Στην Κουμιδιά, εκεί όπου οι μυρωδιές μπλέκονται με τα γέλια της παρέας και το ποτήρι γεμίζει πριν καν το ζητήσεις, το Καντάρι έχει αλλάξει χαρακτήρα.
Δεν είναι μόνο μια μπακαλοταβέρνα. Είναι ένα φιλικό στέκι ένας χώρος που σε αγκαλιάζει από την πρώτη στιγμή, σαν να επιστρέφεις σε ανθρώπους που σε ξέρουν χρόνια.
Φτάνοντας, τα μάτια πέφτουν πάνω στις πιατέλες. Ξύλινες, γενναιόδωρες, γεμάτες ιστορίες. Αλλαντικά κομμένα όπως πρέπει, ψαρικά που μοσχοβολούν θάλασσα, τρυφερό απάκι με καπνισμένο άρωμα και δίπλα μικρά μπολάκια με δροσερά σαλατικά, χρώματα της γης και της εποχής. Όλα φτιαγμένα για να μοιράζονται.

Και κάπου εκεί έρχεται το λουκάνικο προβατίνας.
Ζουμερό, στιβαρό, με χαρακτήρα αυθεντικό. Από εκείνες τις γεύσεις που δεν προσπαθούν να εντυπωσιάσουν — απλώς το κάνουν. Η φωτιά το έχει αγγίξει όσο χρειάζεται, αφήνοντας τα αρώματα να ξυπνούν αργά, ενώ η πρώτη μπουκιά φέρνει μνήμη από παλιά πανηγύρια και αυλές γεμάτες κόσμο.
Ο Κάρολος και η Ελένη κινούνται συνεχώς ανάμεσα στα τραπέζια.
Δεν σε σερβίρουν απλώς. Σε προσέχουν. Θα σε ρωτήσουν αν σου άρεσε, θα σου προτείνουν τι να δοκιμάσεις, θα φέρουν κάτι «να το γευτείτε κι αυτό». Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δίνουν ψυχή στον χώρο και κάνουν τον επισκέπτη να νιώθει καλεσμένος και όχι πελάτης.
Στο τραπέζι έφτασε και η ποικιλία μπύρας.
Μια μοναστηριακή, βαθιά και γεμάτη σώμα, και μια Κέρκυρας, αρωματική, με νότες που αφήνουν τη γεύση να ταξιδεύει. Μαύρες, πηχτές, με αρώματα που δένουν υπέροχα με τα αλλαντικά και τις καπνιστές γεύσεις της κουζίνας. Από εκείνες τις μπύρες που δεν τις πίνεις βιαστικά, τις αφήνεις να σου μιλήσουν.
Το Καντάρι όμως δεν μένει στάσιμο.
Κάτι καινούριο ετοιμάζεται στην κουζίνα και στον χώρο — κάτι που, όπως ψιθυρίζεται ανάμεσα στα τραπέζια, σύντομα θα ανακοινωθεί. Και αυτό ίσως είναι το πιο όμορφο στοιχείο του, πως συνεχίζει να εξελίσσεται…







