Οι θησαυροί του πρώτου μουσείου κλασσικής μοτοσυκλέτας της Μυτιλήνης

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

 Ανάμεσα σε μια συλλογή 200 και πάνω μηχανοκίνητων και στατικών χειροποίητων έργων μοντελισμού, η οποία περιλαμβάνει αεροπλάνα, ελικόπτερα, αυτοκίνητα, αεροπλανοφόρα, ιστιοπλοϊκά, οχήματα μάχης, ξύλινα καράβια, φίδια, κατσαρίδες, πάπιες, καρχαρίες ακόμη και τηλεκατευθυνόμενες ταραντούλες,ο Παναγιώτης Ψύχας ξεκινά να μου μιλά για το πραγματικό του πάθος που δεν είναι άλλο από τις μηχανές. Μηχανές που έχουν “ψυχή” και είναι κατασκευασμένες με μεράκι πριν πολλά χρόνια όταν τα πράγματα “τα έφτιαχναν για να ζήσουν για πάντα και όχι σαν σήμερα που τα παίρνεις και αύριο τα πετάς”, μηχανές που όταν αρρωσταίνουν μπαίνουν στο “αναρρωτήριο” όπως πολύ τρυφερά αποκαλεί τον χώρο που μαστορεύει και περνά τον περισσότερο από τον χρόνο του, ο γνωστός στους μυημένους της κλασσικής μοτοσυκλέτας κ. Ψύχας.

Ο Λέσβιος συλλέκτης κλασσικής μοτοσυκλέτας, που από τις αρχές της δεκαετίας του 80 ως σήμερα έχει βάλει στόχο της ζωής του να ανακαλύψει όλους τους θαμμένους θησαυρούς του νησιού, κατάφερε πρόσφατα να πραγματοποιήσει ένα όνειρο ζωής: Ένα μουσείο κλασικής μοτοσικλέτας στη γενέτειρά του, τη Μυτιλήνη που θα απευθύνεται όπως λέει στις επόμενες γενιές και σε ανθρώπους που αγαπούν κι αναγνωρίζουν τον ήχο του κινητήρα τους. Πάνω από 44 μηχανές και δύο αυτοκίνητα ανήκουν στη συλλογή του πρώτου Μουσείου Κλασσικής Μοτοσυκλέτας της Μυτιλήνης!

Το “μικρόβιο” το κόλλησε όπως λέει από τον πατέρα του, ενώ το 1984 ξεκίνησε να τρέχει και σε αγώνες. “Ο πατέρας μου είχε μια Mercedes του 52 και ένα Zundapp Combinette 50άρακι και με αυτό πήγαινε στο εργοστάσιο στη Γέρα χειμώνα- καλοκαίρι. Από αυτόν κόλλησα το μικρόβιο. Εφτιαχνε με τα χέρια του τα πάντα. Τρενάκια αυτοκίνητα, δεν υπήρχαν τηλεκατευθυνόμενα τότε. Είχε το μικρόβιο του μοντελισμού μέσα του, το οποίο κόλλησα κι εγώ. Είχε πάθος με τα αυτοκίνητα.  Δυστυχώς πέθανε πολύ μικρός. Το 1970 σε ηλικία 51 ετών.Το 84 ξεκίνησα να τρέχω με μια μηχανή όπως αυτή που έχω εδώ, η οποία κατέληξε στη Χίο και διαλύθηκε. Ήταν μια Husqvarna 250 CR, φερμένη από τo εργοστάσιο για τον πρωταθλητή Ελλάδος Παππά. Έχω και μία Villa φτιαγμένη για τον παγκόσμιο πρωταθλητή Eduro. Αυτή εδώ, δεν την έχω βάλει μπροστά ποτέ. Πρέπει να ναι μοναδική μηχανή. Κατασκευάστηκε το 78 στο εργοστάσιο στην Ιταλία και δεν έχει μπει ποτέ καύσιμο στο ντεπόζιτο”…

