Search

Μνήμες-Παιδικά χρόνια, τα χρόνια της εκκλησίας-Του Βάσου Ι. Βόμβα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του Βάσου Βόμβα “ΑΝΑΜΝΗΣΙΟΛΟΓΙΑ”

.
Τα παιδικά μου χρόνια, αλλά και  τα άλλα της προεφηβείας μου, μαζί με τους φίλους της γειτονιάς μου, τα περάσαμε μέσα στην εκκλησία. Πότε ως ξαφτέρουγα τις Κυριακές, αλλά και τις μέρες των επίσημων γιορτών, και πότε  μ΄ένα μαύρο λερό κατά κανόνα ράσο,τις μέρες των χαιρετισμών, αλλά και αυτών της Μ.Εβδομάδος, σαν εντεταλμένα όργανα των επιτρόπων –  παγκαρίων του ναού, να σβήνουμε τα κεριά από τα μανουάλια,  έναντι μικράς αμοιβής κάποιων ψωροδραχμών, πάντα με την σιωπηρή ρητή εντολή του παντεπόπτη επιτρόπου, το σβήσιμο να γίνεται άμεσα, μόλις η πιστή απομακρύνονταν από το μανουάλι. Προφανώς οι προστάτες της περιουσίας του ναού, να ήθελαν τα κεριά να τα πετάμε, όσο γίνονταν μεγαλύτερα, προς όφελος της εκκλησίας αφού όταν τα επέστρεφαν στον κατασκευαστή, για λιώσιμο θα είχαν μεγαλύτερο βάρος. Αυτή η βιαστική κίνηση του γρήγορου σβησίματος- δείγμα της πιστής τήρησης των εντολών του επιτρόπου- έκρυβε κι έναν ενδιάθετο μικρό φόβο  για το αν θα μας ξαναπάρουν. ‘Ετσι θέλαμε να φανούμε, όσο γίνονταν πιο δραστήριοι στην εντεταλμένη αυτήν υπηρεσία, για να διατηρήσουμε την λαμπρή αυτή “αμειβομένη” θέση. Πολλές φορές, κάποιες ξεμωραμένες γριές μας έπαιρναν χαμπάρι και μουλωχτά μας έβριζαν λέγοντας ότι θα μας μαρτυρήσουν στον επίτροπο. Για λίγο κάναμε τα καλά μας και μετά πάλι τα ίδια.
‘Ομως, πως να το κάνουμε, η χαρά μας και η περηφάνια μας, ήταν να ντυθούμε τα παπαδίστικα,να γίνουμε ξαφτέρουγα δηλαδή, και να φορέσουμε αυτές τις λευκές στολές με τις περίτεχνες πλατιές  σταυρωτές κορδέλες και να βαστούμε τα περίεργα αυτά μικρά μανουάλια, με το κερί αναμμένο μέσα σ’ αυτήν την ωραία σχηματική απόληξη τους. Και βιαστικά να  βγούμε από την δεξιά πόρτα της ωραίας πύλης, να σταθούμε ο ένας πίσω από τον άλλον, ανάλογα με το μπόι μας και να περιμένουμε τον παπά, που μαζί με το διάκο και το θυμιατό  του, έκαναν ένα μικρό γύρο μέχρι να καταλήξουν στην είσοδο της Ωραίας Πύλης, όπου ήταν στημένος ένας μικρός άμβωνας για να διαβάσει ο παπάς το Ιερό Ευαγγέλιο. Όταν τελείωνε την ανάγνωση κι οι ψαλτάδες έλεγαν τα δικά  τους, βιαστικά φεύγαμε από το πλάι,  κι απ’ τη μικρή πόρτα, μπαίναμε ξανά στο ιερό για  ν’ αλλάξουμε και γρήγορα, γρήγορα, να φιλήσουμε το χέρι του παπά, να πάρουμε το αντίδωρο, πρώτοι εμείς, και ν΄αμοληθούμε τρέχοντας στη γειτονιά μας και στα παιχνίδια μας.
