Του Νίκου Κουφάκη
Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα νοερό σεργιάνι στην Αγορά της παλιάς Μυτιλήνης
και να θυμηθούμε τις μυρωδιές που σημάδεψαν τις οσφρητικές μνήμες μας,
σίγουρα θα στεκόμασταν μπροστά σε μία από τις πολλές μηχανές ψησίματος καφέ –
σήμα κατατεθέςν- και “κράχτες” των καφεκοπτείων της πόλης μας.
Τα ογκώδη αυτά καβουρδιστήρια στήνονταν στην είσοδα του μαγαζιού και έψηναν
μεγάλες ποσότητες μυρωδάτων κόκκων καφέ από διάφορα μέρη του κόσμου
“θυμιατίζοντας” με υπέροχα αρώματα την κεντρική αγορά της παλιάς Μυτιλήνης,
και ιδίως το Μπας Φανάρι. Κατόπιν μακρόχρονης έρευνας, κατεγράφησαν τα
παρακάτω καφεκοπτεία, αρχίζοντας από την Μητρόπολη.

- Α. Βραχνού δίπλα στη Μητρόπολη, που επίσης έφτιαχνε κεριά και αργότερα
πουλούσε βαφτιστικά. - Αφών Αξιώτη (Γιώργου και Παναγιώτη) συνεχιστές της Άσπας Βραχνού και με
παράρτημα επί της οδού Καβέτσου, απέναντι από την Αγία Ειρήνη. - Παράσχου Κλούρα και Ιακώβου στο Πηγαδάκι.
- Αφών Μυρογιάννη (Σιδερή και Νίκου που ήταν και σπουδαίος μουσικοσυνθέτης
της εποχής) - Παλαιολόγου (συνεχιστής των αφών Μυρογιάννη στο Μπας Φανάρι δηλ. Στο
κέντρο της αγοράς) - Ντάμπρα στην Κουμιδιά, δίπλα στην ποτοποιία Ματθαίου
- Ευστρατίου, Νότη και Νίκου Διαμαντή στην οδοό Πιττακού, κοντά στο
Παρθεναγωγείο, με έτος ίδρυσης το 1917. - Καφεκοπτείο Σιδερή Μυρογιάννη (νότια από το Μπας Φανάρι).
- Κώστα Σέρεσλη στα Λαδάδικα, κοντά στο στεγνοκαθαριστήριο Ναυσικά.
- Γιάννη Μαντζουρίδη στην κουμιδιά, που ήταν και μεγάλος εισαγωγέας ξηρών
καρπών. - Αραμπατζόγλου κοντά στη Φραγκοεκκλησιά.
- Σγατζός και Μπουλμπούλης (συνεχιστές του Αραμπατζόγλου, και αργότερα
ιδρυτές της ΚΙΦΑ. - Νίκος και Δημήτρης Στρογγύλης, καφές ΜΑΜΠΟ από τη δεκαετία του 1920,
πρόσφυγας απ΄την Πέργαμο, δίπλα στην Εθνική Τράπεζα. - Κώστας Χατζηχαραλάμπους, καφές ΠΡΙΜΟ, γαμπρός του Ν. Στρογγύλη, πρώτα
στην Αλυσσίδα και κατόπιν στην Ερμού και Αλκαίου γωνία. Είχε επίσης
συσκευαστήριο αλατιού και ξηρ’ων καρπών. - Αφοι Χατζηχαλκιά Νίκος και Θεόφραστος. Μεγάλο μαγαζί , σαν σούπερ μάρκετ
απέναντι από το βιβλιοπωλείο Χατζηδανιήλ. Αργότερα μεταφέρθηκε στο πρώην
καφενείο Σγατζού και Μπουλμπούλη, δίπλα στο στεγνοκαθαριστήριο Χιονάτη. - Κωνσταντάρα Νίκου, δίπλα στο γαλακτοπωλείο Μπουζουντή με τους
πασίγνωστους λουκουμάδες. - Νταλαμπέκη Στρατή και Πέτρου στην οδό Βουρνάζων, με έδρα της βιοτεχνίας
στα Αλυφαντά. - Δημήτρη Γιαρλού που είχε άδεια καφεζαχαροπλαστείου, στο πάρκο της Αγίας
Ειρήνης και κατά την θερινή περίοδο φιλοξενούσε όμορφα μουσικά σχήματα. - Δημήτρη Τσακίρη στο Συνοικισμό επί της οδού Κυδωνιών, δίπλα στο
καπνοπωλείο “Κουκλάκι

