ΓΡΑΦΕΙ Ο Αριστείδης Καλάργαλης
Ο Προκόπης Πανταζής γεννήθηκε στο Κεράμι Λέσβου το 1923. Στην Κατοχή παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση οργανωμένος στην ΕΠΟΝ. Το 1947 τον βρίσκει αντάρτη. Το 1950 τραυματίζεται, συλλαμβάνεται δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο από το στρατοδικείο. Μένει στη φυλακή μέχρι το 1962, καθώς η ποινή του μετατρέπεται σε ισόβια. Το 1967 εξορίζεται από τη δικτατορία στη Γυάρο. Το 1974 ήταν υποψήφιος βουλευτής Ν. Λέσβου με την Ενωμένη Αριστερά και το 1977 με τη Συμμαχία.
Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία “Ο χαλασμός” (1974), “Οι εθελοντές της κακουχίας”, (1980), “Ο τραυματίας αναστενάζει” (1984), και το “Στο καρτέρι” (1985). Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Το [“Φώτα στα χωριά της Καλλονής”], είναι απόσπασμα από το διήγημα “Το Δωδεκαήμερο στο Κεράμι” δημοσιευμένο στο περιοδικό “Τα Καλλονιάτικα” τχ. 13, 1981 και στο βιβλίο του αείμνηστου ποιητή, φίλου, Άρη Ταστάνη “Προκόπης Πανταζής Ένας αντάρτης και λογοτέχνης της Λέσβου” (2007).
[Φώτα στα χωριά της Καλλονής]
Του Προκόπη Πανταζή
Φτάναμε στα Φώτα, την ακροτελευταΐα γιορτή. Σεβαστό και σοβαρό έθιμο, το άγιασμα των νερών. Αγιάζουνε παντού, μα άλλο είναι ο αγιασμός των υδάτων στη θάλασσα. Τι μεγαλείο! Τι θέαμα!
Βάρκες κατάφορτες από κόσμο, άντρες, γυναίκες, παλικάρια, κοπέλες, ν’ ανοίγονται στη θάλασσα, με τον παπά και τους ψαλτάδες και να περιμένουν τη στιγμή που θα πέσει ο σταυρός. Και το σπουδαιότερο, παλικάρια αντρειωμένα, σωστά θεριόψαρα, να βουτάνε γυμνοί μέσα στο γυαλοπάγι, ποιος θα πιάσει το σταυρό με το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε!…». Μεγάλα κατορθώματα για την παιδική ψυχολογία…
Την πρώτη που παρακολούθησα «κατάδυση» του Τιμίου Σταυρού, και πλαφ πλαφ βούτηξαν οι Σούμηδες, Καμπάκηδες,Τουρκογιώργηδες και άλλοι, έτυχε να τον πιάσει ο Βασίλης ο Κάλαργας. Τι σοβαρή περηφάνια έδειχνε η φυσιογνωμία του όταν βγήκε, σκουπίστηκε, ντύθηκε και του ρίξανε μια γούνα στις πλάτες. Πόσο τον θαυμάζαμε τα παιδιά!
Μετά, με τρόπαιο το Σταυρό, γύριζαν όλοι οι βουτηχτάδες τα χωριά ώς την Αγία Παρασκευή, έψελναν το «Εν Ιορδάνη…» στα καφενεία και έβγαζαν δίσκο. Γερό ρεγάλο….
Μια ιδιόρρυθμη κατάδυση Σταυρού έγινε το 1945 στην Αχλαδερή.
Παρεπιδημούσαν εκεί πολλοί ταϊφάδες από τα χωριά για το λιομάζωμα. Κεχαγιάς στην Αχλαδερή ήταν ο πάτερ Νεκτάριος, τετραπέρατος άνθρωπος, δεξί χέρι του Δεσπότη της Μυτιλήνης στα φιλανθρωπικά. Βίος και πολιτεία. Μπαχτσές η καρδιά του. Γεμάτος δραστηριότητες, σε μια από αυτές οφείλεται και το εγκώμιο «του πλέρουσις του μουρό;», που έγινε σύνθημα στα χρόνια της Κατοχής.
