Δημήτριος Χαραλαμπίδης, υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ.
Τον Πάνο Κουρτζή(1850-1931) τον γνωρίζουμε ως έναν από τους μεγαλύτερους οικονομικούς παράγοντες της Λέσβου και από τους κυριότερους του Οθωμανικού κράτους στα τέλη του 19ουκαι στις αρχές του 20ου αιώνα. Υπήρξε έξυπνος, έντιμος, δραστήριος και αυτοδημιούργητος.Με λίγα λόγια, κατόρθωσε να ιδρύσει το 1883 την «Ατμοπλοΐα Αιγαίου» με αρκετά ατμόπλοια να εντάσσονται στο δυναμικό της. Επίσης, ίδρυσετο 1891 την Τράπεζα Μυτιλήνης με υποκαταστήματα να εγκαθίστανταιστις κυριότερες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος ως εξέχων πρόσωπο διετέλεσε ένα διάστημα υποπρόξενος της Γερμανίας στη Μυτιλήνη ενώ διατηρούσε πάντοτε φιλικές σχέσεις με την βασιλική παράταξη, με σημαντική την συμβολή του στην έκδοση της φιλοβασιλικής εφημερίδας «Η Λέσβος». Αυτό μάλιστα έφερε ως αποτέλεσμα να εξοριστεί την περίοδο του Εθνικού Διχασμού από την βενιζελική παράταξη.
Η δράση του στην Μυτιλήνη επεκτάθηκε στον πρωτοποριακό τομέα των ιαματικών πηγών, ιδρύοντας στην Μυτιλήνη τα περίφημα «Θερμά Λουτρά Κουρτζή» με τον οραματισμό της μετατροπής της περιοχής στην βόρεια έξοδο της πόλης σε λουτρόπολη ευρωπαϊκών προδιαγραφών.Το 1887 αγόρασε το κτήμα των Κουλαξίζηδων στη περιοχή Κιουτσούκ Λούτζα (Μικρά Λουτρά) στο οποίο υπήρχαν ερείπια ρωμαϊκού λουτρού και ιαματικές πηγές, ανακαινίζοντας τις αίθουσες ενώ το λουτρό συνδέθηκε πολύ γρήγορα με το ξενοδοχειακό συγκρότημα «Electric Palace»που οικοδομήθηκε.Λίγο μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις ζημιές που υπέστη από την φιλοξενία ξένων στρατιωτών εντός των εγκαταστάσεων δήλωσε πτώχευση και έκλεισε. Συνέχισε, ωστόσο, η λειτουργία του λουτρού μέχρι και το 1970 περίπου καθώς λειτουργούσε ως χώρος αναψυχής-καφενείο το πρωί και ως βραδινό κέντρο διασκέδασης. Αξίζει να αναφερθεί, τέλος, ότι οι υπόλοιπες επιχειρήσεις το 1911 έκλεισαν καθώς πτώχευσε η Τράπεζα Μυτιλήνης, συμπαρασύροντας την Ατμοπλοΐα και τα ανθρακωρυχεία του στον Πόντο.
Η διαπροσωπική σχέση του με τον ιερομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο Καλαφάτη(1867-1922) ανάγεται στην περίοδο 1891-1893 που ο δεύτερος υπηρέτησε κοντά στον Μητροπολίτη Μυτιλήνης, Κωνσταντίνο Βαλιάδη.Πιο αναλυτικά, στην Μυτιλήνη μετέβη ο Χρυσόστομος μετά την επιτυχημένη ανακήρυξη του ως διδάκτορ της Θεολογίας το καλοκαίρι του 1891, αποφοιτώντας με «άριστα» από την Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Προσλήφθηκε ως αρχιδιάκονος του Μητροπολίτη Μυτιλήνης, υπηρετώντας στον μεγαλοπρεπή ναό του αγίου Θεράποντα και δίνοντας την δυνατότητα κοντά τον Μητροπολίτη Κωνσταντίνο να διδαχθεί την σύνεση, την θεολογική παιδεία, να καλλιεργήσει την καλλιφωνία στην μουσική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας αλλά και να λάβει την πρώτη γεύση από τα πάσης φύσεως διοικητικά θέματα της Μητροπόλεως Μυτιλήνης. Επιπροσθέτως, στους διάφορους ναούς που λειτούργησε στην διετία αυτή κατάφερε να διακριθεί ως άριστος κήρυκας των ευαγγελικών αναγνωσμάτων ενώ αγκαλιάστηκε αμέσως από την ορθόδοξη κοινότητα της πόλης.Την περίοδο της Μυτιλήνης έζησε εκ του σύνεγγυς τα αποτελέσματα της Δεύτερης φάσης του Προνομιακού ζητήματος για την εξασφάλιση των προνομίωνστην ορθόδοξη κοινότητα Μυτιλήνης,θέματα δηλαδή που απασχόλησαν έντονα την Δημογεροντία και την Εκκλησία.
