ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΣ
Γράφει η Μυρσίνη Βορριά
Μια φορά κι έναν καιρό… οι ιστορίες ταξίδευαν όπως ταξίδευαν και οι άνθρωποι.
Περνούσαν το Αιγαίο μέσα σε καΐκια, ακολουθούσαν εμπόρους και ναυτικούς,
περνούσαν από στόμα σε στόμα στις αγορές, στα σπίτια και στις αυλές. Ανάμεσα στο
Αϊβαλί και τη Λέσβο, οι αποστάσεις ήταν μικρές και οι δεσμοί πυκνοί. Οι άνθρωποι
πηγαινοέρχονταν, αντάλλασσαν νέα, τραγούδια και συνήθειες. Μαζί τους ταξίδευαν
και τα παραμύθια.

Μέσα σε αυτά ζούσαν βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, δράκοι και μάγισσες,
φτωχόπαιδα που αναζητούσαν την τύχη τους και κοπέλες που περίμεναν καρτερικά
τον καλό τους να γυρίσει. Άλλες αφηγήσεις γεννήθηκαν στις ακτές της Αιολίδας,
άλλες έφτασαν εκεί από μακρινούς τόπους και όλες μαζί ρίζωσαν στις κοινότητες του
Ανατολικού Αιγαίου, αλλάζοντας μορφή κάθε φορά που περνούσαν από τη φωνή ενός
αφηγητή στη φωνή του επόμενου.
Πολύ πριν οι ιστορίες αυτές καταγραφούν σε βιβλία και αρχεία, είχαν ήδη ζήσει μια
μακρά ζωή στη μνήμη των ανθρώπων. Λέγονταν τα βράδια στα σπίτια, στις αυλές τα
καλοκαίρια, γύρω από το τραπέζι ή δίπλα στη φωτιά. Και καθώς περνούσαν από γενιά
σε γενιά, έγιναν μέρος μιας κοινής πολιτισμικής κληρονομιάς που ένωνε τις δύο
πλευρές του Αιγαίου.
Σήμερα, ένα μεγάλο μέρος αυτών των παραμυθιών σώζεται στις συλλογές του
Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Μέσα από τις διηγήσεις αυτές αναδύεται ένας
ολόκληρος κόσμος: οι φόβοι και οι ελπίδες των ανθρώπων, οι αντιλήψεις τους για το
καλό και το κακό, οι αγωνίες, τα όνειρα και οι αξίες που συντρόφευαν τις κοινότητες
των αιολικών ακτών. Εκεί το φανταστικό συναντά το πραγματικό και η λαϊκή σοφία
περνά από γενιά σε γενιά μέσα από τη δύναμη της αφήγησης.
Η παρουσία αυτών των παραμυθιών στη Μυτιλήνη δεν μπορεί να ερμηνευθεί
αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της προσφυγιάς του 1922. Πολύ πριν από την
Καταστροφή, το Αϊβαλί και η Λέσβος συνδέονταν με πυκνά δίκτυα επικοινωνίας.
Έμποροι, ναυτικοί, τεχνίτες, μαθητές και ολόκληρες οικογένειες περνούσαν συχνά
από τη μία ακτή στην άλλη. Οι θαλάσσιες αποστάσεις ήταν μικρές, οι συγγενικοί
δεσμοί πολλοί και οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις διαρκείς.

Μέσα σε αυτή τη συνεχή κίνηση δεν ταξίδευαν μόνο άνθρωποι και αγαθά. Ταξίδευαν
λέξεις, τραγούδια, συνήθειες και παραμύθια. Μια ιστορία που λεγόταν σε μια αυλή
του Αϊβαλιού μπορούσε εύκολα να βρεθεί λίγα χρόνια αργότερα σε ένα σπίτι της
Μυτιλήνης, όπως αντίστοιχα αφηγήσεις από τη Λέσβο περνούσαν στις απέναντι
ακτές. Έτσι, οι δύο πλευρές του Αιγαίου μοιράζονταν όχι μόνο εμπορικούς και
οικογενειακούς δεσμούς, αλλά και έναν κοινό κόσμο ιστοριών.
