Ήταν μια εποχή που η νύχτα στη Μυτιλήνη είχε φωνή, ρυθμό και μνήμη. Και το όνομά της ήταν Κληματαριά. Ένα μαγαζί που δεν ήταν απλώς μπουζούκια, ήταν σημείο συνάντησης, σκηνή εξουσίας, καταφύγιο διασκέδασης και καθρέφτης μιας ολόκληρης εποχής.
Όλα στην Κληματαριά ήταν στη μόδα της εποχής και τίποτα τυχαίο. Κόκκινες καρέκλες, γαλάζια τραπεζομάντηλα στρωμένα προσεκτικά, φωτισμός τόσο όσο έπρεπε, ούτε να τυφλώνει ούτε να κρύβει, αλλά να αφήνει χώρο στο μυστήριο της νύχτας.
Τα γκαρσόνια, παλιάς κοπής, ήξεραν τη δουλειά τους πριν καν τους μιλήσεις. Άσπρο πουκάμισο, γραβάτα δεμένη σωστά, κινήσεις ήσυχες αλλά σίγουρες. Έφερναν ουίσκι, πιατέλες με φρούτα, ξηρούς καρπούς, κι άδειαζαν τασάκια πριν προλάβεις να τα κοιτάξεις. Ήταν μέρος της παράστασης, χωρίς να κλέβουν τη σκηνή.
Κάτω από τα χαμηλά φώτα και τον καπνό που πύκνωνε όσο προχωρούσε η νύχτα, περνούσαν όλοι. Πολιτικοί που ήθελαν να «φανούν» και να ακουστούν, επιχειρηματίες που έκλειναν δουλειές με ένα ποτήρι στο χέρι, νυχτόπουλα παλιάς κοπής αλλά και νέα πρόσωπα που μάθαιναν τους άγραφους κανόνες. Γυναικείες παρέες, στολισμένες και αποφασισμένες, έπιαναν τραπέζια μπροστά στην πίστα για να ακούσουν τα σουξέ της εποχής, να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να ξεχαστούν.
Στην Κληματαριά λέγεται πως ανέβαιναν και έπεφταν κυβερνήσεις. Όχι στα χαρτιά, αλλά στις κουβέντες που ψιθυρίζονταν πάνω από τα τραπέζια, στα ποτήρια που άδειαζαν και ξαναγέμιζαν, στα βλέμματα που αντάλλασσαν υποσχέσεις. Εκεί γράφονταν ψηφοδέλτια, στήνονταν συμφωνίες, λύνονταν και δένονταν συμμαχίες. Και την ίδια στιγμή, λίγα μέτρα πιο πέρα, η νύχτα έπαιρνε φωτιά.
Η πίστα ήταν το κέντρο του κόσμου. Εκεί, στα ξημερώματα, μπορούσες να δεις όποιον φανταζόσουν. Άνθρωποι της εξουσίας, γνωστά πρόσωπα της πόλης, όλοι ίσοι κάτω από το τραγούδι. Χόρευαν βαριά ζεϊμπέκικα, με το κεφάλι σκυφτό και το βλέμμα χαμένο, σαν να άφηναν στο πάτωμα όσα δεν μπορούσαν να πουν αλλιώς. Χοροί που δεν ήταν επίδειξη, αλλά εξομολόγηση.
Στην πίστα ανέβαιναν και τα αστέρια της εποχής. Φωνές που σημάδεψαν γενιές, τραγούδια που έγιναν τρόπος ζωής. Τα μπουζούκια έκλαιγαν και πανηγύριζαν μαζί, κι η Μυτιλήνη ζούσε τις νύχτες της με ένταση, πάθος και εκείνη την αίσθηση πως όλα μπορούν να συμβούν.
Ιδιοκτήτης της Κληματαριάς, ο Νίκος Παππάς. Άνθρωπος που ήξερε τη νύχτα, τους ανθρώπους της και τις ισορροπίες της. Κρατούσε έναν χώρο όπου συναντιούνταν πολιτική και λαϊκό τραγούδι, σοβαρότητα και γλέντι, δύναμη και ανθρώπινη αδυναμία.
Σήμερα, η Κληματαριά ανήκει στο παρελθόν. Μα για όσους έζησαν εκείνες τις νύχτες, δεν ήταν απλώς ένα μαγαζί. Ήταν η καρδιά της νυχτερινής Μυτιλήνης. Ένας τόπος όπου η πόλη τραγουδούσε, αποφάσιζε, χόρευε μέχρι το ξημέρωμα και άφηνε τα σημάδια της στον χρόνο. Και αυτά τα σημάδια, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν σβήνουν ποτέ.
(Φωτ.Δημήτρης Κουκουνιάς)







