Μπορεί να αυτοχαρακτηρίζεται «πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης», όμως η Κατερίνα Καμάρα είναι πάνω απ’ όλα μια γυναίκα που έμαθε να ζει δημιουργώντας. Θεσσαλονικιά στην καταγωγή, Αντιπρόεδρος του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, πολιτική επιστήμονας, άνθρωπος της ουσίας, έχει επιλέξει εδώ και πενήντα χρόνια τον Μόλυβο ως καλοκαιρινή της βάση — έναν τόπο που έγινε για εκείνη πατρίδα επιλογής και πεδίο έμπνευσης.
Πέρασε από τα έδρανα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εργάστηκε ως διδακτικό προσωπικό και στη συνέχεια, ωριμάζοντας ανακάλυψε το ταλέντο της, την αρχιτεκτονική και παραιτείται από το ΑΠΘ. Τη δεκαετία του ’90 άρχισε να σχεδιάζει και να κατασκευάζει ως, ντε φάκτο, αρχιτέκτονας, σπίτια σε όλη την Ελλάδα, όχι απλώς κτίσματα, αλλά χώρους ζωής, που αποτυπώνουν την προσωπικότητά της και εμπνέοντας τους ιδιοκτήτες να την υιοθετήσουν.

Ήταν μέλος εκείνης της “παρέας των τρελών”, όπως λέει με τρυφερότητα, που ίδρυσε το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Από τότε, η τέχνη έγινε για την ίδια ανάγκη, όχι πολυτέλεια.
«Η επιθυμία μου για γνώση και καινούρια πράγματα δεν τελειώνει ποτέ», συνηθίζει να λέει, κι έτσι συνέχισε το όραμα του Μιχάλη Γούτου, στηρίζοντας το κοινωνικό πείραμα του Μολύβου, ως καλλιτεχνικό πυρήνα και χώρο διαλόγου.
Από το 2012 έως και το 2023, συμμετείχε στην επιτροπή λειτουργίας της Δημοτικής Πινακοθήκης Μήθυμνας, συνεχίζοντας να στηρίζει με πάθος την πολιτιστική φυσιογνωμία του τόπου υποστηρίζοντας πάντα το όραμα του Μιχάλη Γούτου. Παράλληλα, μέσα από τα σπίτια και την ταράτσα της, διαμόρφωσε έναν χώρο όπου η φιλοξενία δεν περιορίζεται απλώς στην υποδοχή επισκεπτών, είναι η φιλοξενία της σκέψης, των ιδεών και των δημιουργιών.
Το σπίτι της στον Μόλυβο υπήρξε και παραμένει σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό. Εκεί έχουν φιλοξενηθεί προσωπικότητες όπως ο Ντένυς Ζαχαρόπουλος, ο Ανδρέας Τύρος, ο Λαζόγκας, ο Κώστας Τσόκλης, η Αννα Μιχαλιτσιάνου, η Αταλάντη Σιάγα, η Αλεξάνδρα Μπουτάρη, ο Peter Brook, η Pina Bausch, η Κατερίνα Κοσκινά, ο Δημήτρης Φατούρος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Θανάσης Βαλτινός, ενώ στη βεράντα της συνομιλούσαν και σπουδαίοι Έλληνες δημιουργοί όπως ο Φρέντυ Γερμανός, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Τίτος Πατρίκιος με τη Ρένα, αλλά και ο Γιάννης Μπουτάρης, με τον οποίο τη συνέδεε βαθιά φιλία, όπου μοιράζονταν κοινές ανησυχίες.
Στην ταράτσα της, με θέα το Αιγαίο, έχουν καθίσει επίσης ποιητές, ζωγράφοι, ηθοποιοί της Πειραματικής σκηνής από τις παραστάσεις που έφερνε η ίδια στο Μόλυβο, σκηνοθέτες και φωτογράφοι άνθρωποι που, όπως και η ίδια, πιστεύουν ότι η τέχνη είναι η πιο καθαρή μορφή επικοινωνίας.
Η Κατερίνα Καμάρα πιστεύει ακράδαντα ότι η τέχνη είναι αναγκαιότητα, όχι πολυτέλεια, και ότι μόνο μέσα από αυτήν μπορεί να διατηρηθεί η κουλτούρα και η αυθεντικότητα της Ελλάδας. Τη φοβίζει ο μαζικός τουρισμός, που απειλεί, όπως λέει, να αλλοιώσει το τοπίο και την ψυχή της Λέσβου, όπως έχει συμβεί σε άλλα νησιά. Καθώς όμως είναι αισιόδοξη, θεωρεί ότι στην χειρότερη περίπτωση για την Ελλάδα, το νησί θα είναι αυτό που θα αλλοτριωθεί τελευταίο.
Είναι μια επίμονη δημιουργός, απόλυτη, αλλά και ευέλικτη όταν χρειαστεί, που μετατρέπει κάθε χώρο σε προέκταση της σκέψης της. Στον Μόλυβο της δεκαετίας του ’70 βρήκε έναν τόπο να ριζώσει και πέντε δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να τον ονειρεύεται με τις ίδιες αρχές στη διάσταση του 21ου αιώνα, πιο ανοιχτό, πιο συμμετοχικό, πιο βαθιά ανθρώπινο.
Όπως λέει και η ίδια: «Η φιλοξενία δεν είναι απλώς να ανοίγεις το σπίτι σου, είναι να ανοίγεις τη σκέψη σου». Και μέσα από τη ζωή, την τέχνη και την αρχιτεκτονική, η Κατερίνα Καμάρα αντλεί αισιοδοξία και μας δείχνει πως η δημιουργία μπορεί να γίνει ο μοχλός, για τα όνειρα, τις ιδέες και τις αποφάσεις που αλλάζουν τον κόσμο.







