Οι ντόπιοι ανοίγουν την αγκαλιά τους στους πρόσφυγες

Συντάκτης: Μοιραστείτε το:

Απλοί, ανώνυμοι άνθρωποι προσφέρουν απ’ το υστέρημά τους βοήθεια

Πολλές φορές μιλάμε για το ρατσισμό ή την επιφυλακτικότητα ή για το ότι πολλοί συμπολίτες μας δυσανασχετούν απέναντι στα ομολογουμένως πολλά και δυσβάσταχτα προβλήματα που έχουν δημιουργηθεί στην τοπική κοινωνία του νησιού μας σχετικά με τις απίστευτα μεγάλες ροές των προσφύγων – μεταναστών.

Όμως πάντα ένα νόμισμα έχει δυο όψεις. Και πάντα όποιες κι αν είναι οι θέσεις ή οι απόψεις μας ή απλώς οι αναστολές μας ως προς κάποιο ζήτημα, είναι αλλιώς να το βλέπεις από μακριά κι εντελώς διαφορετικά να το αντιμετωπίσεις από κοντά. Γιατί από κοντά, θες δεν θες, αν είσαι άνθρωπος, θα σε αγγίξει. Θα αποδεχτείς ως υπαρκτή την κατάσταση που βλέπεις με τα ίδια σου τα μάτια και αυτό που αντικρίζεις δεν μπορεί παρά να μιλήσει στην ψυχή σου.

Το «ευχαριστώ» που ακούς είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, είναι το πιο ακριβό δώρο που μπορεί να κάνει άνθρωπος προς άνθρωπο.
Το «ευχαριστώ» που ακούς είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, είναι το πιο ακριβό δώρο που μπορεί να κάνει άνθρωπος προς άνθρωπο.

Ακούστε λοιπόν μια ιστορία, απλή, καθημερινή, απόλυτα ανθρώπινη, που μας διηγήθηκε μια συμπολίτης μας «Κ. Β.» όπως την βίωσε η ίδια, αλλά και πώς αυτή η εμπειρία την άλλαξε, την συνειδητοποίησε και την έκανε καλύτερο άνθρωπο. (Σημειώστε ότι κατά τη διάρκεια της αφήγησής της, πολλές φορές σταματούσε προσπαθώντας να καταπιεί αυτόν τον κόμπο που ανέβαινε στο λαιμό κι έκανε τα μάτια της να υγραίνονται).

« Μια μέρα πηγαίνοντας μια βόλτα στον Μανταμάδο, συναντήσαμε στο δρόμο μας μια μικρή ομάδα ανθρώπων (ξένοι ήταν, πρόσφυγες, μετανάστες) που ταλαιπωρημένοι και καταϊδρωμένοι έσερναν τα πόδια τους πάνω στην άσφαλτο. Σταματήσαμε και δώσαμε ένα μπουκάλι νερό που είχαμε μαζί μας, να ξεδιψάσουν. Τη δεύτερη φορά έγινε πάλι το ίδιο, αλλά τώρα είχαμε πάρει παραπάνω μπουκάλια νερό μαζί μας. Την τρίτη φορά είπαμε ας πάρουμε και μερικά φρούτα να δώσουμε, να φάνε τουλάχιστον κάτι τα παιδάκια που πολλοί είχαν μαζί τους.

Διαπιστώσαμε μετά τις πρώτες φορές ότι το επιδιώκαμε με τον άντρα μου να πηγαίνουμε προς τα εκεί για να πηγαίνουμε όσα τρόφιμα μπορούσαμε σ’ αυτούς τους ανθρώπους που βάδιζαν εξαθλιωμένοι στο δρόμο. Την επόμενη φορά φτιάξαμε σάντουιτς, πήραμε φρούτα και νερά και τα προσφέραμε στους πρόσφυγες που ήταν συγκεντρωμένοι στις σκηνές των Γιατρών Χωρίς Σύνορα λίγο έξω από τον Μανταμάδο, ενώ όσα περίσσεψαν τα πήγαμε στη Σκαμιά.

