του Νίκου Κουφάκη
Αφήγηση Παν. Γκέντζης
Πριν μισό αιώνα και βάλε, το νησί μας είχε πληθυσμό άνω των 120.000 κατοίκων. Τα χωριά μας ακμαία και παραγωγικά, με μπόλικο εργατικό δυναμικό που διψούσε για δουλειά και προκοπή. Στην πρωτεύουσα του νησιού, που είχε τότε εκατοντάδες υγιείς επιχειρήσεις, αναζητούσαν δουλειά οι νέοι της Λέσβου μόλις τελείωναν το Δημοτικό, δηλαδή στα 12 τους έτη.
Ένας εξ αυτών, ο μικρός Παναγιώτης Γκέντζης από την Αγία Μαρίνα, ορμώμενος, κατέβηκε στη «χώρα» προς εξεύρεση εργασίας αλλά και εκμάθηση τέχνης, εν έτει 1964. Τον «τράβηξε» το Καθαριστήριο ΝΑΥΣΙΚΑ του Σωτήρη Μωραϊτη στα Λαδάδικα, που αποτελούσε τη «ναυαρχίδα» των στεγνοκαθαριστηρίων του Βορείου Αιγαίου. Η αείμνηστη Μαρίκα Μωραϊτη τον καλοδέχτηκε στην επιχείρηση, ενώ ο κυρ Σωτήρης του μάθαινε μία μία τις δουλειές σε όλα τα πόστα, από τα πιο εύκολα αρχικά έως τα δυσκολότερα κατόπιν.
Ο φόρτος εργασίας ήταν αφάνταστα μεγάλος κατά τις «χρυσές» δεκαετίες του ’60, ’70 και ’80 για τα καθαριστήρια της Μυτιλήνης. Οι βάρδιες ξεκινούσαν από τις 7 το πρωί και σχολούσαν μόνο όταν η προγραμματισμένη δουλειά τελείωνε, δηλαδή σπάνια πριν τις 9 το βράδυ. Στη Μυτιλήνη τότε λειτουργούσαν έως και οκτώ καθαριστήρια:
ΝΑΥΣΙΚΑ του Σωτήρη Μωραϊτη (Λαδάδικα)
ΧΙΟΝΑΤΗ του Γιώργου Ταχτατζή (κεντρική αγορά)
ΚΥΚΝΟΣ του Κώστα Παπάζογλου (οδός Πιττακού)
ΗΛΙΟΣ του Π. Κρητικού (οδός Αγίων Αποστόλων)
SIK του Δημ. Φαναρτζή (οδός Μητροπόλεως)
ΑΠΟΛΛΩΝ 11 του Μακαρώνη (πλατεία Αλυσίδας)
LUX του Σφαμιδάκη (οδός Καβέτσου)
ΓΛΑΡΟΣ του Δ. Λεβεντέλλη (Τελωνείο)
Τα περισσότερα ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις, δηλαδή εργάζονταν μέλη με στενό βαθμό συγγένειας και μικρός αριθμός ξένου προσωπικού. Είχαν επίσης κλειστά φορτηγάκια (κλούβες) για τις παραλαβές και παραδόσεις ενδυμάτων. Τα «βανάκια» με το χωνί στην οροφή έκαναν αισθητή την παρουσία τους με χαρακτηριστικά λαϊκά σουξέ της εποχής, που διακόπτονταν τακτικά για να ακουστεί η φίρμα της επιχείρησης, αλλά και μία ολιγόλεπτη ρεκλάμα από κασέτα μαγνητοφώνου.

Οι ταλαντούχοι οδηγοί – διανομείς γνώριζαν σαν την παλάμη τους όλα τα δρομάκια της πόλης αλλά και των χωριών, ως και τα εξοχικά σπίτια των πελατών, σκορπισμένα στις δαιδαλώδεις πεδιάδες της Γέρας, της Καλλονής, ως και της μακρινής Ερεσσού.
