Με δημόσια τοποθέτησή του, ο Χρήστος Τσιβγούλης παρεμβαίνει για την έγκριση τροποποίησης των Περιβαλλοντικών Όρων που αφορά εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού σε προστατευόμενη περιοχή της Λέσβου, ασκώντας δριμεία κριτική στους αρμόδιους φορείς.
Η έγκριση της τροποποίησης των Περιβαλλοντικών Όρων για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού σταθμού 2,5 MW και τη διάνοιξη δεύτερης οδού διαφυγής μέσα σε ζώνη Natura, σε άμεση επαφή με το ρέμα Αγίου Ιωάννου, συνιστά πολιτική επιλογή. Και ως πολιτική επιλογή έχει ονοματεπώνυμο και ευθύνη.
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου αγνόησαν την κάθετα αρνητική γνωμοδότηση του Δήμου Μυτιλήνης και της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Αγνόησαν την τοπική κοινωνία. Αγνόησαν τη στοιχειώδη περιβαλλοντική λογική.
Εδώ και πέντε χρόνια παρακολουθούμε μια μεθοδευμένη διαδικασία διοικητικών χειρισμών, νομικών ακροβασιών και «διορθώσεων» πάνω σε ένα εξαρχής προβληματικό σχέδιο. Αντί να αναγνωριστεί το λάθος της χωροθέτησης, το κράτος επιλέγει να το εμβαθύνει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα στην καρδιά του μεγαλύτερου δάσους του Αιγαίου.
Η συγκεκριμένη περιοχή, όπως επανειλημμένα έχει τονιστεί, αποτελεί δάσος τραχείας πεύκης, με υψηλό φορτίο καύσιμης ύλης και έντονη ρητινοπαραγωγή, χαρακτηριστικά που αυξάνουν σημαντικά τη συμπεριφορά έντασης μιας ενδεχόμενης πυρκαγιάς κατά τους θερινούς μήνες. Η διάνοιξη νέων οδών, η εγκατάσταση υποδομών, η μόνιμη ανθρώπινη παρουσία και η λειτουργία ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού αυξάνουν κατακόρυφα τις πιθανότητες έναρξης πυρκαγιάς, είτε από ατύχημα είτε από αστοχία συστήματος είτε από ανθρώπινη αμέλεια, ανεξάρτητα των όποιων μέτρων πρόκειται να ληφθούν.
Σε τέτοια οικοσυστήματα, η έναρξη πυρκαγιάς δεν παραμένει τοπικό γεγονός. Η τοπογραφία, οι άνεμοι και η συνεχής δασική κάλυψη μπορούν να οδηγήσουν σε ταχεία και ανεξέλεγκτη εξάπλωση. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο η σημειακή επέμβαση, αλλά ο συστημικός κίνδυνος που εισάγεται σε ένα ήδη ευαίσθητο δασικό περιβάλλον.
Τώρα ζητείται και δεύτερη οδός διαφυγής, η οποία θα εισχωρεί ακόμη βαθύτερα στο δάσος. Δηλαδή, για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι ενός λανθασμένου σχεδιασμού χωροθέτησης εντός δάσους τραχείας πεύκης, ενός οικοσυστήματος εξαιρετικά εύφλεκτου κατά τους θερινούς μήνες, επεκτείνεται η επέμβαση και η επιβάρυνση. Ως προς την ουσία της παρέμβασης, είναι σαν να σχεδιάζεις οδό διαφυγής για τσουνάμι που, αντί να οδηγεί προς το βουνό, κατευθύνει προς τη θάλασσα.
Παράλληλα, το ρέμα όπου σύχναζαν σπάνιοι μαυροπελαργοί πρόκειται να τσιμεντωθεί, ώστε να μη πλημμυρίζει ο δρόμος που οι ίδιοι κατασκευάζουν. Αν αυτό δεν συνιστά αντιστροφή της περιβαλλοντικής ιεράρχησης, δηλαδή προσαρμογή του φυσικού συστήματος στις ανάγκες της υποδομής αντί του αντιθέτου, τότε τι είναι;
Πέντε χρόνια αγωνιζόμαστε για να αποτραπεί αυτό το φαραωνικό και επικίνδυνο εγχείρημα. Καταφέραμε να καθυστερήσουμε την υλοποίησή του. Ήθελαν να λειτουργεί από το 2022, βρισκόμαστε στο 2026. Όμως η ζημιά στο δάσος έχει ήδη γίνει. Και η ευθύνη βαραίνει όσους, με ελαφρότητα ή σκοπιμότητα, επέλεξαν τη συγκεκριμένη τοποθεσία, αλλά και όσους έμειναν ικανοποιημένοι από το γεγονός ότι η Βάστρια απέχει 1.000 μέτρα από την Καράβα.
Ο αγώνας συνεχίζεται. Γιατί η πραγματική καταστροφή που διακυβεύεται δεν είναι ρητορική. Είναι ο ορατός κίνδυνος μιας μεγάλης πυρκαγιάς σε ένα συνεχές και ιδιαίτερα εύφλεκτο δασικό σύστημα, με συνέπειες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν ολόκληρη τη Λέσβο. Το έχουμε δει επανειλημμένα να συμβαίνει στην πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια. Ολόκληρες περιοχές να ερημώνονται, ζωές και περιουσίες να χάνονται, σε περιοχές που ο άνθρωπος επέλεξε να ζει κυριολεκτικά μέσα στα δάση. Ο αγώνας λοιπόν θα συνεχιστεί με κάθε νόμιμο μέσο.
Το οφείλουμε στα δάση του νησιού μας.
Το οφείλουμε στους συμπατριώτες μας.
Το οφείλουμε στο μέλλον του τόπου μας, στα παιδιά μας.