Μετά τα κατοχικά χρόνια και πριν τελειώσουμε το δημοτικό, απαραιτήτως κάθε Τετάρτη, τις απογευματινές ώρες, βρισκόμασταν όλοι οι μαθητές του σχολείου μας στην εκκλησία της ενορίας μας για να παρακολουθήσουμε το Κατηχητικό αυτήν την καταναγκαστική διδασκαλία και ν’ ακούσουμε από το στόμα του κατηχητή, μορφωμένου κατά κανόνα ιερέα, νουθεσίες και αλλά θρησκευτικά κελεύσματα που με πολλή υπομονή προσπαθούσε να μας διδάξει ο Παπα-Στρατής, ένας μειλίχιος και γλυκύτατος πάπας, που εύκολα συγχωρούσε και τις μικρό αταξίες μας, όταν από βαρεμάρα χασκογελούσαμε ή σπρωχνόμασταν.
Να σημειώσω ότι τα χρόνια αυτά, ήδη από το δημοτικό, το μάθημα των θρησκευτικών κατείχε περίοπτη θέση στα σχολεία και η  διδασκαλία τους  σε ώρες ξεπερνούσε όλα τα  αλλά μαθήματα . Θυμάμαι, ότι το βιβλίο μας των θρησκευτικών ( Εκδόσεις Αλικιώτη, ο μοναδικός τότε εκδοτικός οίκος σχολικών βιβλίων του Δημοτικού), η Λειτουργική και η Κατήχηση, ήταν με τόση σχολαστικότητα γραμμένο, που ήθελες δεν ήθελες το μάθαινες απ’  έξω κι ανακατωτά. Αυτό και σε συνδυασμό με το κατηχητικό, τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό, την εξομολόγηση, κατά τακτά χρονικά διαστήματα και την θεία μετάληψη των αχράντων μυστηρίων τις Κυριακές με το σχολείο μας, λειτούργησαν κατά τέτοιον τρόπο μέσα μου, που τελικά με τα χρόνια έμαθα σχεδόν ολόκληρο το τυπικό της λειτουργίας καθώς και τις ψαλμωδίες των ιερέων και των ψαλτών, που ακόμα και σήμερα  θυμάμαι.
Παρ’ όλο που ήμουν καλλίφωνος, ποτέ δεν πήγα στο ψαλτήρι να μάθω τη βυζαντινή μουσική.Τούτο το αποδίδω και στην απέχθεια που από μικρός είχα, στις λογιώ – λογιώ μάντρες, δηλαδή σ’ αυτό που θα λέγαμε ομαδοποίηση.
Γι αυτό και ποτέ μου δεν έγινα πρόσκοπος και βέβαια…. τρόφιμος των θερινών παιδικών κατασκηνώσεων. Μεταξύ μας ο σοφός Γιαννακός, ο πατέρας μου, φοβόταν αυτές τις “ομαδοποιήσεις” λόγω και των συχνών κρουσμάτων “παιδερασίας” που πάντα ελλοχεύουν σε τέτοιου είδους  μαζικές συνάξεις. Στην περίπτωση όμως του ψαλτηρίου, μπορεί να συνετέλεσε και η αυταρχικότητα και η τσιγκρή φάτσα του ιεροψάλτη Καρύκα. ‘Ηταν τέτοια η αυστηρότητα  και η αυταρέσκεια του, που ούτε καν τον ενδιέφερε αν στο αντικρυνό ψαλτήρι έψαλλε κάποιος συνάδελφος του. Και τούτο δεν το έκρυβε, ακόμα κι όταν με δυσφορία αντιμετώπιζε τον Δημητράκη, τον αριστερό ψάλτη, που σχεδόν πάντα μεθυσμένος εκτελούσε τα ψαλτικά του καθήκοντα τόσο άψογα που  πολλές φορές ξεχνούσε ή έλεγε λαθεμένα τα απολυτίκια ή τα πολλά κυρ ελέησον, που λένε οι ψαλτάδες, μετά τα αντίστοιχα των ιερέων,που δεν έμαθα ποτέ και πόσο τα βαριούνται.Το άλλο, που του καταμαρτυρούσε,  ήταν ότι τη Μ.Παρασκευή, όταν ψάλλονταν τα εγκώμια,  είχε καθιερώσει να ψάλλουν μαζί του κορίτσια,κάτι το εντελώς αδιανόητο για την λογική και την σοβαρότητα του Καρύκα.
