ΦΩΤΗΣ ΓΑΝΕΛΛΗΣ-ΤΑ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΛΑΓΚΑΔΑΣ
Γεννημένος το 1938 στο μικρό χωριό της Συκούντας, γνώρισε -εξ απαλών ονύχων- τον πόλεμο και την
πείνα. Τον πατέρα του όμως δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει. Δυόμιση χρονών ήταν όταν εκείνος “έφυγε” για
τον πόλεμο στην Αλβανία και δυστυχώς, δεν ξαναγύρισε. Η άξια μητέρα του, χήρα με δυο μικρά παιδιά,
αγωνίστηκε σκληρά να τα αναθρέψει με τα λιγοστά της υπάρχοντα εν μέσω Κατοχής και εμφυλίου
πολέμου.
Μόλις έβγαλε το Δημοτικό συμπληρώνοντας τα 12 του χρόνια, η μητέρα του τον ώθησε να πάει στη
Μυτιλήνη για να μάθει μια τέχνη “προς το ζην”. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο Γυμνάσιο αρρένων,
όπου φοίτησε δυο, τρία χρόνια, φιλοξενούμενος σε μια θεία του παντρεμένη με τον πασίγνωστο για την
καλοσύνη του, φαρμακοποιό, Φιλοκτήμονα Γιαννόπουλο. Μετά, όταν έκλεισε τα 14, γράφτηκε στην
Νυχτερινή Τεχνική Σχολή ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΗ που στεγαζόταν στο Διδασκαλείο (Ακαδημία). Τα πρωινά
δούλευε σε συνεργεία αμισθί και αργότερα στην Ηλεκτρική Εταιρεία Μυτιλήνης (απέναντι από το 6ο
Δημοτικό), για ελάχιστες πενταροδεκάρες. Αυτή η εργασία όμως ήταν υποχρεωτικό μέρος της πρακτικής
άσκησης για τη σχολή που φοιτούσε.
Έμενε τότε στα υπόγεια του κτηρίου της Σχολής σε δωμάτια τρώγλες, γεμάτα υγρασία, μαζί με άλλους
σπουδαστές που ήταν από μακρινά χωριά.
Η ηλεκτρική εταιρεία του είχε υποσχεθεί πρόσληψη με κανονικό μισθό, αφού τελείωνε τη σχολή, αλλά η
κατάσταση χειροτέρευε και έμαθε ότι η Εταιρεία πήγαινε για πτώχευση.
Αφού απέκτησε το πολυπόθητο δίπλωμα μηχανικού, άφησε το θορυβώδες εργοστάσιο με τις
ντιζελομηχανές και τράβηξε προς τον ανήφορα του Χάλικα πιο πάνω από το Νοσοκομείο, για να βρει το
σπίτι του Δεσπότη και να τον παρακαλέσει να τον στείλει σε κάποια αξιοπρεπή εργασία και να
πληρώνεται επιτέλους.
Ο φιλάνθρωπος Δεσπότης Ιάκωβος ο Α ́(εκ Δυρραχίου) που ζούσε φτωχικά σαν καλόγερος, άκουσε
προσεκτικά το 16χρονο ορφανό παιδί και συγκινημένος, έγραψε μια συστατική επιστολή για να την
προσκομίσει στο συνεργείο αυτοκινήτων Γούτου, που στεγαζόταν σ’ ένα πέτρινο παλιό κτίριο της
προκυμαίας, πρώην Τούρκικη Τράπεζα. Αμέσως ο Γούτος τον προσέλαβε, και ο Φώτης κάθε μέρα
βελτιωνόταν δείχνοντας το ταλέντο και την αντίληψή του στη μηχανολογία. Στα 17 του χρόνια, έπιασε
επιτέλους τα πρώτα χρήματα στο χέρι και δόξασε το Θεό που θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και
να βοηθήσει τη μητέρα του στο χωριό.