Η ΝΑΥΣΙΚΑ προηγούνταν όμως, και με διαφορά, γιατί διέθετε έως τρία οχήματα και μηχανάκια για τις παραλαβές – διανομές, καθώς και τον μέγιστο αριθμό προσωπικού όλων των ειδικοτήτων, που κάποια εποχή ξεπέρασε τα 35 άτομα! Διέθετε μάλιστα και το καλύτερο βαφείο υφασμάτων!
Για την επαρχία Πλωμαρίου υπήρχε μόνιμος αντιπρόσωπος της επιχείρησης, ο κ. Τραγάκης, που μάζευε τα προς καθαρισμόν ενδύματα σε αποθήκη για να τα παραλάβει –δις της εβδομάδας– η «κλούβα» της ΝΑΥΣΙΚΑΣ κατά την επιστροφή από τον Πολιχνίτο.
Σ’ αυτό το πόστο υπηρέτησε αρχικά και ο Παναγιώτης Γκέντζης, βοηθός του ιστορικού σωφέρ κυρ Σαράντου Ανδριώτη, που «όργωνε» με το κυπαρισσί βαν την πόλη και το νησί ολόκληρο. Όταν είχαν δρομολόγιο Ερεσσό – Σίγρι, δούλευαν νύχτα με νύχτα έως και 16 συνεχόμενες ώρες στον δρόμο, μέχρι την επιστροφή στα Λαδάδικα, όπου τους περίμενε ο κυρ Σωτήρης για να πάρει τις εισπράξεις, το βιβλίο κίνησης αλλά και τα νέα άπλυτα ρούχα.
Ως και στη Λήμνο είχε πελατεία το καθαριστήριο ΝΑΥΣΙΚΑ. Μέσα σε μεγάλα ξύλινα κιβώτια, μία ή δύο φορές την εβδομάδα, έστελνε με το καράβι δεκάδες κοστούμια και ταγιεράκια φρεσκοπλυμένα και σιδερωμένα σε συσκευασία χάρτινη με το λογότυπο της επιχείρησης.
Πάντα λεπτολόγος και ευσυνείδητος ο Σωτήρης Μωραϊτης τακτοποιούσε προσεκτικά τα προς αποστολήν ενδύματα σε μεγάλο ξύλινο μπαούλο εντός του πλοίου, χωρίς να ακούει τις ανακοινώσεις του πλοιάρχου «ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΑΝΑΧΩΡΕΙ ΕΝΤΟΣ ΟΛΙΓΟΥ», επειδή για εκείνον προείχε η ποιότητα εργασίας. Στο «τσακ» προλάβαινε την μπουκαπόρτα του καραβιού!

Μια φορά μάλιστα το πλοίο απέπλευσε για Λήμνο μαζί με τον ιδιοκτήτη του καθαριστηρίου! Ο οδηγός της επιχείρησης όμως είχε κάποιον γνωστό λιμενικό και παρακάλεσε να στείλουν ταχύπλοο σκάφος να προσεγγίσει το καράβι και να παραλάβει μεσοπέλαγα το αφεντικό του.
Όταν ο Παναγιώτης ενηλικιώθηκε και αγόρασε με τις οικονομίες του ένα «πενηντάρι» μηχανάκι ZUNDAPP, ο κυρ Σωτήρης του πρότεινε να το χρησιμοποιεί επαγγελματικά για τις παραλαβές και παραδόσεις ενδυμάτων στα μέρη που δεν μπορούσε να περάσει το φορτηγάκι.
— Θα σου βάζω εγώ τη βενζίνη και θα αμολιέσαι πρωί-πρωί στα σοκάκια Πλωμαρίου και Γέρας, μαζεύοντας ρούχα για πλύσιμο! Επιπλέον θα κρατά ο βοηθός σου ντουντούκα και φορητό μαγνητόφωνο που θα διαλαλεί: «Στεγνοκαθαριστήριο ΝΑΥΣΙΚΑ, άμεση παραλαβή και παράδοση των ενδυμάτων σας».