Εφάρμοζε απαρέγκλιτα το παράγγελμα του ψαλμού: «Δεύτε πίωμεν οίνον και οινοφλυγήσωμεν μέθην». Ο αγαπημένος μου δάσκαλος, ο παπα – Νικόλας Παπαευστρατίου, είχε να μου λέει για ομηρικές οινοποσίες εν Μονή Λειμώνος, όπου ο πάτερ Νεκτάριος έβαζε στην μπάντα τα τροπάρια και έπιανε τα «σαρκιά» επί Τουρκίας ζαμάνι.
Αποφάσισαν λοιπόν στην Αχλαδερή να βουτήξουνε για το Σταυρό διάφοροι μπαγάσηδες από τα Αργιανά, Κεράμια. Ο Λάμπης ο «Σπανός», ο Γρηγόρης ο Τσουμάρης και άλλοι. Όλο το προσωπικό μαζί κατεβήκανε στη σκάλα της Αχλαδερής που φορτώνουν τα καΐκια, με επί κεφαλής τον πάτερ Νεκτάριο.
Έγινε η Λειτουργία και έφτασε η στιγμή της κατάδυσης. Φοβερά φιλοπαίγμων ο πάτερ Νεκτάριος, στο τσακίρ κέφι, με το «Εν Ιορδάνη…» κάνει πως πετάει το Σταυρό στη θάλασσα, μπλουμ μπλουμ, βουτάνε τα παιδιά. Γέλια να δεις ο πάτερ Νεκτάριος που την έσκασε στους βουτηχτάδες.
Ξανά… Ελάτε τώρα. Δεν έχει ψέματα δα: «Εν Ιορδάνη» και πιο πειστική κίνηση του χεριού. Ξανά μπλουμ. Τίποτα! Το γλεντούσε καλά ο παπάς. «Άιντε τρεις και Αγιά Τριάδα». Πήγε να κάνει το κόλπο πάλι. Τινάχτηκε όμως τόσο πολύ για να ξεγελάσει τα παιδιά και μπλουμ πέφτει αυτός στη θάλασσα. Ήρθε η σειρά των παιδιών να γελάσουν.
Έβαλε τις φωνές: «Τρέξτε, βρε Λάμπο, πνίγομαι!». Βούτηξαν, τον βγάλαν τον πάτερ Νεκτάριο. Ξεκίνησαν γρήγορα, χτυπούσανε τα δόντια του πάτερ από το κρύο. Βάδιζε και βλαστημούσε: «Αχ, βρε κέρατά! Μέσα στο γλαστρί που πίνουν οι γι’ όρθις θα σε β’τήξου άλλ’ χρουνιά. Τούτου πόπαθα!».
Τα κάλαντα την παραμονή των Φώτων είναι από πλούσια φλέβα λαϊκής στιχουργικής. Παινέματα πολλά ήταν το χαρακτηριστικό τους. Τραγουδιόντουσαν βασικά από μια παρέα για Κεράμι – Αργιανά – Παπιανά.
Άρχιζαν από τα μεσάνυχτα και συνεχιζόντουσαν ώς τις πρωινές ώρες γιατί σε κάθε σπίτι έπρεπε να ειπωθούν τραγούδια για όλη την οικογένεια. Για τ’ αφεντικό, την κυρά, την κόρη, το γιο. Σωστός ποιητικός θησαυρός, χρειάζεται όμως ειδική μελέτη γι’ αυτό. Αναφερόντουσαν στις χάρες, στο επάγγελμα, στη λεβεντιά, στην ομορφιά. Ήταν κι ένα τραγούδι για τους εφέδες:
«Σένα σου πρέπ’ αφέντη μου χίλιο γροσώ ζωνάρι.
Λιβόρβουρου [περίστροφο] μ’ εφτά φωτιές γιατ’ είσαι παλικάρι».
Καμάρωνε με το τραγούδι κάποιος νοικοκύρης και στην ώρα του πρόβελνε από το παραθύρι και το μπουμπούνιζε εφτά φορές. Ένας άλλος δεν γουστάριζε να του λένε κάθε χρονιά αυτό το τραγούδι, θέλεις γιατί βαρέθηκε, θέλεις να καλυτέρεψε η οικονομική του κατάσταση και ήθελε ν’ αλλάξει το παίνεμα, διαολόστειλε την τελευταία χρονιά τους καλαντιστές!
Κεράσματα πλούσια, όλο το χωριό ξαγρυπνούσε ν’ ακούσει τα τραγούδια και να περιμένει το κάθε σπίτι τη σειρά του, με το δίσκο και μπαξίσι γερό.