Τα αυτοκίνητα τότε, το έτος 1955, ήταν ελάχιστα στο νησί επί το πλείστον επαγγελματικά: φορτηγά,
τρίκυκλα, ταξί και μικρά λεωφορεία. Μόνο ένα ΙΧ είχαν για πελάτη αυτό του Κουρτζή, που το οδηγούσε η
σύζυγος του, κ. Νέλλη Κουρτζή. Με τις οικονομίες του ο Φώτης αγόρασε ένα μηχανάκι SACHS και
πήγαινε με αυτό στα χωριά για να επισκευάσει ελαφριές βλάβες, αλλά και τις Κυριακές στο δικό του
χωριό τη Συκούντα, που ζούσαν οι συγγενείς του. Τα βλέμματα των νεαρών παιδιών δεν ξεκολλούσαν
από το καλογυαλισμένο μηχανάκι του Φώτη, και τον θερμοπαρακαλούσαν για βόλτα μέχρι το Ίππειος ή
τον καφενέ στο Ντίπι και τα Πηγαδάκια, που γινόταν η καθιερωμένη Κυριακάτικη βόλτα των κατοίκων της
περιοχής.
Αργότερα πήρε μια μεταχειρισμένη μοτοσυκλέτα BMW με καλάθα, όπου έβαζε τα εργαλεία του και
πήγαινε να φτιάξει μηχανικές βλάβες όπου τον καλούσαν. Μερικές φορές ήταν αναγκασμένος να
διανυκτερεύσει εκεί. Στο Μανταμάδο για επισκευή μηχανής φορτηγού του Συνεταιρισμού ή στο Σίγρι για
βλάβη μιας μηχανότρατας και όπου η δουλειά τον καλούσε. Όταν τους έφερε μια γιατρίνα το
τρακαρισμένο αμάξι της – που ήταν για πέταμα – ο Φώτης το επισκεύασε με όποια ανταλλακτικά βρήκε
και το χρησιμοποιούσε ως επαγγελματικό αυτοκίνητο οδικής βοήθειας, το πρώτο στο νησί.
Κλείνοντας τα 21, του ήρθε φύλλο πορείας (στράτευσης). Του είπαν ότι μπορεί να απαλλαγεί ως
προστάτης χήρας μητρός (θύματα πολέμου) και ανηλίκου αδερφού, Έπρεπε όμως να πληρώσει για να
εξαγοράσει κάποιους μήνες θητείας. Τα χρήματα όμως δεν υπήρχαν και δανείστηκε από γνωστό του
επιχειρηματία που είχε ελαιοτριβείο στο Ίππειος με την υπόσχεση να εργαστεί την επόμενη σεζόν στη
μηχανή (ελαιοτριβείο). Ήρθε σύντομα η έγκριση απαλλαγής από την στρατιωτική θητεία, αλλά
υποχρεώθηκε να ενταχθεί στα ΤΕΑ (Τάγματα Εθνικής Ασφάλειας) κατά το έτος 1959, να χρεωθεί όπλο
Μ1 στο σπίτι και να συμμετέχει τακτικά στην εκπαίδευση, σε βολές αλλά και σε παρελάσεις!
Την επόμενη χρονιά ο ελαιώνας της Λέσβου “βουλούσε”, δηλαδή ήταν κατάφορτος. Οι ατμοκίνητες
μηχανές και τα πυρηνελαιουργία δούλευαν 20 ώρες το 24ωρο για να βγάλουν την παραγωγή. Ο
αγροτόκοσμος θα μάζευε ελιές μέχρι τον Μάη. Ο Φώτης δούλευε διπλοβάρδιες, πότε στο ελαιοτριβείο
του Ιππείου και πότε στο πυρηνελαιουργείο που ήταν στο Ντίπι, το μοναδικά στο νησί. Επικίνδυνη
εργασία που απαιτούσε τεράστια προσοχή και μεγάλη ευθύνη για τους μηχανικούς, επειδή πάντα
ελόχευε ο κίνδυνος της έκρηξης λόγω υψηλών πιέσεων. Αγόγγυστα δούλεψε ο Φώτης και για δεύτερο
χρόνο ως μηχανικός, πλέον περιζήτητος, που έκανε service στα μηχανήματα των ελαιοτριβείων της
περιοχής του κάμπου Ευεργέτουλα, δηλαδή Ίππειος, Κεραμειά, Συκούντα, Κάτω Τρίτος, Ντίπι και Λάμπου Μύλοι. Στο τελευταίο αυτό όμορφο χωριουδάκι έμελλε να γνωρίσει και να παντρευτεί την
εκλεκτή δεσποινίδα Ανθή Σινιόρου, που οι γονείς της ήταν μέτοχοι του τοπικού ελαιοτριβείου.
