν μεταφερθεί βορειότερα, στη σημερινή του θέση. Για τους νεολαίους του Κιοσκιού, μικρούς και μεγάλους, που χρησιμοποιούσαν την πλατεία για να παίξουν ποδόσφαιρο, ήταν ένας “μπλούκος”, που δυσκόλευε τους ποδοσφαιριστές. Ήταν το μέγα μειονέκτημα,της πλατείας. Κατά τι λιγότερο, – εμπόδιο όμως κι αυτός- ο παρακάτω ηλεκτρικός στύλος, με το τσιμπλοφώς του, εκεί που τέλειωνε το γήπεδο. Λίγο πιο κάτω, η  μεγάλη χαβούζα, που υπάρχει και σήμερα. Δεξιά της φωτογραφίας αχνοφαίνεται ένα γκρεμισμένο σπιτάκι, κάτι μεταξύ παράγκας και χαμόσπιτου, περιφραγμένο με κλαδιά, δίκην ορίων, που στέγαζε την πολυμελή οικογένεια του κτίστη κυρ  Δημητρού, που είχε το προσωνύμιο, “γατοφάγος”. Κατά που  λέγονταν τότε, στα χρόνια της μεγάλης πείνας, της Γερμανικής Κατοχής, δεν είχε αφήσει,γάτα για γάτα της περιοχής. Ένας συμπαθέστατος, κοντούλης και καλοσυνάτος ανθρωπάκος, με κίτρινη όψη, ξερακιανός, φοβισμένος, με την μελαγχολία ζωγραφισμένη μόνιμα στο πρόσωπο του. ‘Ομως, κι  ένας πολύ καλός μάστορας. Ειδικότητα του οι κεραμοσκεπείς στέγες των σπιτιών. Απέναντι ακριβώς από τον στύλο, βρίσκονταν το ξύλινο καφεναδάκι του Παπαδόπουλου, Μικρασιάτη πρόσφυγα του πρώτου διωγμού. Σημείο αναφοράς των συμπολιτών μας, που περνούσαν τις ώρες τους, παίζοντας τάβλι και χαρτιά, αλλά και πολιτικολογούντες, μεταξύ του ερατεινού και του ναργιλέ τους. Γκρεμίστηκε μετά την κατοχή. Ευτυχώς το πρόλαβα, έστω και σ’ αυτήν ημιερειπωμένη μορφή του. 

Μετά την εγκατάλειψή του,  αμέσως μετά την κατοχή,  υπήρξε άντρο των χασικλήδων της πόλης. Το Κατόλ, ο Νταρντάγος, ο Πατέστος, ενίοτε και η Γκάιντα ( αυτός για άλλους λόγους).οι τότε desperados της περιοχής, το απολάμβαναν μακρυά από τα βέβηλα μάτια των  αστυνομικών αρχών, φουμάρωντας το και παίζοντας “κουμάρι”. 

Οι περισσότεροι τους, από τις κακουχίες του πολέμου, πέθαναν από φυματίωση.

 Και μια λεπτομέρεια. Μπροστά από τον καφενέ, από σπασμένη μάλλον σωλήνα, ανάβλυζε νεράκι. Στο  μικρό  βαθούλωμα, που είχε σχηματισθεί, μαζεύονταν καθαρό νερό, που  μετά το παιχνίδι μας, ιδρωμένοι άφοβα πίναμε, χώνοντας μέσα στη μικρή λακούβα τη μούρη μας.

Η τέλεια απόλαυση.

Το γήπεδο ορίζονταν απο ασβεστωμένες γραμμές. Το μόνο που δεν είχε γίνει ποτέ, ήταν η  τοποθέτηση γκολπόστ. Μεγάλες πέτρες όριζαν το τέρμα, στις οποίες βάζαμε τα ρούχα μας, για να γίνεται περισσότερο ευδιάκριτο.

Περιττό να πω,  ότι η ανυπαρξία γκολπόστ, ήταν και η μόνιμη πηγή καυγάδων μας, αφού ήταν δύσκολο να προσδιοριστεί το νοητό  ύψος του τέρματος και βέβαια αν μπήκε ή όχι, το γκολ. 

Σε γενικές γραμμές το ύψος το όριζε και το μπόι του εκάστοτε τερματοφύλακα.