Το σχέδιο έγινε πραγματικότητα και εστέφθη με απόλυτη επιτυχία. Η αποθήκη της συμπρωτεύουσας της Λέσβου γέμιζε γρήγορα ενδύματα προς πλύσιν, μονοπωλώντας σχεδόν την πελατεία. Τη νύχτα περίμεναν τον κυρ Σαράντο να έρθει με την κλούβα από το δρομολόγιο Πολιχνίτου για να φορτώσουν τα ρούχα, αλλά και το μηχανάκι εντός της κάσας, για την επιστροφή στην έδρα της επιχείρησης περασμένα μεσάνυχτα.
Ευχαριστημένο το αφεντικό τους πλήρωνε έξτρα δύο γεύματα και τη βενζίνη του μοτοποδηλάτου.
Μεγαλώνοντας δοκίμασε να μάθει την τέχνη του σιδερώματος ενδυμάτων στην πρέσα με ατμό, ένα πόστο που απαιτούσε προσοχή και ταχύτητα. «Σπίρτο» ο Παναγιώτης δίπλα σε έναν ξάδελφό του έγινε γρήγορα ξεφτέρι στο ατμοσίδερο κι όλοι είχαν να κάνουν με την ταχύτητά του.
Κέρδισε και τον θαυμασμό της δεκατετράχρονης τότε Μυρσίνης, που εργαζόταν ως βοηθός της Μαρίκας Μωραΐτου. Το ειδύλλιο ήταν θερμό και εξελίχθηκε σε μόνιμο δεσμό, με επιστέγασμα τον γάμο. Η Μυρσίνη και ο Παναγιώτης πλέον συζούσαν όχι μόνο στο σπίτι αλλά και στο επάγγελμα.
Αργότερα έμαθαν ότι πάνω από δέκα νεαρά ζευγάρια είχαν το ίδιο «τυχερό», δηλαδή να βρουν το ταίρι τους με «προξενήτρα» τη ΝΑΥΣΙΚΑ.
Περνώντας απ’ όλες τις εντός των τειχών του μαγαζιού ειδικότητες, ο Παναγιώτης και η Μυρσίνη έμαθαν άριστα όλα τα μυστικά του επαγγέλματος, κερδίζοντας την εκτίμηση των συναδέλφων αλλά και των προϊσταμένων. Κατά τη «χρυσή» δεκαετία ’70-’80, οι δουλειές αυξήθηκαν κατακόρυφα με την έλευση στρατιωτικών μονάδων στο νησί, που είχαν αυξημένες ανάγκες για καθαρισμούς ειδών ένδυσης. Επίσης, θεαματική ήταν η αύξηση του τουρισμού, ιδίως στον Μόλυβο, την Ερεσσό και την Πέτρα. Χιλιάδες σεντόνια στέλνονταν καθημερινά για πλύσιμο και σιδέρωμα, μέσα σε τεράστιους μπόγους.
Η νεοϊδρυθείσα Ναυτιλιακή Εταιρία Λέσβου έστελνε καθημερινά φορτία χιλιάδων κιλών με σεντόνια, μαξιλαροθήκες, τραπεζομάντηλα κ.λπ. στα καθαριστήρια της Μυτιλήνης. Πρωτοπόρο, όπως πάντα, το ζεύγος Μωραϊτη αγόρασε από τη Γερμανία υπερσύγχρονο μηχάνημα που έπλενε, σιδέρωνε αλλά και δίπλωνε στην εντέλεια λευκά σεντόνια σε ελάχιστο χρόνο, με ταχύτητα φανταστική.
Αυξήθηκαν όμως κατακόρυφα και οι ανάγκες σε ενέργεια και νερό. Τότε στράφηκαν στο τοπικά παραγόμενο καύσιμο, την πυρήνα, εγκαταλείποντας σταδιακά το πετρέλαιο για τη θέρμανση του νερού για τα πλυσίματα. Συχνά-πυκνά, φορτηγά αυτοκίνητα από το πυρηνελαιουργείο της Ένωσης έκαναν όπισθεν στο σοκάκι για να ξεφορτώσουν αχνιστή πυρήνα στον ντουσεμέ, πλάι στην μπουκαπόρτα τροφοδοσίας.