Μετά τον γάμο έμεναν στις Λάμπες κάποια χρόνια, μεγαλώνοντας όμορφα τα δύο πρώτα τους παιδιά σ’
ένα ήρεμο φυσικό περιβάλλον. Παράλληλα με την εργασία του μηχανικού ο Φώτης είχε αναλάβει και ένα
σωρό εποχιακές αγροτικές ασχολίες, που τις εκτελούσε οικογενειακώς και εξ ίσου αποτελεσματικά.
Επειδή όμως οι περισσότερες μηχανολογικές εργασίες ήταν στη Μυτιλήνη, σκέφτηκαν σοβαρά να
μετακομίσουν στην πόλη γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Τα αυτοκίνητα που όλο πλήθαιναν
ζητούσαν έμπειρους μηχανικούς, και οι μηχανικοί ζητούσαν σπίτι και επαγγελματική στέγη. Ο Θεός τα
έφερε βολικά και σε σύντομο χρονικά διάστημα βρέθηκαν και τα δύο: σπίτι στην οδό Θεοκρίτου κοντά
στον Πλάτανο, και μαγαζί στη Λαγκάδα συνεταιρικά μ’ έναν ξάδελφό του, που ήταν λαμαρινάς (ή
φαναρτζής) και επισκεύαζε τρακαρισμένα αυτοκίνητα.
Ο Φώτης αναλάμβανε την επισκευή του μηχανικού μέρους των οχημάτων με μεγάλη επιτυχία. Η καλή δουλειά και οι φιλικές τιμές αύξαναν την κίνηση του μικρού συνεργείου, ούτως ώστε η ανάγκη για επέκταση γινόταν όλο και πιο επιτακτική. Γύρω στο 1971 άρχισε να διευθετείται και να “εγκιβωτίζεται” ο χείμαρρος της Λαγκάδας για να κατασκευαστεί η οδός Αεροπόρου Γιανναρέλλη, δίνοντας μια νέα ώθηση στη φτωχογειτονιά του Ποταμού , που απ’ τη μια μεριά ήταν τα προσφυγικά κι απ’ την άλλη παράγκες, κοτέτσια, στάβλοι και μπαξέδες. Μέχρι τη δεκαετία του 60 τα συνεργεία, μηχανουργεία, σιδεράδικα, φαναρτζίφικα κλπ. στεγαζόταν σε πρόχειρα παραπήγματα με χωμάτινο δάπεδο που είχε αστρακωθεί από τα καμμένα ορυκτέλαια κι
έμοιαζε με άσφαλτο! Σχεδόν κάθε χειμώνα υπερχείλιζε ο χείμαρρος από τις δυνατές βροχές και κατέβαζε
ορμητικά λασπωμένο νερό, απορρίμματα, πέτρες, ψόφια ζώα, ως και αμμοχάλικο από το λατομείο του
Μπούλη, που έσκαβε το πιο πάνω βουνό, μετά τις φυλακές της Λαγκάδας. Ο νεωκόρος της Ζωοδόχου
Πηγής, μόλις έπαιρνε σήμα “ότι κατέβηκε ο ποταμός” χτυπούσε δαιμονισμένα την καμπάνα. Ο κόσμος
έπαιρνε βιαστικά τα παιδιά του, τα ζωντανά του, οι μάστορες τους παραγιούς με τα εργαλεία τους, και
ανηφόριζαν στις πλαγιές.
Προς το τέλος του 1972 η διευθέτηση ολοκληρώθηκε από την εταιρεία ΞΕΚΤΕ και οι κάτοικοι της
περιοχής πραγματικά ανάσαναν. Είδαν χαρούμενοι τον τόπο τους να παίρνει αξία, ενώ άρχιζε η
οικοδομική δραστηριότητα.