Αν και δύσκολα ξεχωρίζει κάποια από τα “παιδιά του”, ο Παναγιώτης Ψύχας μου μιλά με πάθος για τις barn- found μηχανές της συλλογής του, που θαμμένες σε χωράφια και ρεματιές, δεν είχαν δει ήλιο για πολλές δεκαετίες. Πίσω στο “αναρρωτήριο”, όπως έχει ονομάσει τον χώρο που μαστορεύει και μένει τις περισσότερες ώρες, ξεκουράζεται μια εντυπωσιακή μηχανή, μια Harley WLA που έχει μια ιδιαίτερη ιστορία: “Αυτή είναι του 1944 πολεμική της στρατιωτικής αστυνομίας. Είναι ανακασκευασμένη βίδα -βίδα στην Αγγλία. Έχει μέχρι και την ταυτότητα που φορούσε ο φαντάρος που την είχε στον πόλεμο.Έχει το παρμπρίζ της αγγλικής αστυνομίας κι ένα αξεσουάρ πολύ ακριβό, τη σειρήνα της, που παίρνει μπρος με τον πίσω τροχό». Μαζί της στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και η αγαπημένη του Ariel Red Ηunter 1957. “Αυτή ήταν του Σβηντερίκου, ενός κτηνοτρόφου της Αγίας Παρασκευής και την πήρα ανακατασκευασμένη από τον Τάκη Δαλέκο από τον Παπάδο” μου λέει δείχνοντάς μου ακόμη μία “επίσημη αγαπημένη”, μια Harley Davidson 1340 Heritage Softail Springer classic FLSTS που έχει πανω της ζωγραφισμένο το τατουάζ του.

 

Ωστόσο τίποτα δε θα γινόταν πραγματικότητα χωρίς την υποστήριξη των….πραγματικών αγαπημένων του ανθρώπων, της γυναίκας του που “υπομένει το …άρωμα της βενζίνης εδώ και 23 χρόνια” αλλά και της κόρης του της Δέσποινας που με την αγάπη της για τις μοτοσυκλέτες τον γεμίζει ελπίδα για το μέλλον. “Με τις μηχανές ασχολείται και η γυναίκα μου και η κόρη μου. Ο γάμος μου ήταν ένα ευτύχημα τελικά, γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα να παντρευτώ μήπως και η γυναίκα μου με αποκόψει από τα πράγματα που αγαπώ. Αλλά δεν έγινε έτσι”.

Ιδρυτικό μέλος της ελληνικής λέσχης φίλων κλασικής μοτοσυκλέτας και φυσικά της ΕΔΙΛ, της Ένωσης δικυκλιστών Λέσβου, ο Παναγιώτης Ψύχας “πονάει” για τη σημερινή κατάσταση και το μεράκι που χάθηκε. “Τώρα δεν υπάρχουν πραγματικές μοτοσυκλέτες. Εδώ είναι μουσείο πραγματικής μοτοσυκλέτας και όχι σήμερα το παίρνεις, αύριο το πετάς. Αυτά εδώ που βλέπεις είναι για πάντα. Αν χρειαστεί τούτο πλατίνες με 5 ευρώ θα το φτιάξεις. Το άλλο θα είναι για πέταμα”, μου λέει παρουσιάζοντας μου ένα ακόμη “διαμάντι” της συλλογής του. “Αυτή την BSA του 1924 την έβγαλα από το χώμα. Μαζί με τον Κώστα Μούκα τότε, προσπάθησα να κάνουμε την ανακατασκευή της. Είχα όνειρο να τη φτιάξω. Ρώτησα τον Κώστα τότε αν μπορούμε να τη φτιάξουμε αλλά και μου είπε ναι, αλλά μου ζητούσαν 4.000 ευρώ ίσα ίσα για να πάρει μπροστά. Αλλά βρήκα μία του 25 που έκανε 5.000 και μου έμεινε κι αυτή για τα ανταλλακτικά”

Όπως τότε έτσι και σήμερα, στο πλευρό του Παναγιώτη Ψύχα στέκονται κάποιοι λιγοστοί ακόμα λάτρεις της κλασσικής μοτοσυκλέτας “όπως ο Τάσος Τσακιράκης, ένας εξαιρετικός μηχανικός και άνθρωπος, πάντα πρόθυμος να επιλύσει κάθε πρόβλημα” και ο Στρατής Δεμερτζής, “ειδικευμένος μηχανικός στα εγγλέζικα με λατρεία και πάρα πολλές γνώσεις στα BSA. Θέλω οι άνθρωποι που έρχονται να αγαπούν την κλασσική μοτοσυκλέτα και να έχουν μεράκι. Όπως ο Στρατής. Από μωρό άκουγε πάφα- πάφα και πεταγόταν από το γραφείο του πατέρα του. Αυτός τις αγαπάει τις μηχανές. Απευθύνομαι σε ανθρώπους που έχουν την ίδια αγάπη με μένα, αλλά δυστυχώς δεν είναι πολλοί. Υπήρξε κάποιος που κατέστρεψε την κληρονομιά μας εδώ στη Μυτιλήνη. Η Μυτιλήνη είχε πάρα πολλούς πλούσιους υπήρξαν πολλές μοτοσικλέτες και σοβαρές. Κάποιος αληταράς τις έπαιρνε με ένα φορτηγό και τις πουλούσε για λίγα χρήματα”.

