Της Μυρσίνης Βορριά
Οι παλιές φωτογραφίες από παιδικές κατασκηνώσεις έχουν συχνά κάτι παραπλανητικά απλό. Σκηνές στημένες στην ύπαιθρο, αγόρια και κορίτσια καθισμένα στο χώμα, ενήλικες γύρω τους, θάλασσα λίγο πιο πέρα, λόφοι στο βάθος. Με μια πρώτη ματιά μοιάζουν με στιγμές καλοκαιρινής ανάπαυλας. Αν όμως κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά, πίσω από το φως, τη σκόνη και την ακινησία της ασπρόμαυρης εικόνας, διακρίνουμε κάτι βαθύτερο: τη φροντίδα μιας πόλης για τα παιδιά της.
Στη Μυτιλήνη, οι κατασκηνώσεις του Εθνικού Παιδικού Σταθμού και του Ορφανοτροφείου δεν ήταν απλώς εκδρομές.
Ήταν καλοκαιρινές μέρες οργανωμένες για όσους είχαν περισσότερο ανάγκη από μια αλλαγή τόπου και ρυθμού: για παιδιά από οικογένειες που πάλευαν με τη δύσκολη καθημερινότητα, για εκείνα που περνούσαν πολλές ώρες μακριά από τους γονείς τους και για εκείνα του Ορφανοτροφείου. Για λίγο, έβγαιναν από την πόλη και πήγαιναν στην ύπαιθρο, κοντά στη θάλασσα. Το καλοκαίρι γινόταν κι αυτό τρόπος να ανοίξει η μέρα.
Για όσους έπαιρναν μέρος, η κατασκήνωση δεν θα έμενε στη μνήμη ως θεσμός ή ως απόφαση. Θα έμενε αλλιώς: το χώμα στα ρούχα, το φαγητό μαζί με τους άλλους, η θάλασσα λίγο πιο κοντά, οι φωνές, το παιχνίδι, μια μέρα που δεν έμοιαζε με τις άλλες. Για παιδιά μεγαλωμένα σε φτωχότερες γειτονιές, σε σπίτια όπου οι γονείς έλειπαν στη δουλειά ή σε ιδρύματα με αυστηρό ρυθμό, λίγες μέρες στην εξοχή μπορούσαν να σημαίνουν πολλά. Λίγη ξεγνοιασιά, αλλαγή, μια μικρή περιπέτεια.

Τα Μιστεγνά του 1933 μάς δίνουν την πρώτη καθαρή εικόνα αυτών των κατασκηνώσεων. Όχι με τη μορφή που θα φανταζόταν κανείς σήμερα, με μόνιμες εγκαταστάσεις, κοιτώνες και οργανωμένους χώρους, αλλά με τον απλό τρόπο της εποχής: σκηνές στημένες σε ανοιχτό τόπο, παιδιά καθισμένα για φαγητό, ενήλικες δίπλα τους, θάλασσα λίγο πιο πέρα. Ήταν μια κατασκήνωση λιτή, προσωρινή, οργανωμένη όμως με προσοχή.
Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες αυτές δεν συγκινούν μόνο επειδή είναι παλιές. Συγκινούν γιατί κρατούν μια στιγμή, μια ανάμνηση που αλλιώς θα χανόταν: μικροί κατασκηνωτές που τρώνε όλοι μαζί, που κοιτάζουν τον φακό ή χαμηλώνουν το κεφάλι στο πιάτο τους, που βρίσκονται για λίγο έξω από τα τείχη της πόλης. Δεν ξέρουμε τα ονόματα των περισσότερων. Ξέρουμε όμως ότι εκείνο το καλοκαίρι βρέθηκαν κάτω από τις ίδιες σκηνές, στο ίδιο χώμα, μέσα στην ίδια ασπρόμαυρη ανάμνηση.
Όλα αυτά δεν οργανώθηκαν ξαφνικά και από το πουθενά. Ανήκαν σε μια ευρύτερη προσπάθεια που είχε ξεκινήσει γύρω από τον Εθνικό Παιδικό Σταθμό, το Ορφανοτροφείο και τους φορείς παιδικής προστασίας. Για να καταλάβουμε, λοιπόν, τι βλέπουμε στις εικόνες, πρέπει να γυρίσουμε λίγα χρόνια πίσω.
Ο Εθνικός Παιδικός Σταθμός Μυτιλήνης εμφανίζεται στον τοπικό Τύπο ήδη από το 1927, όταν αναγγέλλεται η ίδρυσή του με απόφαση του Υπουργείου Υγιεινής και Προνοίας. Από την αρχή δεν λειτουργούσε ως σχολείο με τη στενή έννοια. Ήταν ένας χώρος όπου η αγωγή του παιδιού συναντούσε το φαγητό, την καθαριότητα, την υγεία, την επίβλεψη και την καθημερινή προστασία.