Στην Καλλονή υπήρχε το καφεκοπτείο του Δημήτρη Τραγέλλη, κοντά στην εκκλησία
της Ζωοδόχου Πηγής και αργότερα συνεχιστής ο γαμπρός του Ρούσσος, που το
μετέφερε στην παλιά αγορά της κωμόπολης, δίπλα στο ιχθυοπωλείο του Παρθένη.
Στο Πλωμάρι υπήρχε το πασίγνωστο καφεκοπτείο του Δημήτρη Βάμβουρα, από τη
δεκαετία του 70, με διάδοχο την κόρη του Παπαδούλα ως το 2023. Σημείο
αναφοράς για τη συμπρωτεύουσα του νησιού μας με τεράστια ποικιλία καφέδων,
γλυκών αλλά και ξηρών καρπών που έφτιαχνε ο ίδιος και μοίραζε στα τριγύρω
χωριά. Είχε επίσης ειδικότητα στο ψήσιμο φιστικιού, που γινόταν ανάρπαστο! Άλλα
καφεκοπτεία του Πλωμαρίου ήταν του Ευστάθιου Ζαλούμη και του Μανώλη
Χρυσάφη.

Στον Σκόπελο της Γέρας λειτουργούσε το καφεκοπτείο του Τραντάλη που
τροφοδοτούσε με τα προϊόντα του τα γύρω χωριά του κάμπου, ως και την Αγιάσο,
‘όπου υπήρχε μόνο ένα καφεκοπτείο στο μαγαζί του Κουρβανιού. Ως όχημα ο Γ.
Τραντάλης χρησιμοποιούσε το θρυλικό αερόψυκτο βανάκι της Wolkswagen, που ο
χαρακτηριστικός του ήχος ειδοποιούσε για την άφιξη του στα πυκνοφυτεμένα
περιβόλια της Ευρειακής, όπου τον περίμενε πολυπληθής «παραθερίζουσα» ως τον
Οκτώβρη πελατεία. Μεταγενέστερα ο Γ. Τραντάλης μετέφερε την επιχείρηση του
στην Παγανή. Άλλο καφεκοπτείο στη Γέρα ήταν του Βογιατζή-Κουρούνη, που καόπιν
έμεινε μόνο ο δεύτερος γιατί αποχώρησε ο Π. Βογιατζής.

Μέχρι το 1980 δραστηριοποιούνταν στον Πολιχνίτο ο Στρατής Σεβαστέλλης, που το
καφεκοπτείο του ήταν σημείο αναφοράς κοντά στο κέντρο του χωριού, τα γνωστά
«κυβέλια». Με το τρίκυκλο του ο κυρ Στρατής τροφοδοτούσε με μοσχομυριστό
καφέ τα γύρω χωριά, φτάνοντας ως τα καφενεία των Βατερών τους καλοκαιρινούς
μήνες. Οι εγγονές του άνοιξαν για ένα διάστημα μαγαζί στην οδό Καβέτσου
Μυτιλήνης με καφέδες και γλυκά, που το ονόμασαν προς τιμήν του «Ο καφές του
παππού»
Τα βανάκια βέβαια των καφεκοπτείων δεν περιορίζονταν μόνο στην πώληση και
μεταφορά προϊόντων καφέ, κακάο ή ξηρών καρπών, αλλά κάλυπταν κι ένα ευρύ
φάσμα διανομής προϊόντων, εκτός βέβαια από νωπά τρόφιμα, που ήθελαν
απαραίτητα ψυγείο.

Ως τα τέλη της 10ετίας του 60 οι άδειες των καφεκοπτείων ήταν μετρημένες ως
«κλειστό επάγγελμα», και μεταβιβάζονταν ως κληροδότημα στα τέκνα ή στα
αδέλφια που ήθελαν να συνεχίσουν το επάγγελμα. Ενίοτε οι άδειες πουλιόντουσαν
με μεγάλο αντίτιμο (χρυσές λίρες Αγγλίας), σε υπαλλήλους του μαγαζιού που είχαν
μάθει τη δουλειά από πιτσιρίκια, καθώς εργαζόντουσαν από 12 ετών, όπως μας
διαβεβαίωσε ο κυρ Παναγιώτης Αξιώτης, που συμπλήρωσε 70 χρόνια σ’ αυτό το
ωραίο αλλά και απαιτητικό επάγγελμα.

