Τα αρχοντικά της Λέσβου στο Cosmote History

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Σε πρώτη προβολή παρακολουθήσαμε σήμερα το ντοκιμαντέρ «Εν καρποφορία» – Η πνευματική άνοιξη της Λέσβου για το πολυσύνθετο πνευματικό κίνημα που άνθισε στο νησί και ονομάστηκε «Λεσβιακή Άνοιξη». Στο ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται παράλληλα οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που «γέννησαν» έργα, των οποίων η αξία δε φθίνει στο πέρασμα του χρόνου.

Πρεμιέρα κάνει τις επόμενες ημέρες το ντοκιμαντέρ Αρχοντικά και Πύργοι της Λέσβου: Ένα ταξίδι στο χρόνο, το οποίο αποτελείται από δύο μέρη. Μέσα από τη σκηνοθετική ματιά της Λίνας Δαμασκοπούλου, θα παρακολουθήσουμε τα αρχοντικά να «χρωματίζουν» μοναδικά τις πόλεις και τα χωριά της Λέσβου και να μας διδάσκουν ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας της (Τρίτη 5 & Τέταρτη 6 Σεπτεμβρίου, στις 21.00).

Με σημείο αναφοράς την Ελλάδα, το COSMOTE HISTORY καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεματικών: ιστορία και μυθολογία από την αρχαιότητα έως σήμερα, τέχνες και πολιτισμός, επιστήμη και σημαντικά ανθρώπινα επιτεύγματα, οι τόποι της Ελλάδας και οι παραδόσεις τους, τα ήθη και τα έθιμα της χώρας, οι μεγάλες προσωπικότητες του χθες και του σήμερα.

Από το αρχείο του Αλέκου Κιουρέλλη αντλήσαμε το παρακάτω κείμενο για τα αρχοντικά της Λέσβου που αποτελεί συρραφή κειμένων από την διδακτορική διατριβή της κ. Ιωάννας Σωτηρίου-Δωροβίνη (2001): “Η αρχιτεκτονική των κατοικιών της ανώτερης αστικής τάξης της Μυτιλήνης (1850 – 1930)”. Από την ίδια διατριβή προέρχονται οι πληροφορίες που συνοδεύουν τις φωτογραφίες που ακολουθούν.

Ανάμεσα στα 1850 και 1912 η πόλη της Μυτιλήνης γνώρισε μια περίοδο πρωτοφανούς οικονομικής ανάπτυξης και ακμής που συνέτεινε στο άνοιγμα του ορίζοντα της στον πολιτισμό της Ανατολής και της Δύσης. Η προσέλκυση ταλαντούχων αρχιτεκτόνων και καλλιτεχνών, γηγενών και ξένων που ακολούθησε μετέβαλε ριζικά την πολεοδομική και αρχιτεκτονική της φυσιογνωμία με την ανέγερση πληθώρας ιδιωτικών και δημοσίων κτιρίων. Aνάμεσα στα 1850 μέχρι τα 1930 περίπου εμφανίστηκε στην αρχιτεκτονική της κατοικίας της μυτιληνιάς ανώτερης  αστικής τάξης ένα διακριτό αρχιτεκτονικό ιδίωμα.

Ολόκληρη η εξεταζόμενη αυτή ιστορική περίοδο (1850-1930) χαρακτηρίζεται από την υιοθέτηση των ιστορικών στιλ της δυτικής (ευρωπαϊκής) αρχιτεκτονικής, που αντικατέστησε στα δημόσια τουλάχιστον κτίρια και στις αστικές κατοικίες μιας προνομιούχας τάξης, την αυτόχθονη αρχιτεκτονική της Ανατολής. Από το άλλο μέρος η μυτιληνιά αρχιτεκτονική της περιόδου αυτής, στο μεγαλύτερο μέρος της τουλάχιστον, δεν αναφέρεται απευθείας στα ευρωπαϊκά ή αθηναϊκά πρότυπα αλλά αναπτύσσει ένα τοπικό ιδίωμα, συμβατό με τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο ζωής που θα μπορούσε ακόμα και να εκληφθεί ως τοπική «Σχολή της Μυτιλήνης».

Οι κατοικίες έχουν ταξινομηθεί από την  κ. Ιωάννας Σωτηρίου-Δωροβίνη σε τρεις χρονικές περιόδους, την πρώιμη (1850-1880), τη μεσαία (1880-1900) και την ώριμη (1900-1930).