Ο Παιδικός Σταθμός απευθυνόταν κυρίως σε οικογένειες του Συνοικισμού και των γύρω περιοχών, εκεί όπου η καθημερινότητα ήταν πιο δύσκολη και η ανάγκη για στήριξη μεγαλύτερη. Για πολλά από τα παιδιά αυτά, δεν ήταν απλώς ένας χώρος φύλαξης. Ήταν μέρος της ημέρας τους: εκεί έτρωγαν, παρακολουθούσαν μάθημα, έπαιζαν και έμεναν υπό επίβλεψη όσο οι γονείς βρίσκονταν στη δουλειά.
Ιδιαίτερος ήταν και ο ρόλος της Μητρόπολης Μυτιλήνης. Στην πρώτη αναγγελία της ίδρυσης του Σταθμού, πρόεδρος ορίζεται ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος. Η παρουσία του δεν ήταν μια τυπική υπογραφή σε μια επιτροπή. Ο Ιάκωβος φαίνεται να είχε ενεργό ρόλο στη συγκρότηση και στήριξη των ιδρυμάτων παιδικής φροντίδας της πόλης. Εκείνη την εποχή, η κοινωνική μέριμνα δεν περνούσε από έναν μόνο δρόμο. Κράτος, Εκκλησία, τοπική διοίκηση, γιατροί, εκπαιδευτικοί, κυρίες φιλανθρωπικών οργανώσεων και άνθρωποι της πόλης ένωναν δυνάμεις για έναν κοινό σκοπό: να μη μένουν τα παιδιά αβοήθητα.
Ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Σταθμού βρίσκουμε καθαρές αναφορές στον Τύπο για τις θερινές εξόδους. Το 1929 το Ακρωτήρι ορίζεται ως τόπος μηνιαίας διαμονής των τροφίμων «δι’ εξοχήν». Η μικρή αυτή είδηση έχει μεγάλη σημασία. Δείχνει ότι η παραμονή έξω από την πόλη δεν ήταν μια πρόχειρη ιδέα της στιγμής, αλλά οργανωμένη φροντίδα, ενταγμένη ήδη από τότε στη λειτουργία του Σταθμού και στη μέριμνα της Πρόνοιας.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1931, ο Εθνικός Παιδικός Σταθμός και το Πατριωτικό Ίδρυμα Προστασίας Παιδιού παρουσιάζονται ως «ιδρύματα που τιμούν τον τόπον μας». Η ανέγερση ενός μεγάλου κτηρίου που θα στέγαζε και τους δύο φορείς φανερώνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής: η φροντίδα του παιδιού δεν περιοριζόταν σε έναν μόνο θεσμό, αλλά οργανωνόταν μέσα από συνεργασίες.
Το Πατριωτικό Ίδρυμα Προστασίας Παιδιού συμπλήρωνε τη δράση του Σταθμού από την πλευρά της μητέρας, του βρέφους και του άρρωστου παιδιού, με ιατρική παρακολούθηση, φάρμακα, γάλα και επισκέψεις στα σπίτια. Έτσι, γύρω από τον Παιδικό Σταθμό σχηματιζόταν ήδη ένα ευρύτερο δίκτυο παιδικής προστασίας.
Στην ίδια λογική πρέπει να ιδωθεί και το Ορφανοτροφείο Μυτιλήνης. Δεν ήταν ο ίδιος θεσμός με τον Παιδικό Σταθμό ή το Πατριωτικό Ίδρυμα, όμως ανήκε στον ίδιο κόσμο φροντίδας για την παιδική ηλικία. Και οι άνθρωποι που εργάζονταν σε αυτούς τους χώρους φαίνεται πως δεν έμεναν πάντα κλεισμένοι σε αυστηρά όρια. Οι παιδαγωγοί του Παιδικού Σταθμού συνεργάζονταν και με το Ορφανοτροφείο, όπως δείχνουν φωτογραφικά τεκμήρια της εποχής.
Οι κατασκηνώσεις ήταν η θερινή προέκταση αυτού του πλέγματος. Τον χειμώνα, η καθημερινότητα των παιδιών οργανωνόταν γύρω από τον Σταθμό, το Ίδρυμα και το Ορφανοτροφείο. Το καλοκαίρι, η ίδια μέριμνα μεταφερόταν έξω από την πόλη: σκηνές, φαγητό, επίβλεψη, καθαρός αέρας, θάλασσα και ανάπαυση. Η πόλη φρόντιζε να τους χαρίσει μια διαφορετική καθημερινότητα για λίγες ημέρες.