Ξεκίνησε ως υπάλληλος το 1955 στο μαγαζί του Βραχνού κοντά στη Μητρόπολη,
δίπλα στο «ξηροκαρπάδικο» του κυρ Ιορδάνη. Αποτύπωσε γρήγορα τα μυστικά της
επεξεργασίας του ευωδιαστού αυτού προϊόντος, και έγινε άριστος γευσιγνώστης
των ποικιλιών του καφέ. Με εξειδικευμένη όσφρηση και αντίληψη έφτιαχνε
χαρμάνια με εξαιρετικό άρωμα και γεύση, αναμειγνύοντας δύο και τρείς ποικιλίες
καφέ, με διαφορετικές βέβαια αναλογίες. Ρομπούστα, Αράμπικα, Σάντος και άλλες
ήταν οι πιο δημοφιλείς. Δεν είχαν όμως κάθε χρονιά ακριβώς τα ίδια
χαρακτηριστικά. Η οξύτητα, το άρωμα αλλά και η περιεκτικότητα σε καφεΐνη
κυμαίνονταν ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και την ηλιοφάνεια στους τόπους
παραγωγής. Η επιζητούμενη ισορροπία στη γεύση, άρωμα και καφεΐνη, ήταν το
βασικό κριτήριο του χαρμανιάσματος, δηλαδή της ανάμειξης κόκκων καφέ πριν ή
και μετά το καβούρδισμα. Ενδιάμεσα γινόταν δειγματοληπτικά γευσιγνωσία ούτως
ώστε να επιτευχθεί σταθερή ποιότητα, που θα ικανοποιούσε τις προτιμήσεις των
πελατών.

Όπως μας περιέγραψε ο κ. Νίκος Διαμαντής, καφεκόπτης τρίτης γενιάς, όσον αφορά
στη διαδικασία ψησίματος, η οποία ήταν πραγματική ιεροτελεστία:
Η μηχανή καβουρδίσματτος τοποθετούνταν δίπλα στην είσοδο του μαγαζιού και
δούλευε με τις ώρες. Ο μονότονος ήχος, ο ελαφρύς καπνός, η απαλή φλόγα του
υγραερίου, αλλά βασικά τα υπέροχα αρώματα ήταν ο κράχτης για τους
διερχόμενους υποψήφιους πελάτες, που στήνονταν στην ουρά για τα πολυπόθητα
χάρτινα σακουλάκια από λαδόκολλα με φρεσκοαλεσμένο καφέ από τον πέτρινο
μύλο που έβγαζε τον καφέ λεπτό σαν πούδρα. Ακολουθούσε βέβαια κοσκίνισμα με
ειδικό λεπτό κόσκινο, και τα λεγόμενα «χοντράδια» ξαναρίχνονταν, στο μύλο μέχρι
να επιτευχθεί το τέλειο αποτέλεσμα και το τελικό προϊόν να πληροί όλες τις
προδιαγραφές.

Οι γρανιτένιες μυλόπετρες έπρεπε να πελεκούνται σε τακτά
διαστήματα με το μυλοκόπι και μετά να ρυθμίζονται προσεκτικά οι αποστάσεις με
τον ρεγουλατόρο, ώστε να αποδίδουν σωστά. Λίγοι γνώριζαν τη λεπτοδουλειά του
αυλακώματος της μυλόπετρας, κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Νότης Διαμαντής, που
διδάχτηκε την τέχνη απ’ τον πατέρα του (Κυπριακής καταγωγής). Εκείνος είχε έρθει
στο νησί μας πριν από το 1912 και δούλεψε αρχικά στα καΐκια που έκαναν εμπόριο
με τα λιμάνια των Μικρασιατικών ακτών, την Κύπρο και την Αίγυπτο. Εκεί τον
μάγεψε το άρωμα και η γεύση του λεγόμενου «τούρκικου» καφέ (αιθιοπικής
προέλευσης πιθανόν) και παρέμεινε αρκετό καιρό για να μάθει την τέχνη της
επεξεργασίας. Εκτός από την τέχνη, έφερε μαζί του στη Μυτιλήνη και το πρώτο
επαγγελματικό καβουρδιστήρι, χειροκίνητο φυσικά, που περιστρεφόταν πάνω σε
αναμμένα κάρβουνα.

