Στο τραπέζι η αποκρατικοποίηση το 2026 – Περιβαλλοντικά, οικονομικά και ιστορικά ερωτήματα για έναν κρίσιμο δημόσιο πόρο
Η συζήτηση για την πώληση των Ελληνικών Αλυκών Α.Ε. δεν είναι καινούργια. Ξεκίνησε ήδη από το 2009, ωστόσο για περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια παρέμενε σε εκκρεμότητα. Αυτή τη φορά, όμως, όλα δείχνουν πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια τελεσίδικη απόφαση, καθώς το Υπερταμείο προχωρά στον σχεδιασμό αποκρατικοποίησης της εταιρείας, με διεθνή διαγωνισμό που προγραμματίζεται για το 2026.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί, όπως φαίνεται, το τέλος του κρατικού –και εν μέρει δημοτικού– χαρακτήρα των αλυκών της χώρας. Ανάμεσα σε αυτές και οι αλυκές Καλλονής – Πολιχνίτου, οι οποίες εδώ και δεκαετίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής οικονομίας, της ιστορίας, της παράδοσης και της πολιτισμικής ταυτότητας της Λέσβου.
Οι αλυκές, ωστόσο, δεν είναι απλώς παραγωγικές εγκαταστάσεις. Το σύνολό τους εντάσσεται στο δίκτυο προστασίας Natura 2000, ενώ ορισμένες –μεταξύ των οποίων και οι μεγαλύτερες– αποτελούν τμήματα ευρύτερων υγροτόπων που προστατεύονται από τη διεθνή σύμβαση Ramsar. Το γεγονός αυτό καθιστά το ζήτημα της πώλησης ιδιαίτερα σύνθετο, εγείροντας σοβαρά περιβαλλοντικά ερωτήματα.
Παρά τα παραπάνω, το Υπερταμείο θεωρεί τις Ελληνικές Αλυκές περιουσιακό στοιχείο που δεν εξυπηρετεί πλέον τον στρατηγικό του προσανατολισμό και εντάσσει την εταιρεία στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Η συνολική έκταση των αλυκών ανέρχεται σε 24.334 στρέμματα, χωρίς να υπολογίζονται εγκαταστάσεις, μηχανολογικός εξοπλισμός και λοιπά περιουσιακά στοιχεία.
Οικονομικά, η εταιρεία εμφανίζει θετικά αποτελέσματα. Την περίοδο 2018–2024 κατέγραψε κέρδη 3,4 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 2,6 εκατ. ευρώ αφορούν την τριετία 2022–2024. Αντίθετα, πριν την ένταξή της στο Υπερταμείο (2011–2017), εμφάνιζε σωρευτικές ζημίες. Το 2024 η παραγωγή άγγιξε ιστορικό ρεκόρ 250.000 τόνων, αν και η δραστηριότητα παραμένει άμεσα εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες.
Στην Ελληνικές Αλυκές Α.Ε. υπάγονται επτά αλυκές σε όλη τη χώρα: Αγγελοχώρι, Καλλονή, Κίτρος Πιερίας, Μέση Κομοτηνής, Μεσολόγγι, Νέα Κεσσάνη Ξάνθης και Πολίχνιτος Λέσβου. Το Υπερταμείο κατέχει σήμερα το 80% των μετοχών, ενώ το υπόλοιπο 20% παραμένει σε δήμους, μεταξύ αυτών και ο Δήμος Μεσολογγίου.
Τα σενάρια αποκρατικοποίησης περιλαμβάνουν είτε την είσοδο στρατηγικού επενδυτή με απόκτηση του 51% των μετοχών, είτε –εφόσον υπάρξει ικανοποιητική πρόταση– την πλήρη πώληση του ποσοστού του Υπερταμείου. Η διαγωνιστική διαδικασία θα εξελιχθεί σε δύο φάσεις, με την προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος να λήγει στις 30 Ιανουαρίου 2026.
Η υπόθεση των Ελληνικών Αλυκών ανοίγει έναν ευρύτερο δημόσιο διάλογο: για το μέλλον στρατηγικών φυσικών πόρων, για τη σχέση ανάπτυξης και περιβαλλοντικής προστασίας και για το κατά πόσο η ιδιωτικοποίηση μπορεί να συνυπάρξει με τον σεβασμό στην ιστορία και την τοπική κοινωνία. Ερωτήματα που, ιδιαίτερα για τη Λέσβο και τον Πολιχνίτο, παραμένουν ανοιχτά.