Σε ένα από τα φωτογραφικά στιγμιότυπα από τα Μιστεγνά αναγνωρίζονται ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος, η διευθύντρια του Παιδικού Σταθμού Φιλίτσα Καραϊσκάκη, η παιδαγωγός Μύρτα Χατζηδημητρίου – Βορριά και μέλη του προσωπικού. Η συνύπαρξη αυτών των προσώπων στην ίδια εικόνα λέει πολλά. Ο ιεράρχης, η διεύθυνση του Σταθμού και οι άνθρωποι που είχαν την καθημερινή ευθύνη των παιδιών βρίσκονται στο ίδιο κατασκηνωτικό περιβάλλον, δίπλα τους. Η φροντίδα εδώ δεν είναι απρόσωπη. Έχει ανθρώπους, ευθύνη και παρουσία.
Από όλες τις λεπτομέρειες των φωτογραφιών, το φαγητό ίσως μιλά περισσότερο. Δεν είναι επίσημο στιγμιότυπο ούτε επιβλητική σκηνή. Είναι μια πράξη καθημερινή: ένα γεύμα που κάποιος οργάνωσε, πρόσφερε και επέβλεψε. Σε τέτοιες μικρές πρακτικές ανάγκες μετριέται τελικά η φροντίδα.
Οι εικόνες αυτές δείχνουν έναν από τους πρώτους καθαρούς σταθμούς αυτής της ιστορίας. Δεν ήταν όμως ο τελευταίος. Οι παιδικές εξοχές και οι κατασκηνώσεις της Μυτιλήνης ακολούθησαν τη μοίρα της εποχής τους: διακόπηκαν από τον πόλεμο και την Κατοχή και επέστρεψαν μεταπολεμικά με νέες μορφές, νέους χώρους και νέες ανάγκες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η Νεάπολη φαίνεται να μπαίνει σταθερά στον χάρτη των κατασκηνώσεων. Το 1954 ο τοπικός Τύπος δίνει πλέον συγκεκριμένο σημείο αναφοράς, με τα εγκαίνια κατασκηνωτικών εγκαταστάσεων εκεί. Η εικόνα αρχίζει να αλλάζει: οι πρόχειρες θερινές σκηνές δίνουν σιγά σιγά τη θέση τους σε έναν πιο οργανωμένο χώρο παιδικών εξοχών, με σταθερότερες υποδομές και δυνατότητα να φιλοξενηθούν περισσότερα παιδιά.
Ο χώρος αυτός συνδέθηκε ιδιαίτερα με το ΠΙΚΠΑ, τη μετεξέλιξη του Πατριωτικού Ιδρύματος Προστασίας Παιδιού. Το 1956 οι εγκαταστάσεις αναφέρονται ως χώρος για άπορα και εργαζόμενα παιδιά, ενώ το ίδιο σημείο επανέρχεται και αργότερα, στη δεκαετία του 1960. Η βασική ιδέα παρέμενε η ίδια: λίγες ημέρες έξω από την πόλη, με φαγητό, επίβλεψη, ανάπαυση και μια καθημερινότητα πιο ανοιχτή από εκείνη που γνώριζαν πολλά παιδιά τον υπόλοιπο χρόνο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η εικόνα των παιδικών κατασκηνώσεων της Μυτιλήνης γίνεται πιο σύνθετη, καθώς λειτουργούν παράλληλα διαφορετικοί χώροι και φορείς. Ο μεταπολεμικός κατασκηνωτικός χώρος συνεχίζει τη δική του πορεία, ενώ την ίδια περίοδο η Μητρόπολη Μυτιλήνης οργανώνει κατασκηνώσεις στην περιοχή της Δεξαμενής, κοντά στον Προφήτη Ηλία και το αρχαίο θέατρο της Μυτιλήνης. Οι κατασκηνώσεις αυτές απευθύνονταν σε μαθητές δημοτικών σχολείων και σε εργαζόμενα παιδιά.
Έτσι, από τις εξοχές και τις σκηνές του Μεσοπολέμου έως τους οργανωμένους χώρους των μεταπολεμικών δεκαετιών, οι παιδικές κατασκηνώσεις της Μυτιλήνης δεν μένουν μια παλιά φωτογραφία. Γίνονται μια διαδρομή σχεδόν μισού αιώνα. Οι χώροι, οι φορείς και οι μορφές οργάνωσης αλλάζουν μέσα στον χρόνο. Σταθερό όμως παραμένει το βασικό νόημα: λίγες ημέρες ανάπαυσης, παιχνιδιού και κοινής ζωής έξω από την καθημερινότητα της πόλης.

Από το Ακρωτήρι και τα Μιστεγνά έως τη μεταπολεμική Νεάπολη και τη Δεξαμενή της Μητρόπολης, κάθε τόπος κράτησε το δικό του ίχνος. Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, μια παλιά ασπρόμαυρη φωτογραφία με παιδιά, πιάτα και σκηνές δεν μοιάζει απλώς παλιά. Μοιάζει να ακούγεται ακόμη, κάπου πίσω από τη σιωπή της, ο θόρυβος ενός παιδικού καλοκαιριού.