Με επίσημη άδεια του Εμπορικού επιμελητηρίου κατά το έτος 1917 ανοίγει το
πρώτο επίσημο καφεκοπτείο στη Λέσβο, αρχικά στην οδό Ερμού. Απέκτησε
γρήγορα τεράστια φήμη, αλλά και πολυπληθή πελατεία Ελλήνων και Τούρκων.
Αργότερα αγόρασε δικό του μαγαζί στην οδό Πιττακού, που τότε ήταν λιθόστρωτη
με υπέροχες ορθογώνιες πλάκες απ’ το Σαρμουσάκι. Στα δύσκολα χρόνια του
πολέμου του 1940, της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, τότε που ο καφές και
η ζάχαρη ήταν είδη υπερπολυτελείας και οι εισαγωγές ελάχιστες, αναγκάστηκαν
όλοι οι καφεκόπτες και οι καφετζήδες της χώρας να πουλάνε καβουρδισμένο
κριθάρι ή ρεβίθι, ως υποκατάστατο του καφέ. Οι καφενέδες στα χωριά σέρβιραν
καφέ με αντίτιμο ένα αυγό! Μετά τη λήξη του Β΄Παγκόσμιου πολέμου
αναζωογονήθηκε το εμπόριο και τεράστιες ποσότητες καφέ και ζάχαρης έφτασαν
στην καταταλαιπωρημένη Λέσβο.

Εισαγωγέας καφέδων στη Μυτιλήνη ήταν κυρίως οι Σεφτελής και
Παπαγεωργόπουλος, κάπου στην Κουμιδιά, που έφερναν μεγάλες ποσότητες καφέ
σε τρίριγα τότε ογδοντάρια τσουβάλια. Οι αχθοφόροι τα «χυπούσαν» στην πλάτη
και τα μετέφεραν στους αραμπάδες και στις χειράμαξες, για να καταλήξουν στα
καφεκοπτεία της πόλης. Ο τζίρος αυξήθηκε κατακόρυφα γιατί ο στερημένος από
καφέ και άλλες μικροαπολαύσεις κόσμος έφτασε να πίνει ως και επτά (!)
τούρκικούς καφέδες την ημέρα (σε πολύ μικρό φλυτζάνι βέβαια).
Ο αριθμός των χωρών που εξήγαγαν καφέ αυξήθηκε θεαματικά, με αποτέλεσμα να
φτάνουν στη Λέσβο χιλιάδες καναβινα σακιά του καφέ από μακρινές υποτροπικές
χώρες: Κένυα, Αιθιοπία, Ροδεσία, Ονδούρα, Εκουαδόρ, Κολομβία, Αργεντινή και
κυρίως Βραζιλία (απ’ την επαρχία SANTOS) την παγκόσμια πρωτεύουσα του καφέ.
Τα φορτία εκτελωνίζονταν αρχικά στον Πειραιά, αλλά και στη Μυτιλήνη αργότερα,
παρακάμπτοντας τη γραφειοκρατία με αποτέλεσμα να κερδίζουν χρόνο, χρήμα,
αλλά και ποιότητα στο προϊόν.

