Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την πανελλαδική απεργία επ’ αόριστον που έχουν προαναγγείλει οι εκπρόσωποι του κλάδου των λαϊκών αγορών για την Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2025. Από την ημέρα αυτή, οι λαϊκές αγορές σε ολόκληρη τη χώρα – από τον Έβρο έως την Κρήτη – αναμένεται να παραμείνουν κλειστές.
Η κινητοποίηση, που αφορά χιλιάδες επαγγελματίες και παραγωγούς, αναμένεται να επηρεάσει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, καθώς οι λαϊκές αγορές αποτελούν βασικό σημείο προμήθειας τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης. Οι εκπρόσωποι του κλάδου δηλώνουν αποφασισμένοι να προχωρήσουν στην απεργία, ζητώντας λύσεις στα αιτήματά τους, ενώ μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται αποκλιμάκωση της έντασης.
Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση «σκοπός είναι η άμεση και υπεύθυνη ενημέρωση των εκπροσώπων της Πολιτείας και της κοινής γνώμης,καθώς και ο ουσιαστικός διάλογος γύρω από τα σοβαρά ζητήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος των λαϊκών αγορών.
Εξάλλου σε προηγούμενη ανάρτησή τους οι παραγωγοί και πωλητές των λαϊκών, απευθυνόμενοι στους καταναλωτές που τους στηρίζουν, εξηγούν τους λόγους που τους οδήγησαν στην απόφαση για την επ΄αόριστον απεργία. «Η επιλογή αυτή δεν στρέφεται απέναντι στον κόσμο. Αντίθετα, είναι αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου πίεσης, αδιεξόδων και αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πραγματικότητα των λαϊκών αγορών και των ανθρώπων που τις κρατούν ζωντανές.
Δεν διεκδικούμε προνόμια. Διεκδικούμε το αυτονόητο: να μπορούμε να εργαζόμαστε με κανόνες δίκαιους, εφαρμόσιμους και σεβαστούς. Όταν αυτό δεν διασφαλίζεται, η ευθύνη μας δεν είναι να σιωπήσουμε, αλλά να αντιδράσουμε.
Ζητάμε την κατανόηση του κόσμου, γιατί ο αγώνας αυτός δεν γίνεται απέναντί του, αλλά μαζί του — για να συνεχίσουν οι λαϊκές αγορές να είναι χώρος προσβάσιμος, ανθρώπινος και αξιόπιστος για όλους», αναφέρουν.
Υπενθυμίζεται πως απόφαση για την απεργιακή κινητοποίηση από την Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026, ελήφθη από κοινού από τη Συνομοσπονδία Λαϊκών Αγορών Ελλάδας, την Παναττική Ομοσπονδία Σωματείων Πωλητών Λαϊκών Αγορών, την Πανελλήνια Ομοσπονδία Παραγωγών Πωλητών Λαϊκών Αγορών, την Ομοσπονδία Περιφερειακών Λαϊκών Αγορών Αττικής, καθώς και από όλες τις Ομοσπονδίες επαγγελματιών και παραγωγών πωλητών λαϊκών αγορών της χώρας.
Τα βασικά αιτήματα της πανελλαδικής απεργίας έχουν ως εξής:
«1. Ακρίβεια στις λαϊκές αγορές
Οι τιμές επιβαρύνονται από αλλεπάλληλα κόστη, διαρκώς αυξανόμενους φόρους και εισφορές που δεν σχετίζονται με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων και τις οποίες πλέον δεν μπορούμε να απορροφήσουμε. Οι λαϊκές αγορές μετατρέπονται σε αποδέκτη μιας πολιτικής που διογκώνει την ακρίβεια, περιορίζει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και συμπιέζει τα εισοδήματα παραγωγών και επαγγελματιών πωλητών.
