Κώστας Λαπαβίτσας: «Η Λέσβος μπορεί να ξαναγίνει τόπος που παράγει, όχι μόνο τόπος που φιλοξενεί»

Στη Λέσβο, για ολιγοήμερες διακοπές βρέθηκε ο Κώστας Λαπαβίτσας, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο SOAS του Λονδίνου, με σημαντικό ερευνητικό και συγγραφικό έργο στην πολιτική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς και θητεία στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Με οικογενειακές ρίζες στη Βρίσα, απ’ όπου κατάγεται ο παππούς του από την πλευρά της μητέρας του, ο Κώστας Λαπαβίτσας διατηρεί έναν ιδιαίτερο δεσμό με το νησί. Κατά την παραμονή του στη Λέσβο μίλησε στα «Πολιτικά» για την τοπική οικονομία, τις δυνατότητες ανάπτυξης και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο τόπος. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, αναφέρεται στο τουριστικό μοντέλο της Λέσβου, στο παραγωγικό και βιομηχανικό παρελθόν της, στην αξία των τοπικών προϊόντων και της γαστρονομίας, αλλά και στο σοβαρό πλήγμα που έχει δεχθεί η κτηνοτροφία από τον αφθώδη πυρετό. Παράλληλα, καταθέτει τις απόψεις του για την ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης του νησιού και τη δημιουργία προοπτικών που θα επιτρέψουν στους νέους να παραμείνουν στον τόπο τους.

  • Βρεθήκατε στη Λέσβο για διακοπές και είχατε την ευκαιρία να δείτε το νησί όχι μόνο ως επισκέπτης, αλλά και με το βλέμμα του οικονομολόγου. Πώς αποτιμάτε το σημερινό τουριστικό και επιχειρηματικό μοντέλο της Λέσβου; Θεωρείτε ότι μπορεί να είναι βιώσιμο και τα επόμενα χρόνια ή χρειάζεται αλλαγή κατεύθυνσης;
    Για μένα η Λέσβος δεν είναι ένας οποιοσδήποτε προορισμός. Ο παππούς μου από τη μητέρα μου ήταν από τη Βρίσα, και κάθε φορά που έρχομαι στο νησί νιώθω ότι επιστρέφω κάπου όπου ανήκω λίγο. Ίσως γι’ αυτό κοιτάζω την οικονομία του με περισσότερη έγνοια απ’ ό,τι θα την κοίταζε ένας απλός επισκέπτης οικονομολόγος.Αυτό που με εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η απουσία της βιομηχανίας και της μεταποίησης. Η Λέσβος υπήρξε ένα από τα πιο ζωντανά παραγωγικά κέντρα του Αιγαίου με έντονη μεταποίηση. Τον 19ο αιώνα είχε ελαιοτριβεία, σαπωνοποιεία, βυρσοδεψεία και αποστακτήρια, και εμπόριο που την έδενε με τη Σμύρνη και τα μικρασιατικά παράλια. Αυτό το παρελθόν το βλέπει κανείς παντού: στα αρχοντικά της Μυτιλήνης, στα παλιά βιομηχανικά κτίρια, στον αστικό χαρακτήρα της αρχιτεκτονικής ολόκληρου του νησιού, ακόμη και στα μικρά χωριά του. Η Λέσβος δεν ήταν ποτέ απλώς ένα νησί αγροτών και ψαράδων. Είχε αστική τάξη, εργάτες, τεχνίτες, εμπόρους. Σήμερα αυτή η παραγωγική ζωή έχει πλέον μαραθεί.Ο τουρισμός δεν μπορεί να καλύψει το κενό γιατί είναι ευάλωτος και γιατί δεν δημιουργεί πολλές νέες δεξιότητες που μπορούν να φέρουν καινούργιο πλούτο. Ο ελληνικός τουρισμός, μάλιστα, είναι τόσο βαθιά εξαρτημένος από τις εισαγωγές που το αποτύπωμά του στον παραγωγικό ιστό είναι ακόμη μικρότερο. Να μην ξεχνάμε επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος των επισκεπτών έρχεται σήμερα από την Τουρκία και το Ισραήλ, και αρκετοί αγοράζουν ακίνητα στο νησί. Αυτό κάνει τον τουρισμό της Λέσβου ακόμη πιο ευάλωτο. Εξαρτάται από δύο αγορές που επηρεάζονται έντονα από τη γεωπολιτική, από τις ισοτιμίες, από κρίσεις που κανείς στη Λέσβο δεν ελέγχει. Οι αγορές ακινήτων, από την άλλη, ανεβάζουν τις τιμές και ωθούν προς την κερδοσκοπία, πράγμα που δεν βοηθάει την οικονομική δραστηριότητα.Επιπλέον το μοντέλο των Κυκλάδων είναι παράδειγμα προς αποφυγή. Εκεί ο μαζικός τουρισμός έφερε χρήμα, αλλά έφερε και ακρίβεια, ασφυκτική πίεση στη στέγη και στο νερό, τσιμέντο στο τοπίο, και οικονομίες που ζουν ουσιαστικά από λίγους καλοκαιρινούς μήνες. Για τη Λέσβο θα ήταν αδιέξοδο. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της χώρας, με αστικό κέντρο και δεκάδες χωριά, μεγάλους ελαιώνες και βοσκοτόπους, πανεπιστήμιο, και έναν πληθυσμό που ζει στο νησί όλο τον χρόνο. Η Λέσβος έχει τις δυνατότητες να στηρίξει μια πολύπλευρη οικονομία που θα αντλεί ισχύ από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, δεμένες ξανά με τη μεταποίηση. Ένα νησί με τέτοια πρώτη ύλη και τέτοια βιομηχανική μνήμη μπορεί να ξαναγίνει τόπος που παράγει, όχι μόνο τόπος που φιλοξενεί.
  • Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε περισσότερο στη Λέσβο; Υπήρξαν γεύσεις, φαγητά ή τοπικά προϊόντα που θεωρείτε ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ακόμη ισχυρότερο κομμάτι της οικονομικής και τουριστικής ταυτότητας του νησιού;
    Το φαγητό, χωρίς αμφιβολία. Τα προϊόντα της Λέσβου είναι εξαιρετικά – ελαιόλαδο, κρέας, γαλακτοκομικά, ψάρια. Αυτό όμως που με κέρδισε ακόμη περισσότερο είναι ο τρόπος που μαγειρεύει το νησί και ο τρόπος που στήνει το τραπέζι. Είναι κάτι πολύ κοντά στις μικρασιατικές παραδόσεις, με τη φροντίδα, τη γενναιοδωρία, τον χρόνο που δίνει κανείς στο φαγητό και στην παρέα. Κάθεσαι στο τραπέζι στη Λέσβο και νιώθεις ότι συνεχίζεται κάτι παλιό και πολύτιμο. Αυτό δίνει στο νησί μια φυσιογνωμία που δεν τη βρίσκεις εύκολα αλλού.Όπως όμως όλοι καλά γνωρίζουμε, η διάθεση της παραγωγής του νησιού στην ελληνική και τη διεθνή αγορά δεν ανταποκρίνεται στην ποιότητα των προϊόντων του. Η σύγκριση με την Κρήτη είναι αποκαλυπτική. Το λάδι φεύγει σε μεγάλο βαθμό χύμα και τυποποιείται αλλού και τα γαλακτοκομικά έχουν σχετικά περιορισμένη διάδοση. Το ούζο του Πλωμαρίου δείχνει τι μπορεί να πετύχει ένα προϊόν με όνομα, τυποποίηση και παρουσία στην αγορά. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει με το λάδι, το λαδοτύρι, τα παστά.Ναι, η γαστρονομία μπορεί να γίνει πολύ ισχυρότερο κομμάτι της ταυτότητας της Λέσβου. Αλλά για να γίνει κάτι περισσότερο από εικόνα για τον επισκέπτη, πρέπει να στηριχτεί σε μεταποίηση μέσα στο νησί, από τους δικούς του ανθρώπους. Τότε μπορεί να γίνει δουλειά, εισόδημα και λόγος για να μείνουν οι νέοι.
    Ο πρωτογενής τομέας της Λέσβου έχει δεχθεί ένα πολύ ισχυρό πλήγμα από τον αφθώδη πυρετό, ιδιαίτερα η κτηνοτροφία. Αν σας ζητούσαμε μία συγκεκριμένη και εφαρμόσιμη πρόταση για την επανεκκίνηση της τοπικής αγροτικής οικονομίας, ποια θα ήταν; Και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν παραγωγή, μεταποίηση και τοπική αγορά να συνδεθούν ώστε το εισόδημα να παραμένει περισσότερο στο νησί;
    Αυτό που έγινε με τον αφθώδη πυρετό είναι μια πραγματική τραγωδία για το νησί και μεγάλη κυβερνητική αποτυχία. Χάθηκαν κοπάδια που είχαν χτιστεί με τη δουλειά γενεών, και μαζί τους ένα κομμάτι της ντόπιας φυλής προβάτων, που είχε βελτιωθεί επί δεκαετίες. Οι αποζημιώσεις είναι αναγκαίες και πρέπει να φτάνουν γρήγορα στους ανθρώπους, αλλά δεν αρκούν. Η κρίση θα μπορούσε να γίνει ευκαιρία ανάταξης για ολόκληρη την οικονομία, αλλά αυτό απαιτεί σκέψη και σχέδιο για την επόμενη μέρα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