‘Ομως για τους ψάλτες θα μιλήσω παρακάτω.
 Μέσα στο όσα παπαδίστικά μου, που δεν ήταν και λίγα, ξέχασα να πω και για τις μέρες που ως ξαφτέρουγο, κάποια στιγμή ο νεωκόρος με επέλεξε, ντυμένος πάντα την παιδική παπαδίστικη στολή, να βαστάω την ουρά των αμφίων, του Μητροπολίτη.
Μητροπολίτης μας τότε, ήταν ο Ιάκωβος ο Α’,  ο από Δυρραχίου.
Μια σπουδαία προσωπικότητα, που άφησε εποχή στη Μυτιλήνη. ‘Ηταν αυτός που οργάνωσε τα Φιλανθρωπικά Καταστήματα της πόλης, αλλά και που κατάφερε με την σχεδόν αυταρχική επιμονή του, να επεκτείνει το πολύτιμο έργο του και σε άλλους χώρους, όπως για παράδειγμα στο Νοσοκομείο της πόλης, που έφερε το όνομα “Ιερόν Βοστάνειον Νοσοκομείον”, σε μοναστήρια της δικαιοδοσίας του, αλλά και σε μεγάλα πρότυπα αγροκτήματα, όπως αυτό της Αχλαδερής, που ανήκε σ’ έναν πλούσιο Μυτιληνιό  και που τον έβαλε σχεδόν με το ζόρι να το δωρήσει στα Φιλανθρωπικά Καταστήματα.
Γνωρίζοντας πολύ καλά τη νοοτροπία, την τζαναμπετιά  αλλά και την αχαριστία των συμπολιτών μας,  φρόντισε εν ζωή και έφτιαξε τον μαρμάρινο ανδριάντα του, που σήμερα κοσμεί την είσοδο του Νοσοκομείου μας.
Ο Ιάκωβος παρά το πλούσιο φιλανθρωπικό του έργο, κατηγορήθηκε και πολεμήθηκε από συγκεκριμένους ανθρώπους, για δήθεν ατασθαλίες, αλλά όταν πέθανε στο πύργο του, στον Χάλικα, όπου διήγεν λιτόν βίον, δεν  βρήκαν παρά μια αλλαξιά ρούχα για την ταφή του. Και το κυριότερο, υπήρξεν ένας απόλυτα φυσιολογικός ιεράρχης.
Από τις καταναγκαστικές, εκκλησιαστικές μας υποχρεώσεις, ήταν κι αυτή της εξομολόγησης. Συνήθως ο επιφορτισμένος με αυτό το καθήκον παπάς ήταν μάλλον αγράμματος και ανεπιτρέπτως περίεργος, γιατί κυρίως ενδιαφέρονταν  να μάθει για τις σεξουαλικές μας δραστηριότητες, κάνοντας στερεοτύπως σ’ όλους την  ίδια και μοναδική ερώτηση. πόσες φορές ημερησίως αυνανιζόμασταν.
Δηλαδή θεωρούσε δεδομένη την καθημερινή μας ενασχόληση με το πουλί μας…….Αν είναι δυνατόν να κάνεις τέτοιου είδους ερωτήσεις σ’ ένα μικρό παιδί.Τέτοια περιέργεια ο εξομολογητης μας!
‘Οσο κι άν φαίνεται απίστευτο,υπήρχαν και λειτουργοί του Υψίστου,  εντελώς διεφθαρμένοι,  που βασιζόμενοι στην εχεμύθεια, αλλά κυρίως στο φόβο των παιδιών,  ξέφευγαν και ζητούσαν κατάπτυστα πράγματα.
Η  πρώτη μου εξαδέλφη, η Τούλα, μια πολύ όμορφη και ιδιαίτερα αναπτυγμένη για την ηλικία της κοπέλα, πήγε για εξομολόγηση και ο πάπας ξεκουμπούθηκε και της ζήτησε τούτο το ξεδιάντροπο. ” ‘Ελα κόρημ’  κι πιάσι την ιβλουγημέν’ μ’.