Εδώ, θα πρέπει να αναφερθώ στα χρόνια της κατοχής, αλλά και στα κατοπινά, γιατί η αλάνα του Κιοσκιού, υπήρξε το μεγαλύτερο  μετά τον Ταρλά ποδοσφαιρικό γήπεδο της πόλης.

Απο δω πέρασαν, οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές του Άρη και του Παλλεσβιακού, ινδάλματα της εποχής τους.

Οι Κώστας Κλούρας ( έφυγε πολύ νωρίς), ο Σάββας Φάμπας, μέγας δεξιοτέχνης, ο Γιάννης Αλεξάνδρου, ο αδελφοί Χιωτέλλη, Γιάννης και Αριστείδης, μεγάλοι τεχνίτες κι αυτοί, ο στυλάτος και δεξιοτέχνης της τρίπλας,  Γρηγόρης Πετσής, που  αργότερα μου θύμιζε, το ” δάσκαλο” Παπαντωνίου, του Παναθηναικού, με μουστακάκι, αλά Τρούξα (διάσημου γόη του προπολεμικού Γερμανικού κινηματογράφου) και μπριγιανταρισμένο μαλλί, ο  Στράτος Τακτικός, με το παρατσούκλι ( μπαμπά το γάλα έβρασε) κ.ά. μικρότεροι, τρόφιμοι του παρακείμενου Ορφανοτροφείου, όπως του Ν’κουλέλ’, που άφησε εποχή, ως ποδοσφαιριστής του ΑΡΗ!

Κάθε μεσημέρι Κυριακής, γινόταν το “έλα και να δεις”, αφού μαζεύονταν θεατές απ’ όλη την πόλη. Θυμάμαι, ότι εμείς τα παιδιά, είμασταν  ακροβολισμένοι στα όρια του παρακείμενου δάσους και η αποστολή μας ήταν να κουβαλήσουμε τη μπάλα, όταν αυτή έπεφτε και κατρακυλούσε στην κατηφόρα, εκτός γηπέδου και χάνονταν στο δάσος. Μετά το πέρας του αγώνα, πηγαίναμε στον καφενέ του Κουφού ( Κ’φού) να.φέρουμε στους ποδοσφαιριστές γκαζόζες ( δεν υπήρχαν τότε άλλου είδους αναψυκτικά, ή εμφιαλωμένο νερό) για να ξεδιψάσουν. 

Κι η αμοιβή του κόπου μας, να μας δώσουν πίσω το μπουκάλι, με κάποιο υπόλειμμα από το περιεχόμενο του.

Άλλα χρόνια τότε.

Τις μέρες των Απόκρεω, λίγο πιο πάνω από το Ηρώο, όταν είχε λιακάδα και φυσούσε απαλό αεράκι, αμολούσαμε τους πολύχρωμους αητούς μας, καμωμένους από  λαδόκολλες, με φανταχτερά χρώματα, σκελετό από  καλάμια και κόλλα από αλεύρι. Μαγκιά ήταν, να πετύχεις τα ζύγια και τη μεγάλη λαφριά ουρά. Το ζύγι, καθόριζε και τη βιωσιμότητα του αητού σου, γιατί αν πέταγε, πάνω από τα πεύκα, και λόγω του ακατάστατου ανέμου, άρχιζε τα τρελά του πέρα δώθε , ήταν βέβαιη και η  κατάληξη του. Μια μεγάλη βουτιά, στο παρακείμενο δάσος κι όλα πήγαιναν στράφι.

Η τέλεια καταστροφή. γιατί  πέρα από τον αητό έχανες κι ένα μεγάλο μέρος, του μάλλον δυσεύρετου και ακριβού σπάγκου.Το ίδιο συνέβαινε κι όταν ξαφνικά λιγόστευε το αεράκι κι έπρεπε γρήγορα να μαζέψεις το σπάγκο και να κατεβάσεις τον αητό γιατί αυτός, χωρίς να σε ρωτήσει, έκανε τα δικά του και  βούταγε, στα πεύκα. Γενικά το πέταγμα του αητού, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Όπως είπα και πιο πάνω, ήθελε πολύ μαστοριά, άψογη τεχνική και κυρίως γνώση.. Στο ομαδικό πέταγμα  που κάναμε, βάζοντας και στοιχήματα, νικητής έβγαινε αυτός, που ο αητός του πετούσε ψηλότερα. Και “κατουρούσε” τους άλλους. Τότε,  με γέλια και χαρές και  ουρλιαχτά  καμαρώναμε, πειράζοντας τους νικημένους.