ψωμιά 1

Κάποια μέρα ήρθε μια φίλη μου και μου έδωσε 20 ευρώ, ώστε αν ξαναπάμε να δώσουμε φαγητό να πάρουμε λίγο περισσότερο. Σιγά σιγά ήρθαν κι άλλοι φίλοι και πρόσφεραν όσα μπορούσε ο καθένας. Μετά εκτός από φαγητό μαζέψαμε και μερικά ρούχα, οπότε όταν ξαναπήγαμε τους δώσαμε να αλλάξουν, γιατί όταν βγαίνουν είναι βρεγμένοι και τουρτουρίζουν από το κρύο, τους δώσαμε φαγητό και παράλληλα προσπαθήσαμε να τους καθοδηγήσουμε για το πώς θα κατεβούν στη Μυτιλήνη, πώς θα βρουν τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και πώς θα βοηθηθούν γενικά.

Την τελευταία φορά που πήγαμε, είχαμε μαζευτεί 10 άτομα μεταξύ των οποίων ήταν και μια γιατρός η οποία ήρθε μαζί μας να βοηθήσει χωρίς να αντιπροσωπεύει κάποιον. Είδαμε ανθρώπους σε πολύ άσχημη κατάσταση. Εξαθλιωμένους, άρρωστους, με κρυοπαγήματα στα πόδια, παιδάκια σκελετωμένα και ξεπαγιασμένα από το κρύο, απίστευτες καταστάσεις που δεν υπάρχουν λόγια να τις περιγράψεις.

Αυτό που αντιλήφθηκα είναι, πως αν κάνεις μια φορά το καλό και βοηθήσεις κάποιον που έχει ανάγκη, θέλεις να βοηθάς συνεχώς. Είναι πολύ μεγάλο πράγμα να βλέπεις ανθρώπους που πραγματικά γλύτωσαν από του Χάρου τα δόντια, που μόλις βγήκαν απ’ τη θάλασσα, που είναι άγνωστοι, που είναι αλλόθρησκοι κι όμως σου λένε να έχεις την ευχή του Θεού. Το χειρότερο απ’ όλα είναι όταν τα τρόφιμα ή τα ρούχα που έχεις δεν φτάνουν για όλους και πρέπει να επιλέξεις ανάμεσα σε όλα αυτά τα απεγνωσμένα μάτια που σε κοιτάνε σε ποιόν θα δώσεις ότι έχεις. Το «ευχαριστώ» που ακούς είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, είναι το πιο ακριβό δώρο που μπορεί να κάνει άνθρωπος προς άνθρωπο.

Δυστυχώς μπροστά σε όλο αυτό το δράμα, βλέπω ένα κράτος που αδρανεί, ένα κράτος απόν. Βλέπω τους τόσους εθελοντές που κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες καθημερινά και είτε πληρώνονται είτε όχι, δίνουν όλο τους το είναι σ’ αυτήν την προσπάθεια και βιώνουν πολύ δύσκολες καταστάσεις. Είναι νέοι άνθρωποι και αντί να ασχολούνται με δραστηριότητες της ηλικίας τους ή να διασκεδάζουν, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να βοηθούν. Το λάθος επομένως δεν είναι στους εθελοντές αλλά στην πολιτεία που θα έπρεπε να δραστηριοποιηθεί περισσότερο για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Για παράδειγμα υπάρχουν πολλά κτήρια (της εκκλησίας, του Δήμου κλπ.) στα οποία θα μπορούσαν να στεγαστούν αυτοί οι άνθρωποι κι όχι να μένουν εκτεθειμένοι μέσα στους δρόμους, στο κρύο και στη βροχή.

Εγώ απ’ την πλευρά μου, σαν απλός άνθρωπος, κάνω αυτό που μου υπαγορεύει η συνείδησή μου σαν χριστιανή. Βοηθάτε αλλήλους είπε ο Χριστός. Κι ευτυχώς πολλοί από εμάς σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Όταν είπα ότι μαζεύω ρούχα πολλοί γνωστοί μου μου έδωσαν δικά τους, λέγοντας ότι εγώ για παράδειγμα έχω δυο σακάκια, δεν μου χρειάζονται, ας δώσω το ένα.

Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι κι εμείς είμαστε απόγονοι προσφύγων, που κάποτε βρέθηκαν στην ίδια μοίρα με αυτούς τους ανθρώπους. Ας μην ξεχνάμε τι περάσαμε, γι’ αυτό πρέπει να βοηθάμε».

 

 

Προηγουμενο αρθρο

Τρεις γενιές Ελλήνων εικαστικών

Επομενο αρθρο

Σύνορα