Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ, δημοσιογράφος
Μια βόλτα στην Κουμιδιά, στα παλιά λαδοσόκακκα του ιστορικού κέντρου της Μυτιλήνης σου δίνει την ευκαιρία να γνωρίσεις κομμάτια μιας πόλης που πίστευες, που όλοι πιστεύαμε, πως χάθηκε για πάντα. Κι όμως…
Οι εργασίες της κατασκευής δικτύων στην περιοχή από τη ΔΕΥΑΛ έφεραν στο φως εκτενή τμήματα λιθόστρωτων της πόλης που σκεπασμένα από λεπτό στρώμα ασφάλτου περίμεναν θαρρείς να ξαναβγούν στο φως. «Παβέδες», μεγάλες παραλληλόγραμμες νταμαρόπετρες, σιδερόπετρες αλλά και μάρμαρα και φυσικά ιγνιμβρίτες (σαρμουσακόπετρες) δημιουργούν ένα άθικτο στο σύνολο του βαρύ ισόδομο επιδαπέδιο σύστημα, την εικόνα των δρόμων της Μυτιλήνης των αρχών του 20ου αιώνα ή ίσως και παλιότερα.
Κάποιοι στα χρόνια της δικτατορίας απλά κάλυψαν για τους δικούς τους ακατανόητους λόγους, τα μοναδικά αυτά λιθόστρωτα της Κουμιδιάς. Μόνο που μισόν αιώνα μετά, αποκαλύφθηκαν. Και τώρα μπαίνει το ερώτημα. Να ξαναθαφτούν ή να αποκατασταθούν και να αποτελέσουν ΑΘΙΚΤΑ δείγματα του μοναδικής αξίας δομημένου περιβάλλοντος της πόλης μας;
Η Δημοτική Αρχή της Μυτιλήνης με Δήμαρχο του Παναγιώτη Χριστόφα έχει το λόγο. Ας τρέξουν να προλάβουν. Να σταματήσουν το σχεδιαζόμενο τσιμέντωμα. Να σώσουν αυτό το πολύ σημαντικό κομμάτι της παλιάς Μυτιλήνης.
Πάνε πολλά χρόνια που διάβασα το αριστούργημα του Αισχύλου, την «Ορέστεια Τριλογία». Στο πρώτο μέρος της με τον τίτλο «Αγαμέμνων», ο Χορός εξυμνεί το Δία, για όσα καλά έχει προσφέρει στους ανθρώπους, με τις φράσεις: «Τον φρονείν βροτούς οδώσαντα, τον πάθει μάθος θέντα κυρίως έχειν. Στάζει δ’ ανθ’ ύπνου προ καρδίας μνησιπημων πόνος». Που πάει να πει «Ετούτος (ο Δίας) έδειξε στον άνθρωπο το δρόμο της φρόνησης και θεσμοθέτησε τα παθήματα να γίνονται μαθήματα. Στάζει ακόμα και στον ύπνο, στην καρδιά μας, ο πόνος που θυμίζει τα παθήματά μας, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν γίνονται μαθήματα.».
Σε εκείνα τα χρόνια της άγουρης νιότης είχα «κολλήσει» στην αρχαία Ελληνική φιλολογία και στον Γιώργο Σεφέρη. Ο δεύτερος μου απέμεινε μοναχά, ως τα τώρα, στα χρόνια της ώριμης ενηλικίωσης.
Ο Γιώργος Σεφέρης το λοιπόν εμπνεύστηκε από τούτες τις φράσεις του Χορού στον «Αγαμέμνονα» το ποίημα «Τελευταίος Σταθμός» που έγραψε το 1944. Έγραφε ανάμεσα στα άλλα στο ποίημα του ο Σεφέρης:
«Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε… που θα βουλιάξει, καθώς το δείχνουν οι στατιστικές…, κι η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει, στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο, μνησιπήμων πόνος».
Μνησιπήμων πόνος το λοιπόν. Τα λιθόστρωτα της Κουμιδιάς που πρέπει να σωθούν. «Πόνος που θυμίζει τα παθήματά μας, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν γίνονται μαθήματα».
Πόνος για τα που χάθηκαν για πάντα, για τα που χάνονται, για τα που πρέπι να σωθούν και ως Εκάβη στις «Τρωάδες» σπεύδουμε εκ των υστέρων θυμωμένα δήθεν, να φωνάξουμε: «Τώρα που μας παραχώσαν να δεις τι έχουν να λένε οι ποιητές για εμάς…».
Τι μας λες τώρα θα μου πείτε. Λέω πως με αφορμή την αποκάλυψη των λιθόστρωτων πρέπει να σταματήσουμε να πελεκάμε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόμαστε. Πρέπει να υπάρξει επιτέλους σε αυτόν τον τόπο ένας συνολικός σχεδιασμός του πολιτιστικού του αποθέματος σε συνδυασμό πάντα με το εμβληματικό κτηριακό – αρχιτεκτονικό, το κάθε λογής δομημένο απόθεμα της Μυτιλήνης. Δημόσιο και ιδιωτικό.
Γιατί πολιτισμός είναι η σωτηρία αυτού του αποθέματος της πόλης και των χωριών.
Πολιτισμός είναι να αφουγκράζεσαι τι σου λέει και τι θέλει να σου πει η κοινωνία.
Ας ξεκινήσει το λοιπόν να γίνεται ότι πρέπει να γίνει. Τις επόμενες λέει μέρες σχεδιάζεται το τσιμέντωμα των παλιών λιθόστροτων στην Κουμιδιά. Πράγμα που σημαίνει ότι σύντομα, πολύ σύντομα θα είναι αργά ακόμα και για αυτούς που θα θέλανε να κάνουν κάτι και…. «δεν πρόλαβαν». Και τότε η χαμένη ευκαιρία θα προστεθεί στις άλλες που πέσαν να πλακώσουν τον τόπο. Ας μην υπάρξει άλλη μιαν αιτία να «στάζει ακόμα και στον ύπνο, στην καρδιά μας, ο πόνος που θυμίζει τα παθήματά μας, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν γίνονται μαθήματα».