“Στη Μυτιλήνη υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων που έχουν τέτοιες μηχανές”, μου λέει.  “Αυτοί που θέλουν να κάνουν τους γνώστες της κλασικής μοτοσικλέτας αλλά δεν γνωρίζουν τίποτα γι αυτές και αυτοί  που νομίζουν ότι κέρδισαν το λότο επειδή βρήκαν μια τέτοια μηχανή. Μου έχει συμβεί να βρεθώ κάτω από το Αρχαίο Θέατρο γιατί μου είπαν ότι βρέθηκε μια μοτοσυκλέτα. Πήγα εκεί και είδα έναν σκελετό. Έμαθα σε ποιον ανήκει λοιπόν και μου λέει αυτός:  Άστο κάτω! Ο Ψύχας μου δίνει 500.000 γι αυτό! Κι ο Ψύχας ήμουν εγώ αλλά δεν ήξερα τίποτα κατάλαβες;»

Κάθε μηχανή της συλλογής του έχει και μια ιστορία να πει, μας πηγαίνει πίσω στα παλιά όταν ακόμη ο δρόμος για το Πλωμάρι ήταν χωματόδρομος και στο άκουσμα του κινητήρα οι μανάδες μάζευαν τα παιδιά τους από τον δρόμο… “Αυτές εδώ οι δύο BSA A7 και B33 έχουν μια ωραία ιστορία να πουν: Ανεβαίνοντας στην Παγανή, θα δεις μια ταμπέλα “Κατασκευές Αδερφοί Κοντού”. Ο ένας λοιπόν αδερφός, ο Κοντός, που ήταν όνομα και πράμα, οδηγούσε τη μία μηχανή.Την άλλη την οδηγούσε ο μακαρίτης ο Μακρής. Ο οποίος ήταν δύο μέτρα,.Έλεγαν γι αυτόν ότι μπορούσε να ανέβει σε τοίχο με αυτή τη μηχανή. Είχε βάλει στοίχημα κάποια φορά ότι θα πάει από τη Μυτιλήνη στο Πλωμάρι σε 25 λεπτά από το χωματόδρομο και υπάρχει ο μύθος ότι οχι μόνο το κατάφερε αλλά σταμάτησε και μάζεψε και μια σακούλα χόρτα. Πήγαινε μαλιστα πολύ γρήγορα αυτός κι όταν έφτανε στα χωριά έβγαιναν έξω οι μανάδες και μάζευαν τα μωρά για να μην τα παρασύρει με τη μηχανή του ο Μακρής! Υπάρχει μια ιστορία που λέει ότι τρέχοντας μια μέρα βρήκε μπροστά του ένα μωρό, κι όπως ήταν πάνω στη μηχανή το μάζεψε και το έδωσε στη μάνα του! Αλλά το αστείο είναι ότι κάποια στιγμή ήταν ο Μακρής μαζί με τον Κοντό και πέσανε σε μπλόκο. Δεν είχαν πάνω τους, ούτε χαρτιά ούτε ταυτότητες. Οπότε όταν τους ρώτησαν ποιοι είστε κι  απάντησαν ο Μακρής και ο Κοντός οι αστυνομικοί πίστεψαν ότι τους έκαναν καλαμπούρι και τους συνέλαβαν!”

Οι ιστορίες από τα παλιά δεν έχουν τελειωμό, ιστορίες που μυρίζουν βενζίνη και γράφουν “χιλιόμετρα” στην ιδιαίτερη κουλτούρα της κλασσικής μοτοσυκλέτας που εξακολουθεί να ζει μέσα από το μεράκι λίγων κι εκλεκτών… Προχωρώντας μου μιλά για ακόμη μία σπάνια μηχανή, μια “Royal Enfield”, σε έκδοση clubman. φτιαγμένη από το Μιχάλη Σαβαϊδη, μια τεράστια μορφή για την ελληνική μοτοσυκλέτα για την οποία πλήρωσε 4.000 για τη μετατροπή.