Το 1951 ο Νότης Διαμαντής, κάνοντας μεγάλο εμπορικό άλμα, άνοιξε μαγαζί στην
Αθήμς, περιοχή Χαυτεία κοντά στην Ομόνοια, παίρνοντας ένα Μυτιληνιό υπάλληλο
μαζί του, τον Δημ. Αμπελικιώτη. Οι δουλειές πήγαιναν κι εκεί τέλεια, όπως και ση
Μυτιλήνη, αφού κρατούσαν το μαγαζί ο αδερφός του Νίκος μαζί με τον πατέρα. Ένα
προξενιό από τη Γέρα όμως, άλλαξε τις θέσεις. Ο Νότης γύρισε στο νησί για να
παντρευτεί την δίδα Τούλα Τζαμτζή, ενώ ο Νίκος Διαμαντής (ο αδελφός του
δηλαδή) έφυγε για Αθήνα, όπου διέπρεψε στο εμπόριο κάνοντας εισαγωγές καφέ
με επεξεργασία και συσκευασία. Ταυτόχρονα νοίκιασε τεράστιες αποθήκες στην
Καλλιθέα (Αθηνών) και ίδρυσε σπουδαία βιοτεχνία παρασκευής γλυκών κουταλιού
που έστελνε σε όλη την Ελλάδα, και στο νησί μας φυσικά.
Το 1968 εγκαινιάστηκε επίσης στην οδό Πιττακού Μυτιλήνης το μεγαλύτερο
καφεκοπτείο του νησιού από τον Νότη Διαμαντή, με αρχιτεκτονικό σχέδιο του
αδερφού του Θεόδωρου Διαμαντή.

Στη Λέσβο ο τζίρος των καφεκοπτείων έπαιρνε σταδιακά την «ανιούσα» και όλες
σχεδόν οι επιχειρήσεις απέκτησαν δικό τους αυτοκίνητο για τις διανομές. Τα αμάξια
τύπου VAN με τη φίρμα της επιχείρησης «όργωναν» τις γειτονιές της πόλης, αλλά
και των χωριών της υπαίθρου, διαλαλώντας την άφιξη τους με τα μεγάφωνα
οροφής που έφερναν οι Αφοι Κρητικόπουλοι. Μια ρεκλάμα – μισό τραγούδι ήταν το
μοτίβο που έσπαγε τη μονοτονία της Λεσβιακής υπαίθρου, αλλά και του
πληθυσμού που παραθέριζε στας εξοχάς της ευάνδρου τότε νήσου μας. Ενίοτε τα
van ή τρίκυκλα των καφεκοπτείων συναντιόταν στις πλατείες των χωριών με τις
«κλούβες» των στεγνοκαθαριστηρίων και γινόταν το «έλα να δεις» από πλευράς
ηχορύπανσης! Οι οδηγοί συναγωνίζονταν στα ντεσιμπέλ αυξάνοντας την ένταση
των πρωτόγονων μαγνητοφώνων προς τέρψιν των πιτσιρικάδων, που χόρευαν γύρω
απ’ το φορτηγό!
Η μετάβαση όμως στα μακρινά και ορεινά χωριά της Λέσβου ήταν κυριολεκτικά
περιπέτεια για οδηγούς και συνοδηγούς των εμπορικών αυτοκινήτων κατά τις
δεκαετίες 50,60 έως αρχές 70. Το οδικό δίκτυο άθλιο, με χωματόδρομους
μισοκατεστραμένους, αλλά και με ελάχιστα βενζινάδικα και βουλκανιζατέρ. Έπρεπε
πάντα να κουβαλούν μαζί τους βενζίνη, νερό, αλλά και εργαλεία όπως κασμάδες και
φτυάρια για να ισιώνουν νεροφαγιές, αλλά κι ένα δίκαννο όπλο για να
αποθαρρύνουν τους επίδοξους κλέφτες. Όπως μας διηγήθηκε ο κυρ Παναγιώτης
Αξιώτης (ο αρχαιότερος των καφεκοπτών), αρκετές φορές αναγκάζονταν να
διανυκτερεύσουν σε μακρινά χωριά (π.χ. Άγρα, Ερεσσό, Σίγρι) για να συνεχίσουν και
την επόμενη μέρα τις διανομές στα γύρω χωριά, και με νυχτερινή επιστροφή στην
έδρα τους (κατάκοποι φυσικά). Υπήρχαν βέβαια και αναγκαστικές διανυκτερεύσεις
λόγω βλαβών (λάστιχα ή μηχανολογικά), αλλά και ένεκα καταστροφής του
οδοστρώματος. Το πολύτιμο ευωδιαστό φορτίο ταξίδευε ανελλιπώς σε χάρτινα ή
αλουμινένια φακελάκια, αλλά και σε μεταλλικά δοχεία, σε κάθε γωνιά του νησιού
μας. Κάθε καφετζής ή μπακάλης είχε (και επέβαλε) συγκεκριμένες απαιτήσεις στο
χαρμάνι του καφέ, αναγκάζοντας τους καφεκόπτες να έχουν ειδικούς καταλόγους
γευσιγνωσίας για να ικανοποιήσουν τους μερακλήδες πελάτες τους.