Η Τούλα ξύπνια  και θαρραλέα όπως ήταν, αφού τον στόλισε με ένα  ” ε, ντρέπισι βρε παλιάθριπι ”  έφυγε  τροχάδην και πήγε κατ ευθείαν στο θείο Λουκά, που το επιπλοποιείο του ήταν κοντά στην εκκλησία, και του ανέφερε το συμβάν.
 Ευτυχώς ο παπάς πρόλαβε και την κοπάνησε!
Επανέρχομαι εις τα των ψαλτών.
Ο ψάλτης Καρύκας, μοναδικός  σ όλο το νησί, είχε ιδρύσει  σχολή εκμάθησης της Βυζαντινής μουσικής κι οι μαθητές του επιλεγμένοι από πληθώρα υποψηφίων, τον πλαισίωναν στο ψαλτήρι, που ειδικά τις μέρες των αγίων παθών βρίσκονταν στις δόξες του. Για το λόγο τούτο στην εκκλησία μας μαζεύονταν πιστοί κι από άλλες ενορίες για να τον ακούσουν.Η  κόκκινη σαν παντζάρι μούρη του ίδρωνε από αγωνία, λόγω και της παρουσίας του Δεσπότη, αφού ήθελε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, να δείξει όλη την τεχνική του αλλά κι αυτήν των μαθητών του, που άψογα διηύθυνε. Στο ψαλτήρι, στα αριστερά του, είχε έναν εκπληκτικό βαθύφωνο ψάλτη
 τον Σφούνη, που πάντα τις Κυριακές έλεγε τον Απόστολο και η καμπανιστή φωνή του, είχε τέτοια καθαρότητα και τονικότητα, που πραγματικά το κείμενο μεταμορφώνονταν και έπαιρνε μια άλλη διάσταση.
Και έρχονταν η Μ.Πέμπτη και η Μ.Παρασκευή. Ειδικά η Μ.Πέμπτη για τους μυημένους στη βυζαντινή μουσική είναι η μέρα που οι ιεροψάλτες δίνουν ένα ρεσιτάλ των ικανοτήτων τους και ο Καρύκας με συμπρωταγωνιστή τον Σφούνη έδιναν όλον τον εαυτό τους.
Την Μ.Παρασκευή  όλο το σκηνικό αλλάζει. Το Θείο δράμα βρίσκεται στην κορύφωσή του. ‘Εχει γίνει η αποκαθήλωση και ταφή του σώματος του Κυρίου.
‘Ερχεται η μεγάλη στιγμή των ύμνων του ταφέντος θεανθρώπου. Είναι η στιγμή των εγκωμίων, όπου στίχοι και μουσική σε μια απόλυτη αρμονία ” εγκωμιάζουν την ταφήν και τα πάθη του “. Ειδικά η γ’ στάση, που ξεκινά μ’ αυτό το μεγαλοπρεπές ” αι γεναιαί  πάσαι “.. μας προετοιμάζει για τις άλλες μεγάλες στιγμές που θα ακολουθήσουν, όταν θα ακουστούν  το  “Ω! γλυκύ μου έαρ ” και το ” Ω! φως των οφθαλμών μου “.
Εδώ ο Καρύκας εφάρμοζε τούτο  το έξοχο εύρημα .Ο Σφούνης με την βαθιά μπάσα φωνή του έλεγε πρώτος, το “Ω! γλυκύ μου έαρ”  και μετά έμπαιναν οι ψαλτάδες. ‘Ετσι μ’ αυτόν τον οιονεί διάλογο το Εγκώμιον έπαιρνε μιαν άλλη μουσική διάσταση και η κατάνυξη των πιστών την πλήρη καταφυγή της.
‘Ομως πιο πολύ θέλω να μιλήσω γι αυτό το αεράκι του επιταφίου, που φέρνει στις καρδιές όλων, το σκίρτημα  της πρώτης μας νιότης, τότε που μαζί με την ανθισμένη φύση άνθιζε  και η  δική μας  φύση, η ερωτική.
Από την Κυριακή των Βαϊων, με την ακολουθία του νυμφίου, αρχίζαμε να μπαίνουμε στο κλίμα της εβδομάδας των παθών.
