Γράφει ο Λευτέρης Καραμπλιάς
Με αφορμή την κρίση που έχει προκύψει εξαιτίας του Αφθώδους πυρετού, αναζήτησα πληροφορίες που θα με βοηθούσαν να ξεκαθαρίσω τις σκέψεις μου για το θέμα αυτό. Ζητώ συγγνώμη για το «σεντόνι». Οι κύριοι παραγωγικοί τομείς της Λέσβου, με βάση τη σπουδαιότητα, είναι κατά σειρά: αγροτική παραγωγή (κυρίως ελιά), κτηνοτροφία, αλιεία, μεταποίηση τροφίμων και ποτών (ελαιόλαδο, τυριά, ούζο), τουρισμός, ενέργεια και αναπτυξιακά προγράμματα.
Η διακοπή της κτηνοτροφικής δραστηριότητας στη Λέσβο θα είχε πολύ βαθιές και πολυεπίπεδες συνέπειες — οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτισμικές. Δεν είναι απλώς ένας κλάδος· είναι βασικός πυλώνας της ταυτότητας και της λειτουργίας του νησιού. Οικονομικά, η κτηνοτροφία (κυρίως αιγοπροβατοτροφία) στηρίζει μεγάλο μέρος της τοπικής παραγωγής. Προϊόντα όπως η Φέτα και το Λαδοτύρι Μυτιλήνης θα μειώνονταν δραστικά ή θα εξαφανίζονταν από την τοπική παραγωγή. Αυτό σημαίνει απώλεια εισοδήματος για παραγωγούς, αλλά και πλήγμα σε συναφείς δραστηριότητες, όπως τα τυροκομεία, οι μεταφορές και το εμπόριο.
Κοινωνικά, πολλά χωριά της ενδοχώρας ζουν άμεσα ή έμμεσα από την κτηνοτροφία. Η παύση της θα οδηγούσε σε εγκατάλειψη της υπαίθρου, αύξηση της ανεργίας και περαιτέρω αστικοποίηση γύρω από τη Μυτιλήνη. Μακροπρόθεσμα, αυτό σημαίνει πληθυσμιακή συρρίκνωση και γήρανση των αγροτικών κοινοτήτων. Περιβαλλοντικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται. Η εκτατική βόσκηση συμβάλλει στη διατήρηση του τοπίου και στη μείωση της καύσιμης ύλης. Χωρίς ζώα, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιών και αλλοίωση οικοσυστημάτων που έχουν διαμορφωθεί σε ισορροπία με την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Πολιτισμικά, η κτηνοτροφία είναι άρρηκτα δεμένη με την παράδοση της Λέσβου — από τις τεχνικές παραγωγής μέχρι τα τοπικά έθιμα και τη γαστρονομία. Η απώλειά της θα σήμαινε και απώλεια άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνολικά, δεν θα ήταν απλώς μια «οικονομική μεταβολή», αλλά μια ριζική αναδιάρθρωση του νησιού.
Σε ό,τι αφορά την τουριστική δραστηριότητα στη Λέσβο, ο τουρισμός δεν είναι μόνο «ήλιος και θάλασσα». Ένα σημαντικό κομμάτι του βασίζεται στην αυθεντικότητα της υπαίθρου, στη γαστρονομία και στο τοπίο — όλα άμεσα συνδεδεμένα με την κτηνοτροφία. Οι επισκέπτες έρχονται για να δοκιμάσουν τοπικά προϊόντα όπως η φέτα και το λαδοτύρι Μυτιλήνης. Αν αυτά πάψουν να παράγονται τοπικά, το νησί χάνει ένα βασικό κομμάτι της ταυτότητάς του ως προορισμός γαστρονομίας. Δεν είναι το ίδιο να σερβίρεις «γενικά ελληνικά» προϊόντα αντί για ντόπια.
Πολλοί ταξιδιώτες αναζητούν εμπειρίες όπως επισκέψεις σε φάρμες, τυροκομεία ή συμμετοχή σε παραδοσιακές δραστηριότητες. Η εξαφάνιση της κτηνοτροφίας σημαίνει ότι αυτές οι εμπειρίες απλά δεν θα υπάρχουν. Η βόσκηση διατηρεί το χαρακτηριστικό μωσαϊκό τοπίο της Λέσβου. Χωρίς αυτήν, το τοπίο αλλάζει — πιο άγριο, πιο εγκαταλελειμμένο ή πιο πυκνά καλυμμένο από βλάστηση — κάτι που μπορεί να επηρεάσει την αισθητική εμπειρία των επισκεπτών και δραστηριότητες όπως η πεζοπορία.
Ο τουρισμός στη Λέσβο στηρίζεται στο ότι το νησί δεν είναι υπερτουριστικό. Αν χαθεί η ζωντανή αγροτική καθημερινότητα, το νησί γίνεται πιο «γενικό» και λιγότερο ξεχωριστό. Λιγότερο εισόδημα στην ύπαιθρο σημαίνει λιγότερες τοπικές επιχειρήσεις — ταβέρνες, μικρά καταλύματα — άρα πιο φτωχή τουριστική προσφορά.
Συμπερασματικά, ο τουρισμός πιθανότατα δεν θα εξαφανιστεί, αλλά θα γίνει πιο «ρηχός» και λιγότερο διαφοροποιημένος. Η Λέσβος θα χάσει αυτό που την κάνει ιδιαίτερη — και αυτό, μακροπρόθεσμα, θα μειώσει την ελκυστικότητά της.