Τέσσερις βέσπες barn found που χρονολογούνται από το 54 ως το 69 και ένα mobilet Μ1, μόνιμου λοχία του ιταλικού στρατού βρίσκονται επίσης στον χώρο που φιλοξενεί το Μουσείο. Ένα Μ1, ήθελε πάντα να έχει στην κατοχή του όπως μου εξηγεί καθώς ανασύρει παιδικές του μνήμες. “Είχε φέρει τέσσερα- πέντε τέτοια στη γειτονιά μας ο Μπαρμπαγιάννης. Τα νοικιάζαμε αλλά επειδή δεν είχαμε λεφτά κάναμε δικάβαλο. Ο Μπαρμπαγιάννης όμως το έμαθε και βίδωσε μια λάμα η οποία δεν σε άφηνε να καθίσεις. Αλλά εμείς ήμασταν κωλόπαιδα και το μάθαμε κι έτσι παίρναμε ένα μαξιλάρι από το σπίτι!”

Στον χώρο του Μουσείου, δεσπόζει μια εντυπωσιακή custom μηχανή Harley Davidson που είναι τόσο μοναδική ώστε αν για κάποιο λόγο βρεθεί στο…Πεκίνο ακόμη κι εκεί θα γνωρίζουν ότι είναι του Ψύχα! “Όταν τελείωσε πόλεμος, οι Harley πήγαν στο Ναυτικό και στην Αστυνομία και μετά για διάλυση. Τότε λοιπόν έρχονταν οι Δανοί, οι Σουηδοί με τα φορτηγά, τις “χτυπούσαν” στους πλειστηριασμούς του ΟΔΙΣΥ (Οργανισμός Διαχείρισης Συμμαχικού Υλικού) και βγαίνανε και τις πουλούσαν. Από τις λίγες που γλύτωσαν ήταν αυτή. Αυτός που την είχε ήταν φυλακή για ναρκωτικά την πούλησε για να πληρώσει το δικηγόρο του. Στο ντεπόζιτο είχε μια γκόμενα μαστουρωμένη και μακρύ πιρούνι .Ο Μαστρογιώργης Διαμαντάκης, που είναι γνωστός ως “Μουστάκιας” το έφτιαξε ώστε να ναι μοναδικό. Κι έτσι  έγινε, αλλάξαμε και τη ζωγραφιά και το τιμόνι και όλα.Δεν ταιριάζει ούτε μία βίδα”.

Δυο αυτοκίνητα, Alfa Romeo,2000 GTV,(το ένα αγωνιστικό) είναι ανάμεσα στα πολύτιμα εκθέματα του Μουσείου. Όπως μου εξηγεί ο Παναγιώτης Ψύχας για τους επισκέπτες του Μουσείου, η πρόσβαση στο οποίο θα γίνεται μετά από επικοινωνία μαζί του, θα φτιάξει δύο ντοσιέ: “Για την είσοδο θα φτιάξω ένα ντοσιέ με τη ιστορία της καθεμιάς γιατί πιο πολύ θέλω οι επόμενες μέρες να ξέρουν τι είναι η κάθε μηχανή, που βρέθηκε, πώς βρέθηκε κλπ με λίγα λόγια”,αλλά και ένα ακόμα με περισσότερα λόγια, που θα έχει τις λεπτομέρειες του καθενός για τους γνώστες”…

Το μουσείο κλασσικής μοτοσυκλέτας του κ. Ψύχα σε κερδίζει ώρα με την ώρα, κουβέντα με την κουβέντα. Μέσα από το πάθος αυτού του ανθρώπου νιώθεις πως αυτές οι μηχανές δεν είναι απλά ένα μουσειακό αντικείμενο, αλλά είναι έτοιμες να πάρουν ξανά τους δρόμους. Καλογυαλισμένες και όμορφες, (το γυάλισμα και τη φροντίδα τους την έχει αναλάβει ο Βασίλης) η κάθε μία με την ιστορία της να γράφεται στο ντεπόζιτο της, στα λάστιχά της και στη σέλα της, οι “κυρίες” αυτές που αποτελούν τμήμα της ιστορίας του νησιού “ξανάνιωσαν” μέσα από τη φροντίδα και το μεράκι του. Στο κλασσικό horror film του Κάρπεντερ, η “Christine”, μία Plymouth Fury του 58 “ζωντανεύει” και σκοτώνει όποιον θεωρεί απειλή για τον ιδιοκτήτη της. Αν οι μηχανές του κ. Ψύχα ζωντάνευαν θα του έλεγαν σίγουρα ένα μεγάλο “ευχαριστώ”….

 

 

 

 

Προηγουμενο αρθρο

Εκπαιδευτικές επισκέψεις σχολείων της Αττικής στο Γεωπάρκο Λέσβου

Επομενο αρθρο

Για άλλη μια φορά: “Open the islands” – Διαδήλωση στη Μυτιλήνη

Call Now Button