Ίσως γι’ αυτό πολλά από τα παραμύθια που καταγράφηκαν στις μικρασιατικές
κοινότητες ακούγονται ακόμη και σήμερα οικεία στους κατοίκους του νησιού. Δεν
αποτελούν μόνο μνήμες ενός κόσμου που χάθηκε, αλλά και αποτυπώματα μιας
μακραίωνης πολιτισμικής συνομιλίας ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου.
Άλλωστε, το Αιγαίο δεν χώριζε πάντα δύο κόσμους· για αιώνες υπήρξε ο δρόμος που
τους ένωνε.
Όπως συμβαίνει σε πολλές παραδόσεις του ελληνικού χώρου, έτσι και στις αφηγήσεις
της Αιολίδας συναντά κανείς γνώριμους ήρωες και γνώριμες δοκιμασίες:
βασιλόπουλα που ξεκινούν μακρινά ταξίδια, φτωχόπαιδα που αναζητούν την τύχη
τους, δράκους που φυλούν πηγές και θησαυρούς, μάγισσες, νεράιδες και μαγικά
αντικείμενα που αλλάζουν τη μοίρα των ανθρώπων.
Ανάμεσα στα πιο γνωστά μικρασιατικά παραμύθια συγκαταλέγεται η Ροδοπαπούδα, η
ιστορία μιας όμορφης κοπέλας, γεννημένης με θαυμαστό τρόπο, που, ύστερα από
περιπέτειες και δοκιμασίες, οδηγείται τελικά στη δικαίωση. Στο παραμύθι
συνυπάρχουν το θαυμαστό, η περιπέτεια και η ελπίδα, στοιχεία που συναντώνται
συχνά στη λαϊκή αφήγηση των αιολικών ακτών. Όπως συμβαίνει με πολλά λαϊκά
παραμύθια, η αφήγηση συνδυάζει το φανταστικό με την ανθρώπινη εμπειρία,
μεταφέροντας το διαχρονικό μήνυμα ότι η πίστη κι η επιμονή ανταμείβονται.
Η απήχησή της υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε η Ροδοπαπούδα πέρασε και στη
λογοτεχνία. Στην «Αιολική Γη», ο Ηλίας Βενέζης την τοποθετεί μέσα στην ονειρική
ατμόσφαιρα της παιδικής ηλικίας στο Αϊβαλί. Εκεί, τα παιδιά ταξιδεύουν καβάλα σε
χρυσόψαρα, τα σπαθιά ξυπνούν τη νύχτα και ένα μικρό δελφίνι τα οδηγεί προς τη
Ροδοπαπούδα με το άσπρο φόρεμα και τ’ ασημένια μαλλιά. Δεν εμφανίζεται απλώς
ως ηρωίδα ενός παραμυθιού, αλλά ως μορφή ενός μαγικού κόσμου όπου το όνειρο, η
φαντασία και οι λαϊκές αφηγήσεις γίνονται ένα. Η παρουσία της στις σελίδες του
Βενέζη δείχνει πόσο βαθιά είχε ριζώσει στη μνήμη και στη φαντασία των παιδιών που
μεγάλωσαν στις αιολικές ακτές.