Οι ιδιοκτήτες των κατοικιών της πρώιμης φάσης (1850-1880) ήταν κυρίως μεγαλογαιοκτήμονες και έμποροι (Κοντής Βουρνάζος, Εμμανουήλ Λουκάς, Χαλήμ Βέης) με κύριο χώρο των δραστηριοτήτων τους τη Μυτιλήνη, ενώ οι εμπορικές τους συναλλαγές επεκτείνονταν προς την Κωνσταντινούπολη, προς διάφορα άλλα ευρωπαϊκά κέντρα και τη Ρωσία.  Ως προύχοντες κατείχαν δημόσια αξιώματα και ανέπτυξαν πλούσια κοινωνική δράση.

Η ενδοχώρα της Μικράς Ασίας υπήρξε η πρωταρχική, πλούσια πηγή υλικών για τη βαριά κατασκευή των κτιρίων της Μυτιλήνης. Ήδη από το 1850 περίπου αναφέρεται ότι «την ξυλεία εφοδιάζονταν από τις απέναντι ακτές της Μικράς Ασίας, ενώ η κοκκινωπή πέτρα, που προσδίδει το ιδιαίτερο χρώμα στα δημόσια κτίρια, τις εκκλησίες και στις κατοικίες, ήταν από το μικρό νησί του Αδραμηττινού κόλπου Σαρμουσάκ. Δύο επίσημα κτίρια της Μυτιλήνης αναφέρονται να έχουν κτιστεί με πέτρα Σαρμουσάκ: το τουρκικό Γυμνάσιο (Ινταντιέ), σημερινά δικαστήρια, και ο Άγιος Θεράπων, ενώ πολύ συχνά αναφέρεται η χρήση της και στις ιδιωτικές κατοικίες (οικίες Βαμβούρη, Σιφναίου κ.α.).

Σε αντίθεση με την κοκκινωπή πέτρα Σαρμουσάκ, η γκριζόμαυρη πέτρα που χρησιμοποιείται σε αρκετά κτίρια της Μυτιλήνης (οικία Ι. Γεωργιάδη, Τ. Καμπούρη κλπ) αναφέρεται ότι προέρχεται από τη Φώκαια της Μ. Ασίας ή από την Γέρα της Λέσβου.

Κατά την πρώιμη και τη μεσαία φάση (1850-1900) πολλά υλικά κατασκευής και μόνιμα στοιχεία εξοπλισμού και διακόσμησης της κατοικίας αναφέρεται ότι εισάγονται από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες στη Μυτιλήνη, από χώρες του εξωτερικού όπου έδρευαν οι επιχειρήσεις τους ή όπου είχαν εμπορικές συναλλαγές.

 Οι ιδιοκτήτες των κατοικιών της μεσαίας φάσης (1880-1900) ήταν σχεδόν όλοι εκπρόσωποι της τάξης των εμπόρων και επιχειρηματιών της διασποράς.

Ο Ιωάννης Γεωργιάδης και ο Σταύρος Σταθόπουλος δεν ήταν Μυτιληνιοί αλλά μεγαλοεπιχειρηματίες του εξωτερικού που εγκαταστάθηκαν στην πόλη λόγω γάμου ή και ευνοϊκών οικονομικών συγκυριών. Ο Εμμανουήλ Τζανέλλης ήταν ο μόνος που έφερε τα χαρακτηριστικά της τάξης της πρώιμης φάσης: μεγαλοκτηματίας και έμπορος λαδιού, είχε έδρα των επιχειρήσεων του τη Μυτιλήνη και υποκαταστήματα στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη.

Οι ιδιοκτήτες των κατοικιών της ώριμης φάσης (1900-1930) ανήκαν σε μια ευρύτερη κοινωνική διαστρωμάτωση: επιστήμονες, ανώτεροι υπάλληλοι επιχειρήσεων, ντόπιοι γαιοκτήμονες και έμποροι γεωργικών προϊόντων, αλλά και έμποροι από τις πλούσιες παροικίες, κυρίως της Αιγύπτου.