2. Στήριξη των αγροτών – μείωση του κόστους παραγωγής
Χωρίς ουσιαστικά μέτρα για την ενέργεια, τα καύσιμα, τα εφόδια και τις μεταφορές, ο πρωτογενής τομέας οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο. Η στήριξη των αγροτών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επάρκεια προϊόντων, την ποιότητα και τις προσιτές τιμές στις λαϊκές αγορές. Όταν ο αγρότης αδυνατεί να καλλιεργήσει λόγω έλλειψης εισοδήματος, τότε όλοι οι υπόλοιποι είμαστε καταδικασμένοι να πεινάσουμε, πωλητές και καταναλωτές.
3. Κατάργηση του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης
Ο τεκμαρτός τρόπος φορολόγησης οδηγεί σε οριζόντια φορολόγηση ανύπαρκτων εισοδημάτων. Επαγγελματίες πωλητές φορολογούνται ακόμη και για ημέρες που αποδεδειγμένα δεν εργάζονται, παρά το γεγονός ότι η πραγματική τους δραστηριότητα είναι πλήρως καταγεγραμμένη.
Στις άδειές μας αποτυπώνεται με σαφήνεια πότε και σε ποια λαϊκή αγορά
εργαζόμαστε, ενώ η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με την ΑΑΔΕ και των POS καταγράφει σε πραγματικό χρόνο την οικονομική δραστηριότητα κάθε πάγκου. Παρ’ όλα αυτά, η φορολόγηση γίνεται με τεκμαρτό τρόπο, αγνοώντας τα πραγματικά δεδομένα που διαθέτει ήδη το ίδιο το κράτος.
Πρόκειται για ένα άδικο και αναχρονιστικό σύστημα, που δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική εργασία, εξαντλεί τον κλάδο και τιμωρεί την τήρηση της νομιμότητας αντί να την επιβραβεύει.
4. Άμεση απόσυρση της πρόσθετης φορολόγησης 10%
Η επιβολή πρόσθετου φόρου 10% λόγω απασχόλησης υπαλλήλου τιμωρεί την εργασία και την απασχόληση αποκλειστικά στις λαϊκές αγορές. Πρόκειται για μια επιβάρυνση που δεν εφαρμόζεται σε καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα στη χώρα και επιβάλλεται μόνο στις λαϊκές αγορές της Αττικής και της Θεσσαλονίκης, δημιουργώντας κατάφωρη άνιση μεταχείριση σε βάρος των επαγγελματιών πωλητών.
Αντί η Πολιτεία να στηρίζει την οργανωμένη λειτουργία των λαϊκών αγορών και τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, επιβάλλει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση σε όσους απασχολούν υπάλληλο στον πάγκο τους, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη βιωσιμότητα του κλάδου και υπονομεύοντας την εύρυθμη λειτουργία των λαϊκών αγορών.
5. Ηλεκτρονικό δελτίο αποστολής
Ζητάμε να παραμείνει το χειρόγραφο δελτίο αποστολής, το οποίο παραδοσιακά και αποδεδειγμένα μπορεί να λειτουργήσει στις λαϊκές αγορές. Οι αγορές λειτουργούν σε εξωτερικό χώρο, χωρίς σταθερή μηχανογραφική υποδομή. Είναι πρακτικά αδύνατο να καταγράφονται ένα προς ένα τα προϊόντα που παραμένουν στον πάγκο και επιστρέφουν στην έδρα, όπως απαιτούν τα ηλεκτρονικά συστήματα.
6. Τροποποιήσεις του Ν. 4849/2021
Ο νόμος δημιουργεί σοβαρές αγκυλώσεις και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των λαϊκών αγορών. Έχουν κατατεθεί επανειλημμένα υπομνήματα από όλες τις Ομοσπονδίες με συγκεκριμένες προτάσεις, χωρίς καμία ουσιαστική απάντηση.
