ΟΤΑΝ Η ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΜΙΛΟΥΣΕ ΕΣΠΕΡΑΝΤΟ
γράφει η Μυρσίνη Βορριά
«Εσπε… τι; Ποιος ήρθε;»
Αυτή ήταν η αντίδρασή μου όταν άκουσα για πρώτη φορά τη λέξη «Εσπεράντο».
Μαθήτρια ακόμα, φανταζόμουν πως ήταν κάποιο αστείο όνομα, ένας ξένος
επισκέπτης που δεν πρόλαβα να γνωρίσω. Ο πατέρας μου γέλασε.
«Η γιαγιά σου ήξερε Εσπεράντο», επανέλαβε. «Γλώσσα ήταν».
Τον κοίταξα απορημένη, αλλά σύντομα η συζήτηση πήγε αλλού και το θέμα
ξεχάστηκε. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι η απάντηση βρισκόταν ήδη μέσα στο
οικογενειακό μας αρχείο — ανάμεσα σε κιτρινισμένες φωτογραφίες, χειρόγραφες
αφιερώσεις και διπλώματα που περίμεναν υπομονετικά να διηγηθούν μια ιστορία
ξεχασμένη στον χρόνο.
Όλα άλλαξαν όταν βρήκα το δίπλωμα της γιαγιάς μου. Μάρτιος 1929. Η Εσπεραντική
Ακαδημία της Ελλάδος βεβαιώνει ότι η Μυρσίνη Χατζηδημητρίου κατέχει τη γλώσσα
Εσπεράντο. Τότε θυμήθηκα εκείνη την κουβέντα με τον πατέρα μου. Η εικόνα της
γιαγιάς μου — της γλυκιάς γυναίκας που μου έλεγε ιστορίες, αλλά και της αυστηρής
δασκάλας για την οποία μου μιλούσαν αργότερα οι παλιοί μαθητές της — άρχισε να
αποκτά άλλες διαστάσεις.

Η Μύρτα δεν ήταν απλώς μια γυναίκα της εποχής της. Ήταν μια νέα μορφωμένη
κοπέλα, μια Αρσακειάδα που ονειρευόταν να μιλήσει με όλον τον κόσμο σε μια
γλώσσα χωρίς σύνορα.
Κι ύστερα ήρθαν οι φωτογραφίες.
«Εσπεραντίστας» σε εκδρομή στο Καβούρι το 1931.
Η «όμορφη συντροφιά του Εσπεραντικού μας Συλλόγου» σε εκδρομές στην Κράτηγο
και στον Άγιο Ηλία. Μικρές αφιερώσεις γραμμένες στα Εσπεράντο.
Ρούχα εποχής, νεανικά χαμόγελα, πρόσωπα που κοιτούν τον φακό με εκείνη τη
χαρακτηριστική αισιοδοξία του Μεσοπολέμου — σαν να πιστεύουν πραγματικά ότι
το μέλλον τους ανήκει.
Κοιτάζοντας αυτές τις φωτογραφίες σήμερα, νιώθω πως το χειρόγραφο στο πίσω
μέρος τους είναι η «φωνή» τους που έφτασε ως εμάς.
Και τότε ήρθε ο φάκελος του Πρωτοδικείου.
Σφραγίδες. Υπογραφές. Άρθρα καταστατικού. Ξαφνικά, οι εκδρομές, τα διπλώματα κι
όλα εκείνα τα πρόσωπα των φωτογραφιών απέκτησαν υπόσταση. Δεν επρόκειτο για
λίγους νέους που μάθαιναν μια παράξενη γλώσσα από περιέργεια. Το 1929
αναγνωρίζεται επίσημα από το Πρωτοδικείο ο «Εσπεραντικός Σύνδεσμος
Μυτιλήνης», ο Lesva Esperanto Societo, ενώ στον φάκελο που διασώζεται σήμερα
στα Γενικά Αρχεία του Κράτους υπάρχει ακόμη και το καταστατικό του.
Το γεγονός ότι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα αυτό το υλικό μοιάζει σχεδόν θαυμαστό.
Πρώτος προσωρινός πρόεδρος εμφανίζεται ο αξιωματικός Γεώργιος Καρακώστας.
Ανάμεσα στα μέλη και στο διοικητικό συμβούλιο συναντά κανείς πρόσωπα που
συνδέονται άμεσα με την πνευματική και εκπαιδευτική ζωή του νησιού: τη Μυρσίνη
Χατζηδημητρίου, τη Φιλίτσα Καραϊσκάκη — τότε διευθύντρια του Εθνικού Παιδικού
Σταθμού Μυτιλήνης — τον δικηγόρο Σάββα Σάββα, αλλά και τους Δ. Βλαχόπουλο, Ι.
Αργυρίου και Κ. Λεοντή.