Πρωταθλητές, βέβαια, κατανάλωσης «τούρκικου» καφέ, ήταν τα μεγάλα καφενεία
της πόλης, με «βασιλιά» το ιστορικό ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ.Εκεί η τροφοδοσία καφέ
γινόταν με δεκάκιλους τενεκέδες από εναλλασσόμενα καφεφεκοπτεία, αφού η
κατανάλωση ξεπερνούσε τους χίλιους καφέδες ημερησίως. Ο αξέχαστος σερβιτόρος
Χρήστος Σαλιαμπούκος θυμόταν επακριβώς τι καφέ πίνει ο κάθε πελάτης και
μετέφερε στον ψήστη τις οδηγίες προετοιμασίας, δηλαδή είδος και ποσότητα καφέ,
αλλά και αναλογία ζάχαρης. Τα καφεζαχαροπλαστεία της προκυμαίας (Φωτίου,
Σελέκτ κλπ.) αύξαναν την κατανάλωση καφέ θεαματικά τους θερινούς μήνες,
βγάζοντας πολλά τραπεζάκια κάτω απ’ τις τέντες. Τα αναψυκτικά ΤΖΙΓΚΟΥ, οι
βυσσινάδες αλλά και η σουμάδα, τους «κρύους» μήνες έφευγαν σύννεφο! Ένας εκ
των αδερφών Φωτίου μάλιστα, κατείχε τη μυστική συνταγή της παρασκευής
σουμάδας που «έδινε» στα καφεκοπτεία, ανταλλάσσοντας την με ανάλογη
ποσότητα καφέ. Τα χρόνια κυλούσαν, οι δεκαετίες έφευγαν, οι συνήθειες άλλαζαν
με τον καιρό. Τα καφενεία λιγόστευαν για να πληθύνουν οι καφετέριες και τα
μπαράκια. Η ξενομανία χτύπησα καίρια τον ελληνικό (πρώην τούρκικο) καφέ.
Θεωρείτο «μπανάλ» να παραγγείλεις στην ΦΟΝΤΑΝΑ λόγου χάριν καφεδάκι
ελληνικό την δεκαετία του 80! Ήρθε και η κρίση του καφέ επί υπουργίας Βάσως
Παπανδρέου (για όποιον θυμάται), με αποτέλεσμα να σημειωθούν μεγάλες
ελλείψεις. Η υπόθεση λεγόταν σκάνδαλο της ΠΡΟΜΕΤ. Οι μεγάλες εταιρίες
εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός, και πλημμύρισε ο τόπος εισαγόμενους καφέδες
παραρτήματα πολυεθνικών.

Οι αθηναϊκές φίρμες, με καθημερινό διαφημιστικό
βομβαρδισμό και νέες αεροστεγείς συσκευασίες «άλωσαν» την αγορά, με
αποτέλεσμα ένα μικρό μόνο μέρος της πίτας να μείνει για τα ντόπια καφεκοπτεία.
Τα λίγα που έμειναν να κρατούν «Θερμοπύλες» απέναντι στην ξενομανία που
κυριαρχεί. Ίσως θα έπρεπε εμείς οι αθεράπευτοι νοσταλγοί της νεώτερης τοπικής
ιστορίας της νήσου Λέσβου με τους αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες και τις
ανεπανάληπτες γεύσεις και αρώματα, να εκτιμήσουμε και να τα ενισχύσουμε για να
μη σβήσει κι άλλο ένα κομμάτι της λαϊκής μας κληρονομιάς.
Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην ευχαριστήσουμε τους: Παναγιώτη και Νϊκη
Αξιώτη, Νίκο Διαμαντή, Αρ. Σγατζό, Γιώργο Μυρογιάννη, Παπαδούλα Βάμβουρα,
Πέτρο Δαλαμπέκη και Νίκο Χατζηχαραλάμπους για τις πολύτιμες πληροφορίες και
τις φωτογραφίες που αναβίωσαν νοερά την όμορφη παλιά Μυτιλήνη.
ΙΟΥΝΙΟΣ 2026