Το βάψιμο των αυγών τη Μ.Πέμπτη , τα πασχαλινά κουλουράκια και η προετοιμασία για το τσουρέκι, αυτός ο  μέγας πονοκέφαλος για κάθε νοικοκυρά,  αν η ζύμη θα φουσκώσει κανονικά, μέχρι που να πάει στο φούρνο για ψήσιμο και κάποια άλλα τυπικά των ημερών, ήταν ο προάγγελος για το τι θα επακολουθούσε τη Μ.Παρασκευή, τη μέρα που το στόλισμα του επιταφίου, μετά την αποκαθήλωση ήταν μια δοκιμασία και μαζί μια αφορμή για μάς τα παιδιά της γειτονιάς να φροντίσουμε για τον στολισμό του επιταφίου. Και τότε αμολιόμασταν χωρίς καμιά αναστολή στις αυλές των σπιτιών και μαδούσαμε κυριολεκτικά θάμνους και τριανταφυλλιές κι ότι άλλο λουλουδικό βρίσκαμε για να το πάμε στην εκκλησιά της ενορίας μας, όπου μας περίμεναν γυναίκες και κορίτσια για το στόλισμα του επιταφίου. Κι εμείς με τη σειρά μας περιμέναμε  πότε θα τελειώσουν, με την κρυφή ελπίδα ο επιτάφιος μας να είναι ο καλύτερος της πόλης.
Και μέσα σ’ αυτόν τον οργασμό της ευγενικής άμιλλας, η πρώϊμη εφηβεία σου να έχει μπουμπουκιάσει κι αυτή και να θέλει να εκφραστεί μέσα από ματιές και κάποια δειλά τυχαία ακουμπίσματα στα κορίτσια της γειτονιάς μας, που κι αυτά λοξοκοίταζαν κρυφογελώντας . Κι όλο περνούσαμε και τρείς και παραπάνω φορές κάτω από τον επιτάφιο μπας και συναντιόταν πιο έντονα τα βλέμματα μας. ‘Οταν πια άρχιζε η ακολουθία του επιταφίου, στεκόμασταν πάντα στο δεξιό ψαλτήρι και τα κορίτσια στο αριστερό. ‘Ετσι εύκολα, έχοντας το πεδίο ανοικτό, αφού δεν μεσολαβούσε κανένα εμπόδιο, παρά μόνο ο άδειος σταυρός και ο στολισμένος επιτάφιος, κρατώντας ένας εξ ημών μια σύνοψη, τάχα ρίχναμε μια ματιά στην χαμένη προ πολλού σελίδα, ενώ στην πραγματικότητα τα μάτια μας ήταν στραμμένα επίμονα στη μεριά των κοριτσιών περιμένοντας και τη δική τους ματιά. Κι όταν αυτή δεν έρχονταν, μια ανείπωτη θλίψη  πλημμύριζε το νού σου και  προσπαθούσες να εξηγήσεις τα ανεξήγητα.
Και τα χρόνια πέρασαν. Φοιτητές πια, νάμαστε στον επιτάφιο του Νοσοκομείου, όπου κάθε χρόνο, κατά παράδοση βρισκόμασταν, όλοι  της συντροφιάς,  περιμένοντας πότε θα τελειώσει η περιφορά του επιταφίου, για να κατηφορίσουμε στο σπίτι της Νάστιας, για την καθιερωμένη συνάντηση, που δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο να προσφέρει και το χειρότερο γίνονταν και σε κλειστό χώρο, όταν η άνοιξη κι οι μυρωδιές της σε προκαλούσαν για άλλου είδους περιπάτους.
Τώρα πια δεν υπάρχουν οι ματιές, τα καρδιοχτύπια κι αυτή η αναμονή, που όσο κι αν σε τσάκιζε, εσύ περίμενες……
Και να που θυμήθηκα το στίχο του αγαπημένου μου ποιητή του Τάσου Λειβαδίτη από τη συλλογή του:
“Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας”.
Ναι αγαπημένη μου,εγώ σε περίμενα,πάντοτε σε περίμενα.
Απρίλιος, παραμονές του Πάσχα του 2021
Βάσος Ι. Βόμβας.