Κάπου εκεί οι φωτογραφίες παύουν να είναι απλά ονόματα και οικογενειακά
κειμήλια· γίνονται μάρτυρες μιας ιστορίας της πόλης που έχει σχεδόν χαθεί.
Για τους ανθρώπους της εποχής, η Εσπεράντο δεν ήταν απλώς μια ξένη γλώσσα·
υπήρξε ένα διεθνές κίνημα που πρέσβευε πως άνθρωποι διαφορετικών χωρών και
πολιτισμών μπορούσαν να συνεννοηθούν ισότιμα μέσα από έναν κοινό τρόπο
επικοινωνίας, πέρα από τα σύνορα και τις διαφορές που τους χώριζαν. Και οι
υποστηρικτές της στην Ελλάδα την πίστεψαν τόσο, ώστε η Εσπεράντο να φθάσει να
διδάσκεται ως προαιρετικό μάθημα στη Μέση Εκπαίδευση της εποχής.
Έτσι, σε μια Μυτιλήνη που άλλαζε γρήγορα πρόσωπο — από την απελευθέρωση του
1912 μέχρι τις πληγές και τις ανακατατάξεις μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή —
κάποιοι νέοι αναζητούσαν και κάτι ακόμη: έναν τρόπο να νιώσουν μέρος ενός
μεγαλύτερου κόσμου.
Ο Σύνδεσμος δεν έμεινε κλεισμένος στα χαρτιά του Πρωτοδικείου. Ο τοπικός Τύπος
της εποχής παρακολουθεί τη δράση του, ανακοινώνοντας εκδρομές, αρχαιρεσίες και
μαθήματα Εσπεράντο για τη διάδοση της γλώσσας. Οι εφημερίδες της εποχής
αναφέρουν εξορμήσεις του συλλόγου στην Κράτηγο και στο Πυργί, ενώ τον
Οκτώβριο του 1931 δημοσιεύεται ανακοίνωση για μαθήματα Εσπεράντο στην
Εμπορική Σχολή του Αγγελομάτη, με γενική γραμματέα τη Μυρσίνη
Χατζηδημητρίου.
Οι φωτογραφίες της Κρατήγου και του Αγίου Ηλία δεν θυμίζουν «μυστική λέσχη»,
αλλά μια παρέα ανθρώπων με κοινές ανησυχίες, που πίστευαν πως η επικοινωνία
μπορούσε να φέρει τους λαούς πιο κοντά.

Και δεν είναι καθόλου παράξενο που ένα τέτοιο κίνημα βρήκε απήχηση εδώ. Η
Μυτιλήνη υπήρξε πάντοτε μια πόλη εξωστρεφής, ένα πνευματικό σταυροδρόμι του
Αιγαίου με βαθιά σχέση με τις ιδέες και τα ρεύματα της εποχής της. Μέσα σε αυτό το
περιβάλλον, ο Εσπεραντικός Σύνδεσμος Μυτιλήνης μοιάζει σήμερα λιγότερο με
ιστορική παραξενιά και περισσότερο με ένα ακόμη κομμάτι εκείνης της ζωντανής
πνευματικής κίνησης που χαρακτήρισε το νησί στον Μεσοπόλεμο.
Ίσως ο Σύνδεσμος να χάθηκε με το πέρασμα των δεκαετιών. Ίσως η γλώσσα αυτή να
μην έγινε ποτέ η «γλώσσα του κόσμου», όπως ονειρεύονταν οι δημιουργοί της.
Κοιτάζοντας όμως σήμερα αυτές τις φωτογραφίες, τα διπλώματα και τα ξεχασμένα
έγγραφα, συνειδητοποιώ ότι η ουσία δεν βρισκόταν μόνο στη γλώσσα. Βρισκόταν
στην ανάγκη αυτών των ανθρώπων να επικοινωνήσουν, να ανήκουν σε κάτι
μεγαλύτερο από τα στενά όρια του νησιού τους, να πιστέψουν — έστω για λίγο — ότι
ο κόσμος μπορούσε να γίνει πιο ανοιχτός και πιο ανθρώπινος.
Κι αυτό είναι τελικά το πιο μεγάλο «μάθημα» που άφησε ο Σύνδεσμος πίσω του.