Τους καλοκαιρινούς μήνες, αμέσως μετά το βραδυνό φαγητό μας, όταν πια είχε σουρουπώσει για τα καλά, αγόρια και κορίτσια, μαζευόμασταν κάτω από τον στύλο και κανονίζαμε να παίξουμε κρυφτό ή “κρυφτοτενεκουδάκι” ένα ιδιότυπο παιχνίδι, που συνδύαζε τον κρύψιμο σου,  μαζί  με το λάκτισμα, ενός άδειου μικρού τενεκεδένιου κουτιού, όταν έφτανες στη “μάνα”, που ήταν ο στύλος,  για να φτύσεις πρώτος εσύ, πριν σε προλάβει ο συμπαίκτης, που τα “φύλαγε”, και να φωνάξεις δυνατά αυτό το ακατανόητο. Φτού ξελευτερία!!

Είμασταν πια στην εποχή, που είχαμε ξεμπερδέψει με το παιχνίδι του “γιατρού”. 

Ειλικρινά δεν θυμάμαι, πόσες ενέσεις είχα βάλει , στα μπουτάκια των κοριτσιών ή και στο πισινάκι τους, όταν οι πιο τολμηροί από μας, κατεβάζαμε το βρακάκι τους. Και ήμουν τολμηρός, περί τα γυναικεία, παιδιόθεν! Μάλιστα μια φορά στο διπλανό σπίτι, της κατά έξη χρόνια μεγαλύτερης ξαδέλφης μου, της Πόπης, διέλαθα της προσοχής, εκείνης και των συμμαθητριών της, που διάβαζαν καθήμενες στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού τους και τρύπωσα κάτω απ΄αυτό, για να δω το βρακί τους. Με πήραν χαμπάρι και με ξυλοφόρτωσαν…..

Και φτάσαμε στην εποχή, που αρχίσαμε να ανακαλύπτουμε το σώμα μας.

Κάτι αδιόρατες ανησυχίες, στην περιοχή του οργάνου μας, κάτι περίεργες αλλαγές στο μήκος του, αλλά κι αυτή σου η ενστικτώδης επιθυμία, να το ψαύσεις, χωρίς να το καταλάβεις, αφού το χέρι σου πήγαινε από μόνο του, κάποια στιγμή σου έφερνε μια ανείπωτη γλύκα, στιγμιαίας χαράς, αλλά κι ενός αδιόρατου φόβου.

Και ήθελες να το επαναλάβεις, αλλά κάτι σε συγκρατούσε, μέχρι που κάποια στιγμή, μαζί με γλύκα αυτή, διαπίστωνες και  την έκκριση κάποιου λευκού οπού, κι αυτό σε έβαζε, σε ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία.

Και τότε,  ο από μηχανής “διάβολος,¨- υπάρχει και τέτοιος- ο παντεπόπτης της κάθε δραστηριότητας σου, η μάνα σου, που αφού ήδη είχε πάρει χαμπάρι, από τα δείγματα της γραφής σου, αυτά που άφηνες στα σεντόνια,  των βραδυνών σου αργότερα ονειρώξεων, ή στο εσώρουχο σου, έρχονταν να διακόψει τον ρυθμό των “γαλάζιων  ονείρων” * σου και της ευφρόσυνης χειράντλησης σου, και να σου πει τούτο το τρομερό, που ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου.

– Πρόσεξε. γιατί αυτό που κάνεις, είναι πολύ κακό και θα πεθάνεις από φυματίωση!

Που να φανταστεί κανείς, πως μεγάλος πια και απαλλαγμένος από το γλυκό παιχνίδι, του χειραντλητή των νεανικών μου χρόνων,  θα άκουγα, mutatis mutandis, τα ίδια λόγια,  αυτά που ο  πατέρας του νεαρού θαυμαστή της Μαλένας, του ομώνυμου  φίλμ,  ξεστόμισε, όταν άκουγε το κρεβάτι, του γιού του, να δονείται σε τέτοιο βαθμό, που λίγο ακόμα και θα γκρέμιζε το πάτωμα!

–  Σταμάτα ρε, γιατί θα τυφλωθείς …..

