Γιώργος Κατσαρός: Μεταξύ σφυριού και σμίλης: Το ταξίδι από το συνεργείο αυτοκινήτων στην ακαδημία καλών τεχνών

Συνέντευξη του καλλιτέχνη, κατασκευαστή και εκπαιδευτικού καλών τεχνών Γιώργου Κατσαρού στον Μιχαήλ- Άγγελο Σαρησσάβα, μαθητή του Πρότυπου Λυκείου Μυτιλήνης

Ο Γιώργος Κατσαρός αυτοπροσδιορίζεται ως ένας συνδυασμός καλλιτέχνη, κατασκευαστή και εκπαιδευτικού, μια ταυτότητα που σφυρηλατήθηκε μέσα από μια ασυνήθιστη πορεία. Η αφετηρία του βρίσκεται στον κόσμο της μηχανικής, καθώς ξεκίνησε ως μηχανικός αυτοκινήτων. Ωστόσο, η καθημερινή τριβή με τα εξαρτήματα γέννησε μια νέα οπτική. «Άρχισα να βλέπω τους όγκους των μετάλλων και των γραναζιών που έπιανα,ως μηχανικός, με άλλο μάτι», εξηγεί, περιγράφοντας πώς τα βιομηχανικά υλικά μετατράπηκαν από χρηστικά αντικείμενα σε δομικά στοιχεία γλυπτών. Αυτή η εσωτερική ανάγκη τον οδήγησε το 1998 στην απόφαση να ανοίξει το δικό του εργαστήριο στο νησί, κόντρα στις προβλέψεις των γύρω του. «Μου λέγανε τότε όλοι: δεν μπορεί να σταθεί ένα εργαστήριο κάνοντας καλλιτεχνικά πάνω στο νησί», θυμάται, όμως ο ίδιος επέλεξε να επιβιώσει συνδυάζοντας την τέχνη με τις σιδηροκατασκευές, χρησιμοποιώντας τα ίδια εργαλεία και για τις δύο ιδιότητες.

Η αναζήτηση της καλλιτεχνικής εμβάθυνσης ήρθε ως φυσική εξέλιξη, όταν συνειδητοποίησε ότι οι τεχνικές δεξιότητες δεν αρκούσαν. Ένιωθε την έλλειψη του εικαστικού και φιλοσοφικού υπόβαθρου που απαιτεί ένα έργο τέχνης. Με τη στήριξη της οικογένειάς του, αφοσιώθηκε στο ελεύθερο σχέδιο και κατάφερε να εισαχθεί στην Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης. «Άρχισα σχέδιο μέρα νύχτα, γιατί στην Καλών Τεχνών περνάς με το χέρι σου», αναφέρει χαρακτηριστικά. Αποφοιτώντας με άριστα, επέστρεψε στη βάση του με νέα δυναμική, έχοντας πλέον την παιδαγωγική επάρκεια να διδάσκει σε σχολεία, προσφέροντας στην τοπική κοινωνία των χωριών καλλιτεχνικά ερεθίσματα που συχνά στερούνται.

Στο επίκεντρο της δημιουργίας του βρίσκεται η “Scrap Art”, η τέχνη δηλαδή από μεταλλικά βιομηχανικά απορρίμματα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, η προσέγγισή του έμοιαζε εξωτική για τα δεδομένα της εποχής. «Όλοι με βλέπανε λίγο σαν εξωγήινο. Τι είναι αυτός ο παράξενος τύπος που κάνει αυτά τα πράγματα;», εξομολογείται, καθώς τότε δεν υπήρχε η πληθώρα εικόνων του διαδικτύου για να κατανοήσει ο κόσμος την ανακύκλωση ως τέχνη. Σήμερα, αν και πειραματίζεται με πλήθος υλικών όπως ο γύψος, ο χαρτοπολτός, το μάρμαρο και το τσιμέντο, παραμένει ένας διαρκής εξερευνητής της φόρμας.

Η ηθική του απέναντι στη σύγχρονη κοινωνία διέπεται από μια ανησυχία για την απώλεια της αυθεντικότητας και την έλλειψη παιδείας στην περιφέρεια. Ο Γιώργος παρατηρεί με πικρία τα κενά στην εκπαίδευση των χωριών, τονίζοντας ότι «δεν έχουν καλλιτεχνική εικόνα στα χωριά», καθώς οι θέσεις των εκπαιδευτικών μένουν συχνά ακάλυπτες. Η στάση του απέναντι στην κατανάλωση τέχνης είναι εξίσου κριτική, καθώς θεωρεί ότι η ψηφιακή εποχή έχει αλλοιώσει τη σχέση μας με το έργο. «Το Ίντερνετ είναι και θετικό και αρνητικό, γιατί έχει χορτάσει το μάτι του κόσμου και είναι ακόμα πιο δύσκολο να τον εντυπωσιάσεις», σημειώνει, υπογραμμίζοντας πως η ευκολία της εικόνας κάνει τον κόσμο να προσπερνά την ουσία της δημιουργίας.

Η πραγματικότητα της αγοράς και της επιβίωσης παραμένει βέβαια σκληρή. Ο Γιώργος Κατσαρός παραδέχεται πως είναι σχεδόν αδύνατο να βιοποριστεί κανείς μόνο ως καλλιτέχνης στην επαρχία, ειδικά μετά την οικονομική κρίση. Οι σιδηροκατασκευές παραμένουν το μέσο που χρηματοδοτεί την καλλιτεχνική του ελευθερία. Για εκείνον, η αξιολόγηση ενός έργου υπερβαίνει τις ώρες εργασίας· είναι μια κατάθεση ψυχής που προσπαθεί να βρει τη θέση της σε έναν κόσμο κορεσμένο από εικόνες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