Το ντόπιο καύσιμο ζέσταινε αργά-αργά τα μποϊλερ του νερού — όχι βέβαια με την ταχύτητα του πετρελαίου — και έβγαινε με τη μορφή λευκού καπνού από την πανύψηλη εργοστασιακή καμινάδα, κάνοντας σχέδια στον γαλάζιο ουρανό. Ο τρούλος του Αη-Θεράπη, το καμπαναριό της Μητρόπολης και το φουγάρο της Ναυσικάς ήταν τα τρία πρώτα πράγματα που τραβούσαν την προσοχή των επιβατών που έμπαιναν στο λιμάνι της Μυτιλήνης για αρκετές δεκαετίες.
Εκεί όμως που όλα πήγαιναν στρωτά και οι δουλειές ήταν στο φόρτε, συνέβη το απρόσμενο μοιραίο με τον θάνατο του αγαπητού Σωτήρη, στα μέσα του Φλεβάρη του 1980. Πολλοί αρνούνταν να το πιστέψουν, γιατί μέχρι την προηγούμενη ημέρα ήταν «επί ποδός» και διένυε το 57ο έτος της ηλικίας του.
Οι εργαζόμενοι του καθαριστηρίου ήταν ήδη στα πόστα τους εκείνο το πρωί και το βανάκι με οδηγό τον Παναγιώτη Γκέντζη ήταν στα Μαύρα Σίδερα για διανομές και παραλαβές ενδυμάτων. Η θλιβερή είδηση δεν είχε ακόμη μαθευτεί. Το κασετόφωνο του επαγγελματικού αυτοκινήτου έπαιζε στη «διαπασών» το άσμα του Στέλιος Καζαντζίδης:
«Στης καρδιάς μου τον χειμώνα, φύτρωσε μια ανεμώνα…»
Οι νοικοκυρές έδιναν και έπαιρναν ρούχα φλυαρώντας. Ήταν η περίοδος των Αποκριών και υπήρχε διάχυτη ευθυμία, μέχρι που έφθασε κάποιος μαγαζάτορας της γειτονιάς, βλοσυρός, και τους είπε αυστηρά:
— Καλά δεν ντρέπεστε; Συγχωρέθηκε ο εργοδότης σας κι εσείς βάζετε τραγούδια;
Πάγωσαν όλοι αρχικά, έσβησαν τη μηχανή και έκλεισαν το κασετόφωνο συγκλονισμένοι.
Πάνδημη ήταν η συγκίνηση και η θλίψη για τον θάνατο του Σωτήρη Μωραϊτη, ανθρώπου αγαπητού και έντιμου δουλευταρά, γνωστού σ’ όλο το νησί.
Η κυρία Μαρίκα όμως, μετά το πένθος, αξιέπαινη μητέρα τριών παιδιών — ήδη φοιτούντων στα Πανεπιστήμια — έσφιξε την καρδιά της και, μαζί με τους εργαζομένους της επιχείρησης, συνέχισε για πολλά χρόνια ακόμη τη λειτουργία του καθαριστηρίου.
Γύρω στο 1968 μάλιστα συνεταιρίστηκε με τον Γιώργο Ταχτατζή, ιδιοκτήτη της ΧΙΟΝΑΤΗΣ, για τις αυξημένες ανάγκες καθαρισμού σεντονιών ξενοδοχείων, πλοίων, στρατοπέδων έως και σκαφών αναψυχής που αγκυροβολούσαν τότε κοντά στην πλατεία Σαπφούς, κοντά στο καθαριστήριο ΝΑΥΣΙΚΑ.
Νοίκιασαν τότε το κτήριο ενός παλαιού καθαριστηρίου κοντά στους Αγίους Αποστόλους, που διέθετε πηγάδι με μοτέρ, γιατί το νερό του Δήμου δεν επαρκούσε.
