Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται στα φρούτα και τα λαχανικά, με τις ανατιμήσεις να φτάνουν έως και 120% και να επηρεάζουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Οι τιμές στα φρούτα και τα λαχανικά συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία, μετατρέποντας ακόμη και τα πιο βασικά προϊόντα σε είδη… πολυτελείας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του 2025, η ακρίβεια στην ελληνική αγορά παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ή και ξεπερνούν το 40% μέσα σε μόλις δύο χρόνια.
Μόνο τον τελευταίο χρόνο, τα φρούτα κατέγραψαν μέση αύξηση 9%, επιβαρύνοντας περαιτέρω τον οικογενειακό προϋπολογισμό, σε μια περίοδο όπου το διαθέσιμο εισόδημα ήδη πιέζεται από το κόστος ενέργειας και στέγασης. Η αγορά δείχνει να προσαρμόζεται με αργούς ρυθμούς, σημαντικά πιο αργά σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρά τα μέτρα και τις παρεμβάσεις που κατά καιρούς ανακοινώνονται.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακές είναι οι αυξήσεις σε βασικά λαχανικά καθημερινής κατανάλωσης. Τα μαρούλια έχουν αυξηθεί κατά 90%, ενώ τα αγγούρια καταγράφουν άνοδο που φτάνει το 120% από το χωράφι μέχρι το ράφι. Οι διαφορές τιμών αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά το πρόβλημα της μεγάλης απόστασης ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και την τελική τιμή για τον καταναλωτή.
Οι βασικοί παράγοντες που οδηγούν σε αυτή την εκτίναξη των τιμών είναι το αυξημένο κόστος παραγωγής, με την ενέργεια και τα λιπάσματα να επιβαρύνουν σοβαρά τους αγρότες, το εμπορικό κόστος και οι μεσάζοντες, αλλά και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, που επηρεάζουν την ποσότητα και την ποιότητα της παραγωγής.
Η ακρίβεια δεν περιορίζεται μόνο στα φρούτα και τα λαχανικά, αλλά συμπαρασύρει και άλλες βασικές κατηγορίες τροφίμων, όπως τα ζυμαρικά, τα γαλακτοκομικά και το ελαιόλαδο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον συνεχούς ανασφάλειας για τα νοικοκυριά. Καθώς πλησιάζουν και οι γιορτές, το κόστος της καθημερινής διατροφής γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να καλυφθεί, μετατρέποντας την ακρίβεια από συγκυριακό φαινόμενο σε μόνιμο πρόβλημα.