Κατά περίεργο τρόπο, τα χρόνια που βρισκόμασταν, στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού , η σχέση μας με τα κορίτσια,  απότομα άλλαξε και πήρε  μιαν άλλη διάσταση. Τα αποφεύγαμε και δεν τα πλησιάζαμε. Κι όποιος τα πλησίαζε χαρακτηρίζονταν από τα άλλα αγόρια, ως γυναικωτός. Ναι. ΓΥΝΑΙΚΩΤΟΣ!!!

Γι αυτό και  στα διαλείμματα, στην αυλή του σχολείου μας, ποτέ δεν παίζαμε μαζί  τους. Αντίθετα το μόνο που κάναμε ήταν να τις πειράξουμε και οι πιο τολμηροί, βίαια να τις σπρώξουμε!.

Κάθε ηλικία, τα χρόνια εκείνα, είχε και τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μέσα σ’ αυτά εντάσσονται και τα “λευκώματα”.

Τα “λευκώματα” ξεκίνησαν, να εμφανίζονται στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, όταν πιά τα ερωτικά μας ενδιαφέροντα, άρχισαν να γίνονται πιο βασανιστικά και που χωρίς, να το καταλάβεις, ήθελες  να πλησιάσεις, το θηλυκό μέσα από τα μαθήματα, κάποια καλέσματα γενεθλίων και κάποιες κοινές ποδηλατάδες, στο δρόμο έξω από την πόλη και να ευελπιστείς, πότε θα πέσει από το ποδήλατο, να τρέξεις πρώτος εσύ να την σηκώσεις και να την αγγίξεις.

Τα λευκώματα λοιπόν, ήταν μια ασφαλής μέθοδος, chiropractor του ινδάλματος σου, γιατί μέσα από το ψευδώνυμο σου, μπορούσες να κρατήσεις την ανωνυμία σου. Μέχρι που να γίνει, κοινό μυστικό,. κι όλοι να μάθουν, ποιος και ποιά είσαι.

“Τι είναι η αγάπη”;

Το πρώτο και κύριο ερώτημα, που φιγουράριζε στο τετράδιο, κι εσύ απαντούσες, γράφοντας τον βαθύ φιλοσοφικό σου στοχασμό και την πρώτη σαγήνη ** σου,  μπας και τσιμπήσει  και απαντήσει αυτή που είχες βάλει στο μάτι. Και ακολουθούσαν   και άλλα τέτοια πονηρά ερωτήματα, που όμως δεν ήταν και τόσο αθώα, γιατί με τον τρόπο τους οι συμμετέχοντες, υποδήλωναν όχι μόνο την παρουσία τους, μέσα πάντα από το ψευδώνυμο τους,  αλλά σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουν, έφτιαχναν κι  ένα είδος καινούργιου ερωτικού διαλόγου. Εδώ,τώρα πια έχουμε  να κάνουμε, με μια καμουφλαρισμένη ερωτική εξομολόγηση, τελούσαν υπό την αίρεσιν,  της ευκταίας ανταπόκρισης.

Είναι η απαρχή ενος οιονεί κρυφού ερωτικού διαλόγου, όπου ο συνεσταλμένος ερωτικά, μέσα από την ανωνυμία του, γίνεται τολμηρός και  εκφράζει, χωρίς να εκτίθεται,  τους μυχίους κραδασμούς της καρδίας του και περιμένει το μήνυμα,  που όμως μπορεί και να μην έλθει. Κι από κοντά, να τον τρώει και  η αγωνία,  πότε επιτέλους, αυτό το έρμο τετράδιο, που κάνει τον γύρο του κόσμου,  θα φτάσει κάποτε και στα δικά του τα χέρια….

Αλλά, μ’ αυτά και μ΄αυτά,- που τελειωμό δεν έχουν -, και που κάποια άλλη στιγμή,  μπορεί και να τα συνεχίσουμε (τι κι αν παρήλθον οι χρόνοι εκείνοι) αφού πάντα κάποιος θα βρεθεί να μας ακούσει…. ας αποχαιρετήσουμε το Κιόσκι!

Και να ευχηθούμε.

Να μην είναι αυτό, το τελευταίο ραντεβού μας!!

Ναί, φίλες και φίλοι μου, αυτό το Κιόσκι, και ποιός δεν το θυμάται,  πλανταγμένος ακόμα, από λογιώ λογιώ αναμνήσεις και ανεκπλήρωτες λαχτάρες!

Μάιος του 2022

* Η ποιητική διάσταση του αυνανισμού.

** σαγήνη και σαγηνεία, το δίχτυ των αρχαίων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