Η κυβέρνηση οφείλει πλέον να σκύψει ουσιαστικά πάνω στα προβλήματα των λαϊκών αγορών και να δώσει ξεκάθαρες, άμεσες και εφαρμόσιμες λύσεις. Η σιωπή και η αδράνεια εντείνουν την κρίση και οδηγούν στη συρρίκνωση ενός θεσμού που στηρίζει καθημερινά την κοινωνία. Την ίδια στιγμή, γεννάται εύλογα το ερώτημα αν κάποιοι ονειρεύονται λουκέτο στις λαϊκές αγορές, ώστε οι καταναλωτές να οδηγηθούν αναγκαστικά στις υπεραγορές και
να γίνουν βορά των μονοπωλιακών πρακτικών. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι πολιτικές επιλογές που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.
Η πανελλαδική απεργία επ’ αόριστον αποτελεί μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.
Οι λαϊκές αγορές στηρίζουν τα νοικοκυριά, τους αγρότες και τους καταναλωτές. Δεν θα επιτρέψουμε να μετατραπούν σε θύμα πολιτικών που οδηγούν στην ακρίβεια, στη συγκέντρωση της αγοράς και στην απαξίωση του πρωτογενούς τομέα.
Οι λαϊκές αγορές είναι και θα παραμείνουν πρώτα Λαϊκές και μετά Αγορές».
Στήριξη από το Νέο Ινστιτούτο Καταναλωτών
Αξίζει να σημειωθεί ότι τον αγώνα των παραγωγών και πωλητών λαϊκών αγορών στηρίζει και το Νέο Ινστιτούτο Καταναλωτών.
Όπως τονίζεται σε ανακοίνωσή του που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα: «Οι λαϊκές αγορές δεν είναι απλώς ένας χώρος εμπορίου. Είναι ένας θεσμός κοινωνικής συνοχής, μια καθημερινή «ανάσα» για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και, για πολλούς συμπολίτες μας—ιδίως ηλικιωμένους—η πιο προσιτή και άμεση πρόσβαση σε φρέσκα τρόφιμα.
Με αφορμή την επ’ αόριστον πανελλαδική απεργία η Παναττική Ομοσπονδία Σωματείων Πωλητών Λαϊκών Αγορών (ΠΟΣΠΛΑ) υπενθυμίζει μια κρίσιμη αλήθεια: «Η ακρίβεια στο καλάθι του νοικοκυριού δεν γεννιέται στον πάγκο. Ξεκινά πολύ πιο πριν. Από τις αυξήσεις στο κόστος ενέργειας, τα καύσιμα και τις μεταφορές, τις ανατιμήσεις σε εφόδια και υλικά συσκευασίας, αλλά και από την πίεση που ασκείται μέσα στην αλυσίδα εμπορίας. Εκεί υπάρχουν συχνά μεσάζοντες, αποθήκευση, χονδρική, και—σε αρκετές περιπτώσεις—φαινόμενα αισχροκέρδειας ή «καπέλων» που δεν τα βλέπει εύκολα ο καταναλωτής. Στο τέλος, ο καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα, ενώ ο παραγωγός συχνά παίρνει δυσανάλογα λιγότερα. Με άλλα λόγια, η αγορά μπορεί να αδικεί και τις δύο πλευρές. Και αυτόν που παράγει και αυτόν που αγοράζει.
Οι λαϊκές αγορές, ιστορικά, λειτουργούν ως πραγματικό «αντίβαρο» στην ακρίβεια (…). Όταν μια γειτονιά χάνει τη λαϊκή της, δεν χάνει μόνο την ευκολία. Χάνει μια οικονομική διέξοδο και έναν κοινωνικό ρυθμό. Τη συζήτηση, την ενημέρωση, τη γνωριμία με τον άνθρωπο που καλλιεργεί ή που δουλεύει καθημερινά στον πάγκο.
Γι’ αυτό το Νέο Ινστιτούτο Καταναλωτών βλέπει την απεργία όχι ως μια απλή «ταλαιπωρία» που πρέπει να τελειώσει γρήγορα, αλλά ως σήμα κινδύνου που πρέπει να ακουστεί.
Το Νέο Ινστιτούτο Καταναλωτών καλεί σε άμεσο διάλογο με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δεσμεύσεις, ώστε οι λαϊκές αγορές να παραμείνουν ζωντανές, προσιτές και αξιόπιστες».