Στους πρόποδες του λόφου Βουνάρι που στην κορυφή ήταν ο Άγιος Παντελεήμονας (Α ́κοιμητήριο)
βρίσκονταν τα επικλινή χωράφια της οικογένειας Αμπουλού. Σκόρπια ελαιόδεντρα, μισογκρεμισμένες
πεζούλες και κάμποσα βράχια που ξεφύτρωναν από το κοκκινόχωμα της απότομης πλαγιάς. Είχαν ήδη
καρφωθεί τσίγκινες ταμπέλες στα λιόδεντρα “ΠΩΛΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΟΙΚΟΠΕΔΟ” εν αναμονή των
αγοραστών. Από τους πρώτους έσπευσαν ο μαστρο Φώτης με τη γυναίκα του την Ανθούλα, για να
εντοπίσουν οικόπεδο της αρεσκείας τους. Είχαν σχέδιο για επαγγελματική στέγη, βενζινάδικο αλλά και
κατοικία ταυτόχρονα, γιατί η οικογένεια τους είχε ήδη αποκτήσει και τρίτο παιδί. Όταν ο μάστρο Φώτης
πήγε να παζαρέψει το οικόπεδο, οι πωλητές συγκατένευσαν αμέσως, λέγοντας του ευθέως ότι
προτιμούμε εσένα γιατί θα δώσεις αξία στην περιοχή. Τόσο καλό όνομα είχε αποκτήσει ο Φ. Γανέλλης
λόγω αξιοσύνης και εντιμότητας, παρ’ όλο που δεν είχε κλείσει ούτε δεκαετία σ’ εκείνη τη γωνιά της
πόλης. Όταν έκλεισαν τα συμβόλαια και αφού βγήκαν οι άδειες και άρχισαν τα χωματουργικά έργα για τη
διαμόρφωση της απότομης πλαγιάς, περνούσαν κάτι Αγιασώτες και Λαμπιανοί συγγενείς, που άρχισαν
τα πειράγματα. “Τι του ‘θελες ρε Φωτή αυτό το μπαγίρ (πλαγιά); Έφτους η τόπους είνι για να λιώνται οι αλεποί!”…
Αλλά λίαν συντόμως οι ειρωνείες διαψευσθήκαν. Τα στελέχη του ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών
Μεταλλευτικών Ερευνών) σε δειγματοληψία εδάφους εντόπισαν στο λόφο ίχνη χρυσού! Άλλοι έτριβαν τα
χέρια τους γιατί νόμιζαν ότι θα πλουτίσουν κι άλλοι ανησυχούσαν γιατί θα μείνουν πίσω οι εργασίες
ανέγερσης και μαζί μ’ αυτούς η οικογένεια Γανέλλη και ο νέος τους συνεταίρος κ. Γιάννης Καρατζάς. Μετά
από προσωρινή διακοπή και αφού ήρθαν ειδικοί μεταλλειολόγοι από την Αθήνα για να ελέγξουν το
“κοίτασμα”, οι προσδοκίες πολλών διαψεύσθηκαν. Άνθρακες ο θησαυρός! Το ποσοστό χρυσού στο
έδαφος ήταν μηδαμινό έως ελάχιστο, άρα η εξόρυξη ασύμφορη! Στο ίδιο επίπεδο και η Αρχαιολογική
Υπηρεσία δεν βρήκε κάτι άξιο λόγου και οι εργασίες εκσκαφής και ισοπέδωσης συνεχίστηκαν. Εξαγόταν
τόσο μεγάλος όγκος χώματος μαζί με αμμοχάλικο καθημερινά, ώστε δεν πρόφταιναν τα φορτηγά να το
μεταφέρουν. Ευτυχώς υπήρχε ζήτηση από το στρατόπεδο της Παγανής, που τότε επεκτεινόταν προς τα
δυτικά και χρειαζόταν απαραίτητα τέτοιο υλικό για τη διαμόρφωση του χώρου, οπότε ο διοικητής διέθεσε
οχήματα και προσωπικό της Μονάδας του για να μεταφέρει τα υλικά που έβγαιναν από την εκσκαφή. Μια
επωφελής συμφωνία και για τις δύο πλευρές, που επιτάχυνε το χρόνο εργασίας μειώνοντας ταυτόχρονα
τα έξοδα.