Αξίζει να αναφερθεί ότι την ίδια χρονική περίοδο που βρισκόταν στην Λέσβο, στην Μήθυμνα υπηρετούσε ο μεγάλος αδελφός του Ευγένιος ως δημόσιος ταμίας στην οθωμανική τοπική διοίκηση. Παρόλο που δεν διασώζεται κάποια μαρτυρία για συναντήσεις των δύο αδελφών στο νησί, δεν αποκλείεται η μεγάλη χιλιομετρική απόσταση εκείνης της εποχής που τους χώριζε αλλά και οι διοικητικές ευθύνες, να μην τους εμπόδισανγια κάποια συνάντηση καθώς οι αδελφικοί δεσμοί αίματοςμπορούν να παραμείνουν ισχυροί.
Διασώζεται, ακόμη, η πληροφορία ότι στην τελευταία αρχιερατική θεία λειτουργία στην Μυτιλήνη και λίγο πριν μετατεθείο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος στην Μητρόπολη Εφέσου, όταν ο αρχιδιάκονος Χρυσόστομος διάβασε το ευαγγελικό ανάγνωσμα, το εκκλησίασμα συγκινήθηκε, εξαιτίας του γεγονότος ότι δύο προσφιλείς εκκλησιαστικοί άνδρες σύντομα θα εγκατέλειπαν την Μυτιλήνη. Μάλιστα, τότε αποκαλέστηκε ο νεαρός αρχιδιάκονος «εύγλωττος Λευϊτης» και «ευρυμαθής», αναδεικνύοντας την άρτια θεολογική και εκκλησιαστική του κατάρτιση.
Φυσικά, μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα προκαλούσε η οποιαδήποτε μαρτυρία ή πληροφορία που θα υπεδείκνυε μία πιθανή έναρξη γνωριμίας και φιλίας μεταξύ του Χρυσόστομου και του Πάνου Κουρτζή. Παρόλο, λοιπόν, που αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη, θεωρείται βέβαιο ότι στο πλαίσιο των καθημερινών υποχρεώσεων και της εκκλησιαστικής εθιμοτυπίας της εποχής, η απαρχή της γνωριμίας δύναται να αναχθεί σ’ εκείνη την περίοδο καθώς τα κοινά ενδιαφέροντα έφεραν κοντά τους δύο άνδρες, λειτουργώντας ο καθένας με τον θεσμικό του ρόλο.
Ως εκ τούτου, λίγα χρόνια μετέπειτα, δεν μας προξενεί καθόλου εντύπωση που σύμφωνα με την εκκλησιαστική εθιμοτυπία ο Μέγας Πρωτοσύγκελλος Χρυσόστομος Καλαφάτης πραγματοποίησε επίσκεψη στον Πάνο Κουρτζή, λίγο πριν εκείνος αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας τις πατριαρχικές ευχές. Μάλιστα, προηγήθηκε η απονομή πιττακίου στον Κουρτζή από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ για την αναγνώριση της προσφοράς του στην Εκκλησία. Επιπροσθέτως, διασώζεται το δημοσίευμα στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια» που αναφέρεται χαρακτηριστικά ένας διαγωνισμός που ξεκίνησε ο διακεκριμένος επιχειρηματίας Πάνος Κουρτζής προκειμένου να συνταχθεί νέο Κυριακοδρόμιο με αποκλειστική χορηγία του. Στην επιτροπήσυμμετείχε και ο Μέγας Πρωτοσύγκελλος Χρυσόστομος ενώ διαφαίνεται η πρόθεση και η ανιδιοτέλεια των δύο ανδρών να συνεργαστούν για την πρόοδο του εκκλησιαστικού σώματος. Διασώζεται ακόμη η πληροφορία ότι ο Πάνος Κουρτζής πραγματοποίησε και άλλες επισκέψεις στο Φανάρι, χωρίς να γνωρίζουμε περαιτέρω πληροφορίες για το περιεχόμενο αυτών στο διάστημα που ο Χρυσόστομος υπηρετούσε εκεί.
