Στη Γέρα, ο χρόνος μετριέται με το άρωμα της κατσαρόλας και το τηγάνι που χαμηλώνει πριν προλάβεις να το ζητήσεις. Στον Δεσπότη το φαγητό δεν παρουσιάζεται, σε υποδέχεται. Τις Κυριακές ο λαγός στιφάδο, δένει με γλυκισμένο κρεμμύδι και βαθιά σάλτσα, ο κόκορας κοκκινιστός μυρίζει κανέλα και δάφνη, ενώ το χοιρινό με δαμάσκηνα κρατά εκείνη τη γνώριμη ισορροπία γλυκού και αλμυρού που ανήκει μόνο στα παλιά νησιώτικα τραπέζια. Δίπλα τους η ντόπια προβατίνα, ζουμερή και γενναιόδωρη σε μερίδα, επιβεβαιώνει πως η απλότητα είναι θέμα πρώτης ύλης.

Η Ελένη κινεί την κουζίνα με ήρεμη ακρίβεια, τα πιάτα φτάνουν την κατάλληλη στιγμή και, όταν η φωτιά χαμηλώσει, θα περάσει από τα τραπέζια να σταθεί για λίγο, μια κουβέντα, μια ερώτηση, μια οικειότητα που δεν προσποιείται φιλοξενία, είναι φιλοξενία.

Τα ψάρια ψήνονται φρέσκα, με το ζουμί τους και λίγο λεμόνι, αφήνοντας τη θάλασσα να μιλήσει χωρίς περιττές παρεμβάσεις. Στο τραπέζι ανοίγουν σαλάτες και μεζέδες, χωριάτικη μπαμπάτσικη, άγρια χόρτα λαδάκι, φάβα με μπόλικο κρεμμύδι, ντολμαδάκια αυγολέμονο, κεφτέδες τραγανοί.

Τα μαγειρευτά συνεχίζουν την ιστορία, ενώ στη σχάρα έρχονται παϊδάκια αρνίσια, πανσέτα καλοψημένη, μπιφτέκι χειροποίητο και χωριάτικο λουκάνικο, όλα από ντόπια κρέατα που χρειάζονται μόνο φωτιά και χρόνο.

Κάθε πιάτο λειτουργεί σαν μικρή καταγραφή μνήμης, ο τρόπος που κόβεται το κρέας, η πυκνότητα της σάλτσας, το λάδι που δεν φοβάται να φανεί στο πιάτο, όλα μιλούν για μια κουζίνα που δεν αντιγράφει, συνεχίζει. Δεν πρόκειται για αναπαράσταση παράδοσης αλλά για καθημερινή της χρήση, κι έτσι η εμπειρία δεν μένει στη γεύση μένει στη μνήμη, όπως μένουν οι τόποι που δεν χρειάζεται να θυμηθείς για να επιστρέψεις.
Φεύγεις χορτάτος αλλά κυρίως ήσυχος, με την αίσθηση πως το φαγητό δεν σε εντυπωσίασε, σε φρόντισε.