Στην πρώην απότομη και άγονη πλαγιά θεμελιώνεται ένα σύγχρονο συγκρότημα, που είχε άδεια για
βενζινάδικο, συνεργείο αυτοκινήτων αλλά και κατοικία στον επάνω όροφο. Γύρω στο 1975 εγκαινιάζεται
λοιπόν το πιο σύγχρονο συνεργείο της Μυτιλήνης, που τηρούσε όλες τις προδιαγραφές των μεγαλύτερων
ευρωπαϊκών αυτοκινητοβιομηχανιών VW, OPEL, RENAULT, ALFA ROMEO κλπ. Εν συνεχεία
εγκαινιάστηκε και το πρώτο πρατήριο υγρών καυσίμων της Λαγκάδας με την σημαία της Mobil, σε
συνεργασία με τον αντιπρόσωπο της εταιρείας κ. Γούτο, που ήταν ο πρώτος εργοδότης του Φώτη, και
τον εκτιμούσε βαθύτατα. Οι δουλειές πήγαιναν απ’ το καλό στο καλύτερο και η κίνηση στην μεγάλη παράκαμψη της οδού Αεροπ. Γιανναρέλλη αυξανόταν κατακόρυφα στην πρώην απομονωμένη φτωχογειτονιά. Τα υπόλοιπα οικόπεδα μοσχοπουλήθηκαν – όπως σωστά προέβλεψε ο ιδιοκτήτης – και νέα μαγαζιά άρχισαν να ξεφυτρώνουν δεξιά και αριστερά σαν μανιτάρια.
Τα περισσότερα βέβαια ήταν σχετικά με το αυτοκίνητο ή την μοτοσυκλέτα: καταστήματα ανταλλακτικών, εξατμισάδικα, αμορτισέρ, επισκευές φρένων (φερμουιτ), ηλεκτρολογεία αυτοκινήτων, μηχανουργεία με τόρνους, ταπισερί αυτοκινήτων, βουλκανιζατέρ, φαναρτζίδικα, βαφεία αυτοκινήτων, ακόμα και νέες αντιπροσωπείες.
Δικαιωμένος λοιπόν ο κυρ Φώτης όσον αφορά στην επιτυχή επένδυση, προχωρά με δυναμισμό στο
επόμενο στάδιο. Την αγοραπωλησία αυτοκινήτων και την αποκλειστικότητα εξουσιοδοτημένων service
και ανταλλακτικά επώνυμων εταιριών. Πήγε σε σεμινάρια μικρά και μεγάλα. Ως την Γερμανία έφτασε για
εκπαίδευση πάνω στις νέες τεχνογνωσίες της OPEL για 9 μήνες! Ελεγκτές επίσης κατέφθασαν απ’ την
Αθήνα για να δουν τις εγκαταστάσεις πριν δώσουν το ΟΚ. Σύντομα πήρε τις διαβεβαιώσεις των εταιριών
και εγκαινίασε έκθεση αυτοκινήτων: RENAULT, OPEL, SHEVROLET, ALPHA ROMEO, DAEWOO, μέχρι
και LADA, στόλισαν το ισόγειο των εγκαταστάσεων. Το συνεργείο έφτασε να έχει έως και 15
εργαζόμενους, το βενζινάδικο δούλευε στο φουλ και η ζήτηση αυτοκινήτων διαρκώς αυξανόταν. Η άνοδος
του τουρισμού μετά το 1980 έφερε μεγάλη ζήτηση στα ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα μικρού κυβισμού. Τα
μικρά OPEL γινόταν ανάρπαστα κυρίως Μόλυβο και Πλωμάρι. Η εταιρεία δεν προλάβαινε τις παραγγελίες
και βράβευσε τους Γανέλλη – Καρατζά με το βραβείο των καλύτερων πωλητών.
Όταν πια – συν Θεω – χτίστηκε και η κατοικία της οικογένειας στον όροφο πάνω απ’ την Έκθεση, και η
αξέχαστη κυρία Ανθούλα στόλισε με άνθη το μπαλκόνι της, η πρώην απότομη πλαγιά της Λαγκάδας
απέκτησε άρωμα γειτονιάς και οικογενειακής ατμόσφαιρας, κάτι που ούτε σαν θαύμα δεν θα το πίστευαν
οι προηγούμενες γενιές. Μαζί με τις σημαίες όμως της OPEL, της RENAULT και των άλλων εταιριών,
ανέμιζαν και οι σημαίες της εντιμότητας και της συνέπειας απέναντι στο κοινό από τον Φώτη Γανέλλη και
τους διαδόχους του εδώ και μισό αιώνα!