Ένα νέο πανάκριβο μηχάνημα από τη Δυτική Γερμανία τους έβγαλε «ασπροπρόσωπους», κάνοντας δουλειά αυτοματοποιημένη που αντιστοιχούσε σε εκατό εργάτες.
Η βιομηχανοποίηση όμως έφερε ριζικές αλλαγές στα ρούχα και στη μόδα. Τα ακριβά υφάσματα από μαλλί αντικαταστάθηκαν με ημισυνθετικά και νάιλον, σε τιμές πάμφθηνες. Τα μπλου τζιν κέρδισαν τη νεολαία. Τα νοικοκυριά απέκτησαν ηλεκτρικά πλυντήρια και τα μπακάλικα γέμισαν με κουτιά απορρυπαντικών, που διαφήμιζε συχνά-πυκνά η τηλεόραση.
Μόνο στους γάμους και στις επίσημες εκδηλώσεις φορούσαν κάποιοι κασμιρένια μάλλινα κοστούμια, που χρειάζονταν ειδικό στεγνό καθάρισμα. Οι κυρίες αντικατέστησαν τα χειροποίητα ταγιέρ με συνθετικές σατέν τουαλέτες και παντελόνια καμπάνα. Η μαθητιώσα νεολαία πέταξε τις ποδιές και έβαλε αθλητικές φόρμες βαμβακερές ή ημισυνθετικές που πλένονταν πανεύκολα.
Οι κοπέλες της παντρειάς γύρισαν την πλάτη στα είδη προικός (κεντητά καρέ, σεμεδάκια, μεταξωτές μαξιλαροθήκες κ.ά.), τα οποία απαιτούσαν ειδική μεταχείριση και προσεκτικό σιδέρωμα, και στράφηκαν στα εργοστασιακά λευκά είδη, που έμπαιναν άνετα στο οικιακό πλυντήριο.
Αυτές κυρίως οι αλλαγές μείωσαν αισθητά τη δουλειά των καθαριστηρίων, βαφείων και συναφών επαγγελμάτων (ραπτών, μοδιστρών, κεντητριών κ.ά.). Μειώθηκαν οι θέσεις εργασίας σε όλα τα καθαριστήρια. Όσοι ιδιοκτήτες συνταξιοδοτήθηκαν, οι επιχειρήσεις τους έκλεισαν για πάντα.
Το «πρωτοπαλίκαρο» της ΝΑΥΣΙΚΑΣ, ο Παναγιώτης Γκέντζης, έπιασε δουλειά στην Olympic Airways, προς μεγάλη λύπη της κυρίας Μαρίκας.
Μαζί με τη σύζυγό του Μυρσίνη — μόλις μεγάλωσαν κάπως τα παιδιά τους — άνοιξαν δικό τους καθαριστήριο στα Μαύρα Σίδερα Μυτιλήνης, μια περιοχή με τεράστια οικιστική ανάπτυξη και πολλές προοπτικές για νέες επιχειρήσεις.
Το ονόμασαν ΗΛΙΟΣ, όπως το παλιό καθαριστήριο του Κρητικού, που είχε ήδη κλείσει. Δούλεψαν και οι δύο τους αξιοπρεπώς και αόκνως, κερδίζοντας την εκτίμηση του κόσμου επί περίπου 25 χρόνια.
Οι μυρωδιές των φρεσκοπλυμένων ρούχων, οι υδρατμοί της πρέσας σιδερώματος, η εθιστική οσμή του white spirit, ο λευκός καπνός της καμινάδας, τα αυτοκίνητα τύπου van με τη συρόμενη πόρτα, οι ρεκλάμες και τα συνεχώς διακοπτόμενα τραγούδια, οι απίστευτα συντονισμένες κινήσεις του προσωπικού αλλά και η ευγένεια των εργοδοτών χαράχτηκαν βαθιά σε όλα τα κύτταρα των αισθήσεων και του ψυχισμού τριών και τεσσάρων γενεών του ευλογημένου τούτου τόπου.
ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΦΑΚΗΣ
ΜΑΡΤΙΟΣ 2026