Ένα σημαντικό ζήτημα που δεν έχει εξεταστεί επαρκώς αποτελεί η σύνδεση των ιαματικών λουτρών με την Μυτιλήνη και τον Χρυσόστομο. Συγκεκριμένα, στο διάστημα της αντιπαράθεσης του Χρυσόστομου ως Μητροπολίτης Δράμας με τις οθωμανικές αρχές και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς κυριαρχούσε η συζήτηση της επιτακτικής μετάθεσης του από την επισκοπική του έδρα, εκείνος πρότεινε ουκ ολίγες φορές την Μυτιλήνη ως τόπος μεταθέσεως του.Σύμφωνα μεπροσωπική του μαρτυρία, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ζήτησε να εγκαταλείψει ο Χρυσόστομοςέστω προσωρινά την επαρχία της Δράμας, προφασιζόμενος λόγους υγείας μεταβαίνοντας στα λουτρά της Προύσας για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας του.
Από την παραπάνω πληροφορία προκύπτει το ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι ο Χρυσόστομος είχε μία πάθηση που δεν θεωρούνταν επικίνδυνη και μπορούσε να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες θεραπείες, όπως με την λουτροθεραπεία, η οποία ως γνωστό, στην πόλη της Προύσας θεωρούνταν φημισμένη από την ρωμαϊκή εποχή. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα το ιατρικό ζήτημα που απασχολούσε κατά διαστήματα τον Χρυσόστομο που επέβαλλε την επίσκεψη του σε αυτές αλλά σίγουρα έβρισκε ανακούφιση στην λουτροθεραπεία ενώ από τις υπόλοιπες πληροφορίες που έχουμε δεν προκύπτει κάποιου είδους ανησυχία για την υγεία του.
Εκτός των άλλων, το αίτημα της μετάθεσης του στην Μυτιλήνη μπορεί να ερμηνευθεί από την νοσταλγία που ο ίδιος αισθανόταν για την πόλη αυτή και τους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν με αγάπη. Καθοριστική, όμως, σημασία διαδραμάτισε το γεγονός της ύπαρξης ιαματικών πηγών στην πόλη που θα τον ωφελούσαν αντιπροτείνοντας ουσιαστικά στον Οικουμενικό Πατριάρχη την πόλη της Μυτιλήνης ως τον πλέον καταλληλότερο τόπο μεταθέσεως του αφού τελικά θα προφασιστεί λόγους υγείας. Πιθανότατα πίστευεότι στην Μυτιλήνη θα έβρισκε την πνευματική γαλήνη, περιμένοντας να ηρεμήσουν τα εκκλησιαστικά γεγονότα που τον τοποθέτησαν σε δυσχερή θέση.
Ολοκληρώνοντας, οδηγούμαστε στην άποψη ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν διέκοψε τους δεσμούς του με την Μυτιλήνη καθώς φαίνεται ότι διατήρησε πνευματικούς δεσμούς με την πρώτη πόλη που υπηρέτησε από την θέση του αρχιδιακόνου και του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου μέσα από την διαπροσωπική σχέση του με τον Πάνο Κουρτζή. Επιπροσθέτως, διασώζονται μαρτυρίες ότι ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος διατήρησε επικοινωνία με συνδρομητές του εκκλησιαστικού περιοδικού «Ἱερός Πολύκαρπος»που εξέδιδε στην Μητρόπολη Σμύρνης, και που είχαν καταγωγή ή διέμεναν στην Λέσβο. Δεν γνωρίζουμε την διάρκειά της φιλίας με τον Κουρτζή ή με άλλα μέλη της οικογένειας του αλλά από τα μικρά δείγματα μαρτυριώνπου έχουμε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αυτή καλλιεργήθηκε και διατηρήθηκε στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής εθιμοτυπίας της εποχής εκείνης που συστηματικά εφάρμοζε ο Χρυσόστομος από την θέση του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου. Παράλληλα, η σχέση του αυτήφανερώνει τηνδιατήρηση διαπροσωπικών σχέσεων με ανθρώπους εξουσίας και πολιτικούς παράγοντες της εποχής, κρίνοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί για το ευεργετικό έργο που επιτελείται με την βοήθεια τους στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία.