Κατά την ώριμη φάση  και ειδικά κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα, όπου παρατηρείται αθρόα οικοδόμηση κατοικιών και ταυτόχρονη αύξηση των συγκοινωνιών και του εμπορίου, φαίνεται ότι πληθώρα υλικών και στοιχεία εξοπλισμού, ειδικών προδιαγραφών, βρίσκονται πλέον διαθέσιμα στην αγορά της Μυτιλήνης.

 

Οι ιστορικές μαρτυρίες για τους αρχιτέκτονες, τους εμπειρικούς, τους ζωγράφους, τους οικοδόμους και γενικά όλους αυτούς που ασχολήθηκαν με την ανέγερση τόσο των κοινοτικών οικοδομημάτων όσο και των κατοικιών είναι ελάχιστες. Προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τους απογόνους της κοινωνίας των ιδιοκτητών και αφορούν τις κατοικίες της μεσαίας και της ώριμης φάσης (1880-1930), στερούμενοι παντελώς στοιχείων για επώνυμους αρχιτέκτονες κατά την πρώιμη φάση (1850-1880).

Ο αρχιτέκτων Αργύρης Κωνσταντίνου Αδαλής (1854-1915).

Ο Αργύρης Αδαλής καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια της Μυτιλήνης και ήταν μοναχογιός. Ο πατέρας του ήταν οικοδόμος, με καταγωγή από τα Μοσχονήσια και η μητέρα του πιθανώς προερχόταν από το Μωρηά. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία. Αναφέρεται σαν βοηθός του Ερνέστου Τσίλλερ και του Θεόφιλου Χάνσεν. Στη Μυτιλήνη θα πρέπει να επέστρεψε γύρω στα 1880, αφού από τότε χρονολογείται το πρώτο αναφερόμενο έργο του, η κατοικία του Κων. Νιάνια (1882).

Ο (εμπειρικός) αρχιτέκτων Δημήτρης Μεϊμάρης.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή ο Δημ. Μεϊμάρης, ο Πέτρος Βέκκιος και ο Βούρος ήταν μαθητευόμενοι στο εργαστήρι του Γιαννούλη Χαλεπά στην Τήνο και ήλθαν στη Λέσβο με την ανάληψη του έργου του τέμπλου στο ναό της Αγίας Βαρβάρας του χωριού Πάμφιλα. Είναι πιθανώς ο πρώτος διορισμένος δημοτικός  αρχιτέκτονας και φαίνεται ότι εξαιτίας της θέσης του έλαβε μέρος στην ανέγερση σημαντικών κοινοτικών κτηρίων.

Ο (εμπειρικός) αρχιτέκτων Ασημάκης Φούσκας (1870 περίπου-;).

   Ο Ασημάκης Φούσκας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη γύρω στα 1870. Ο πατέρας του ήταν φημισμένος οικοδόμος στη Μικρά Ασία, όπου έκτιζε κατοικίες για πλουσίους Τούρκους και Έλληνες. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ήταν εμπειρικός αρχιτέκτονας που μαθήτευσε στον πατέρα του, στη Σμύρνη και γενικότερα στη Μ. Ασία (Δικελί, Πέργαμο, Κωνσταντινούπολη). Διετέλεσε διορισμένος αρχιτέκτων του Δήμου Μυτιλήνης, διαδεχόμενος προφανώς τον Δ. Μεϊμάρη.

Ο αρχιτέκτων Ιγνάτιος Βαφειάδης.

Ο Ιγνάτιος Βαφειάδης ήταν παιδί αγροτικής, πολυμελούς οικογένειας από το χωριό Ερεσός της Λέσβου, με οικογενειακό όνομα Καστρινός. Σε νεαρή ηλικία υιοθετήθηκε από την ευκατάστατη μυτιληνιά οικογένεια Βαφειάδη. Σπούδασε στο «Σχολείο Τεχνών», το σημερινό Πολυτεχνείο, κατά το δεύτερο χρόνο ίδρυσης του και απεφοίτησε από τη σχολή Πολιτικών Μηχανικών το 1892, έχοντας καθηγητή τον Ερνέστο Τσίλλερ. Αναφέρεται  ως συνεργάτης του Γάλλου αρχιτέκτονα E. Trump μέχρι το 1900 και ως ελεύθερος επαγγελματίας μέχρι το 1907. Το 1907 κέρδισε στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για το θέατρο της Σμύρνης όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα ως τη Μικρασιατική καταστροφή. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή επέστρεψε στην Αθήνα, όπου συνέχισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία.