Η Ροδοπαπούδα δεν είναι, βέβαια, η μόνη ηρωίδα αυτού του κόσμου. Όπως
συμβαίνει σε ολόκληρη την παραμυθιακή παράδοση της Αιολίας, οι αφηγήσεις αυτές
είναι γεμάτες ήρωες που δοκιμάζονται, ξεκινούν μακρινά ταξίδια, έρχονται
αντιμέτωποι με κινδύνους και τελικά αναζητούν τη δικαίωση ή την ευτυχία. Πίσω
όμως από τα παραμυθιακά μοτίβα διακρίνεται ο κόσμος των ίδιων των ανθρώπων που
τα διηγούνταν. Μέσα από τους δράκους, τις μάγισσες και τα μαγεμένα παλάτια
προβάλλουν οι αγωνίες της καθημερινής ζωής, η ανάγκη για δικαιοσύνη, η αξία της
εξυπνάδας απέναντι στη δύναμη και η πίστη ότι η επιμονή και η καλοσύνη τελικά
ανταμείβονται. Έτσι περνούσαν από γενιά σε γενιά εμπειρίες, αξίες και τρόποι
θέασης του κόσμου.

Η σημασία των παραμυθιών δεν περιοριζόταν, ωστόσο, στο οικογενειακό
περιβάλλον. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η παιδαγωγική τους αξία
αναγνωριζόταν και από την προσχολική εκπαίδευση. Χαρακτηριστικό είναι ότι το
παραμύθι κατείχε τη δική του θέση στο ημερήσιο πρόγραμμα των νηπιαγωγείων,
αποτελώντας μέσο ψυχαγωγίας αλλά και αγωγής των παιδιών.
Το στοιχείο αυτό αποτυπώνεται και στο ωρολόγιο πρόγραμμα του ιδιωτικού
Νηπιαγωγείου της Μύρτας Βορριά στη Μυτιλήνη, όπου το παραμύθι εντάσσεται
ανάμεσα στις καθημερινές δραστηριότητες των νηπίων. Η παρουσία του εκεί
υπενθυμίζει ότι το παραμύθι δεν θεωρούταν απλώς μια ευχάριστη απασχόληση, αλλά
ένα πολύτιμο παιδαγωγικό εργαλείο, μέσω του οποίου τα παιδιά έρχονταν σε επαφή
με αξίες, πρότυπα συμπεριφοράς και στοιχεία της λαϊκής παράδοσης.
Ίσως όμως η μεγαλύτερη αξία των παραμυθιών να βρίσκεται αλλού. Για πολλούς από
εμάς, οι ιστορίες αυτές δεν συνδέονται μόνο με τη λαϊκή παράδοση ή την ιστορία του
τόπου μας, αλλά και με προσωπικές μνήμες. Με τις φωνές των παππούδων και των
γιαγιάδων, με τα καλοκαιρινά βράδια στις αυλές, με τις οικογενειακές συγκεντρώσεις
όπου οι μεγαλύτεροι αναλάμβαναν τον ρόλο του αφηγητή και οι μικρότεροι άκουγαν
με μάτια ορθάνοιχτα.
Τα παραμύθια υπήρξαν για αιώνες κάτι περισσότερο από μια μορφή ψυχαγωγίας.
Υπήρξαν φορείς αξιών, εμπειριών και παραδόσεων. Μέσα από αυτά οι παλαιότεροι
μετέδιδαν στους νεότερους όχι μόνο ιστορίες, αλλά και έναν τρόπο να
αντιλαμβάνονται τον κόσμο: την πίστη στη δικαιοσύνη, τη σημασία της υπομονής,
την αξία της καλοσύνης και την ελπίδα ότι ακόμη και οι πιο δύσκολες δοκιμασίες
μπορούν να ξεπεραστούν.
Ίσως γι’ αυτό εξακολουθούν να μας συγκινούν. Γιατί, πέρα από τους δράκους, τις
μάγισσες και τα μαγεμένα παλάτια, κουβαλούν μαζί τους τις φωνές εκείνων που τα
αφηγήθηκαν πριν από εμάς.
Οι ιστορίες αυτές συνεχίζουν ακόμη και σήμερα το ταξίδι τους στο Αιγαίο. Όχι πλέον
μέσα σε καΐκια, αλλά μέσα στις μνήμες, στα βιβλία και στις αφηγήσεις που επιμένουν
να κρατούν ζωντανή τη σύνδεση ανάμεσα στις δύο ακτές.







