Η αισθητή αλλαγή τόνου του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από τη Νέα Υόρκη, μετά από εβδομάδες αυξημένης έντασης στα ελληνοτουρκικά, δεν περνά απαρατήρητη στην Αθήνα. Ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η Τουρκία «δεν είναι εχθρός της Ελλάδας», αλλά γείτονας και σύμμαχος στο ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι διμερείς σχέσεις είναι πολύ σημαντικές για να χρησιμοποιούνται ως αντικείμενο προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Η τοποθέτηση αυτή ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα είχε επαναφέρει με ένταση ζητήματα όπως η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, το Καστελόριζο και οι δραστηριότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η τουρκική πλευρά παρακολουθεί με ιδιαίτερη καχυποψία την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ.
Στην Αθήνα η δήλωση Ερντογάν καταγράφεται ως διαφορετικός τόνος σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, χωρίς όμως να θεωρείται από μόνη της ένδειξη αλλαγής της τουρκικής πολιτικής. Η βασική εικόνα παραμένει σύνθετη: η ρητορική μπορεί να χαμηλώνει, όμως οι πάγιες θέσεις της Άγκυρας στα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου εξακολουθούν να υφίστανται.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της συγκυρίας. Η αποκλιμάκωση της ρητορικής δεν σημαίνει αυτομάτως και αποκλιμάκωση επί του πεδίου.
Γιατί χαμηλώνει τώρα τους τόνους ο Ερντογάν
Μία από τις αναγνώσεις που κυκλοφορούν στη διπλωματική συζήτηση είναι ότι η Τουρκία έχει αυτή την περίοδο λόγους να μην ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο. Ο Ερντογάν επιδιώκει να εμφανίσει την Τουρκία ως σημαντικό περιφερειακό παίκτη και συνομιλητή της Ουάσιγκτον, την ώρα που προσπαθεί να επαναφέρει τις σχέσεις με τις ΗΠΑ σε πιο σταθερή τροχιά.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και το ζήτημα των F-35. Η Άγκυρα επιδιώκει την επιστροφή της στο πρόγραμμα των αμερικανικών μαχητικών, ενώ το θέμα των S-400 παραμένει βασικό εμπόδιο στην εξομάλυνση της αμυντικής σχέσης με την Ουάσιγκτον.
Η χρονική συγκυρία επομένως έχει τη σημασία της. Μια νέα ελληνοτουρκική κρίση δεν θα διευκόλυνε την προσπάθεια της Τουρκίας να παρουσιάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες την εικόνα ενός συμμάχου που μπορεί να λειτουργήσει ως περιφερειακός παράγοντας σταθερότητας.
Παράλληλα, η Άγκυρα επιχειρεί να διατηρήσει ισχυρό αποτύπωμα στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, με τον Ερντογάν να κρατά ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στο Ισραήλ. Μια παράλληλη ελληνοτουρκική κρίση θα προσέθετε ένα ακόμη μέτωπο σε μια ήδη ιδιαίτερα σύνθετη περιφερειακή εξίσωση.
Το μήνυμα της Αθήνας
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η Αθήνα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κράτησε σταθερές τις ελληνικές θέσεις, δίνοντας ταυτόχρονα έμφαση στη σταθερότητα, στην ειρήνη και στον διάλογο. Η ελληνική πλευρά επιμένει ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς δικαιοδοσίας είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, χωρίς να τίθεται ζήτημα έκπτωσης από ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Έτσι, από τη Νέα Υόρκη διαμορφώνεται μια εικόνα χαμηλότερων τόνων και από τις δύο πλευρές. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι Αθήνα και Άγκυρα έχουν συμφωνήσει στις διαφορές τους. Αντίθετα, το επόμενο διάστημα θα δοκιμαστεί στην πράξη αν η ρητορική αποκλιμάκωση μπορεί να μεταφερθεί και στο πεδίο.
Το μεγάλο τεστ του καλωδίου
Το σημαντικότερο από αυτά τα τεστ είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Η επανέναρξη των εργασιών για το καλώδιο αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Άγκυρα έχει διατυπώσει τη θέση ότι δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της υφαλοκρηπίδα θα πρέπει να συντονίζονται προηγουμένως με την Τουρκία. Η Αθήνα απορρίπτει αυτή την αντίληψη και υποστηρίζει ότι το έργο προχωρά στη βάση των ελληνικών και ευρωπαϊκών αδειοδοτήσεων.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν πρόκειται πλέον μόνο για μια λεκτική αντιπαράθεση. Όταν τα πλοία και τα συνεργεία βρεθούν στη θάλασσα, οποιαδήποτε τουρκική αντίδραση θα κριθεί επί του πεδίου.
Η εμπειρία της Κάσου το 2024 έχει ήδη δείξει πόσο εύκολα μια τεχνική δραστηριότητα μπορεί να αποκτήσει διπλωματική και επιχειρησιακή διάσταση. Γι’ αυτό και η επανέναρξη των εργασιών του καλωδίου θα αποτελέσει ουσιαστικό τεστ για το αν οι χαμηλότεροι τόνοι της Νέας Υόρκης μπορούν να αποκτήσουν διάρκεια.
Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάποια τεκμηριωμένη ένδειξη ότι Αθήνα και Άγκυρα έχουν καταλήξει σε παρασκηνιακή συμφωνία για το συγκεκριμένο έργο. Αντίθετα, οι διαφορετικές θέσεις τους παραμένουν. Το ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστούν τη διαφωνία όταν αυτή μεταφερθεί από το επίπεδο των δηλώσεων στο πεδίο.
Μια εύθραυστη αποκλιμάκωση
Η εικόνα που προκύπτει από τη Νέα Υόρκη είναι επομένως περισσότερο μια προσπάθεια ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης παρά μια νέα σελίδα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Ο Ερντογάν έστειλε ένα σαφώς ηπιότερο μήνυμα προς την Αθήνα, την ώρα που η ελληνική πλευρά απέφυγε να απαντήσει με νέα κλιμάκωση. Παράλληλα, όμως, καμία από τις βασικές διαφωνίες δεν έχει εξαφανιστεί.
Και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η πραγματική δοκιμασία δεν θα γίνει στη Νέα Υόρκη ούτε στις δηλώσεις των δύο ηγετών. Θα γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν έρθει η ώρα να προχωρήσουν οι εργασίες για το καλώδιο.
Εάν τότε οι δύο πλευρές καταφέρουν να διαχειριστούν τη διαφωνία χωρίς να οδηγηθούν σε νέα κρίση, η σημερινή αποκλιμάκωση θα αποκτήσει διαφορετικό βάρος. Εάν αντίθετα η ένταση επιστρέψει με την πρώτη δύσκολη δοκιμασία, οι δηλώσεις της Νέας Υόρκης θα έχουν αποδειχθεί περισσότερο μια προσωρινή προσαρμογή στη συγκυρία.
Προς το παρόν, λοιπόν, το μήνυμα είναι σαφές αλλά περιορισμένο: οι τόνοι έπεσαν. Το αν έπεσε και η ένταση θα φανεί στη θάλασσα.