Ο (Κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής) μηχανικός Ιάκωβος (James) Αριστάρχης ( περίπου 1860-1920).

Ο Ιάκωβος Βέης Αριστάρχης καταγόταν από επιφανή Φαναριώτικη οικογένεια. Ο πατέρας του  Μιλτιάδης διετέλεσε ηγεμόνας της Σάμου στα 1859-1866 και του απονεμήθηκε ο κληρονομικός τίτλος του πρίγκιπα (Βέη). Ο Ιάκωβος Αριστάρχης μεγάλωσε στη Σάμο και σπούδασε στο Γαλλικό κολέγιο St. Barbeτων Παρισίων, στην Οξφόρδη της Αγγλίας και αργότερα πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Κατείχε υψηλή θέση στην τούρκικη διοίκηση σαν αρχιμηχανικός Νήσων Αρχιπελάγους. Ανέπτυξε σημαντικότατο έργο στην  κατασκευή δικτύων δρόμων στα νησιά Λέσβο, Χίο, Ρόδο και Ικαρία. Στη Μυτιλήνη το μόνο αρχιτεκτονικό του έργο είναι οι δίδυμες κατοικίες του Νικολάου Κουκλέλη και η προσωπική του κατοικία στη Σουράδα.

Ο Σμυρνιός αρχιτέκτονας Ξενοφών Λάτρης (1825 περίπου-1914).

Ο Ξενοφών Λάτρης ήταν από μεγάλη οικογένεια εμπόρων, ιατρών και λογίων με καταγωγή από την Κρήτη. Ο πατέρας του Σάββας Λάτρης ήταν έμπορος εγκατεστημένος στη Σμύρνη. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Igolstalt της Βαυαρίας και θα πρέπει να επέστρεψε στη Σμύρνη γύρω στα 1850, όπως συνάγεται από την ανέγερση του καμπαναριού της Αγίας Φωτεινής το 1856. Αναφέρεται σαν αρχιτέκτονας της οικογένειας Εμμανουήλ Τζανέλλη στη Μυτιλήνη, προφανώς  λόγω των  συγγενικών δεσμών που συνέδεαν τις οικογένειες Βουρνάζου με Λάτρη.

Ο ζωγράφος Βασίλης Ιθακήσιος (1879-1977).

Ο Βασίλης Ιθακήσιος, γιος του Δημητρίου και της Μαριγώς Γεωργαντά, γεννήθηκε στην περιοχή ανάμεσα στα προάστια της Μυτιλήνης Καγιάνι και Ακρωτήρι το 1879. Σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών (Πολυτεχνείο της Αθήνας) ανάμεσα στα 1860-1869 και στην Αμβέρσα. Από το 1910 ως το 1922 εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου και σταδιοδρόμησε σαν διακεκριμένος Έλληνας ζωγράφος. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή κατέφυγε στη Μυτιλήνη, στην Κεφαλονιά και τελικά στην Αθήνα.

Το γνωστό ζωγραφικό του έργο αποτελούν τρείς χιλιάδες περίπου πίνακες τοπίων και προσωπογραφιών που κοσμούν δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές, ενώ το άγνωστο ζωγραφικό του έργο είναι οι οροφογραφίες τριών τουλάχιστον μυτιληνιών κατοικιών (Β. γούτου, Σ. Κατσακούλη και της εξοχικής κατοικίας του Αργύρη Αδαλή).

Ο ζωγράφος Μαρίνος Κωνσταντινίδης (1870;-1951).

Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργο του μυτιληνιού αυτού ζωγράφου. Σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών και εργάστηκε σαν καθηγητής στο Α΄ Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Αναφέρεται σαν ζωγράφος των ακόλουθων κατοικιών: Δ. Κουκλέλη, Μ. Κατσάνη, Ν. Ράλλη, Γ. Καψιμάλη (δίδυμες κατοικίες).

 

Προηγουμενο αρθρο

Στο ΚΥΤ της Μόριας ο Γιάννης Μουζάλας

Επομενο αρθρο

“Χαιρετίσματα απ΄τη Μόρια”: Ο αριθμός ανεβαίνει, οι συνθήκες χειροτερεύουν

Call Now Button