Ελένη Γαληνού: Το νέο της μυθιστόρημα “Κήρυκας” και οι ιστορίες της Λέσβου

Η Ελένη Γαληνού, συγγραφέας από τη Λέσβο, μας ταξιδεύει ξανά στον αγαπημένο της τόπο με το νέο της βιβλίο, Κήρυκας. Μέσα από τη γλαφυρή της αφήγηση, ζωντανεύει τον 19ο και τον 20ό αιώνα, αναδεικνύοντας τις ομορφιές της Λέσβου, τη ζωή της Μυτιλήνης και της Ερεσού, αλλά και τους ανθρώπους που σημάδεψαν την εποχή τους. Ο Κήρυκας, πρόσωπο υπαρκτό αλλά με μυθοπλαστικές πινελιές, γίνεται ο δικός της οδηγός σε μια ιστορία που συνδέει μύθο και πραγματικότητα. Ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει η συγγραφέας; Τι μας μαθαίνει για τις ρίζες μας και την πολιτισμική κληρονομιά του νησιού; Σήμερα μας μιλάει για το νέο της βιβλίο αλλά και για την έμπνευση που της δίνει πάντα ο τόπος…


Τι μυστικά θα αποκαλύψει ο Κήρυκας καθώς ταξιδεύει ανάμεσα σε τόπους και χρόνους;

Έχω εμπνευστεί πολλές ιστορίες από τον όμορφο τόπο μας τη Λέσβο και τους γλυκούς της ανθρώπους. Ως τώρα έχετε διαβάσει τρία μυθιστορήματα με επίκεντρο άλλοτε τη Μυτιλήνη και άλλοτε την Ερεσό. Φέτος έρχεται ένα ακόμα με τον τίτλο Κήρυκας. Σε αυτό το βιβλίο έβαλα πολλή αγάπη και ξεχωριστή έμπνευση για να φανταστώ τη Μυτιλήνη και την Ερεσό σε έναν παλιότερο αιώνα. Η ιστορία αρχίζει το 1873 και τελειώνει το 1955. Οι πρώτες γεύσεις έρχονται από τη Σμύρνη και τη Μυτιλήνη, το μεγαλύτερο όμως μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στην Ερεσό, με γεγονότα που εναλλάσσονται και μας πηγαίνουν άλλοτε στην Άνδρο και άλλοτε στην Αθήνα.

Ο Κήρυκας, ο κεντρικός μου ήρωας, ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Ήρθε από τη Σμύρνη ως πρόσφυγας και έζησε ως το τέλος της ζωής του στην Ερεσό. Το πραγματικό του όνομα ήταν Δαμιανός και ήταν αδελφός της προγιαγιάς μου. Στο βιβλίο τον αναφέρω ως ξάδελφο και θείο. Ο λόγος είναι ότι δεν ήθελα να γίνουν παραλληλισμοί με την πραγματική μου οικογένεια. Σκοπός μου ήταν να γράψω γι’ αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο και μόνο. Ήθελα να μιλήσω για την πολύπαθη ζωή του, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, τη χαρισματική παρουσία του, την καλοσύνη του και την αγάπη που σκορπούσε απλόχερα.

Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν διαβάζετε για μια ζωή γεμάτη προσφορά και ταυτόχρονα μυστήριο; Πώς πιστεύετε ότι επηρεάζει η οικογενειακή ιστορία τη φαντασία του συγγραφέα;

Η πρώτη σπίθα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου ήρθε όταν έπεσαν στα χέρια μου τα γραπτά μιας θείας μου–αδελφής του πατέρα μου–και διάβασα σημαντικές πληροφορίες για εκείνον. Τότε κατάλαβα ότι η ιστορία του είχε μεγάλο ενδιαφέρον και θα γινόταν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με πολλά αληθινά γεγονότα. Ομολογώ ότι δεν ήταν εύκολη η συγγραφή αυτού του βιβλίου. Στην πορεία συνάντησα αρκετά αδιευκρίνιστα γεγονότα, ασάφειες, αντιφάσεις, όμως αυτό που μέτρησε πιο πολύ ήταν τα αινίγματα και το μυστήριο που τον σκέπαζαν διαρκώς. Είχαν κάτι προκλητικό, κάτι εθιστικό που με συνεπήρε εντελώς μετατρέποντας την αρχική σπίθα σε πυρκαγιά για μια ιστορία 576 σελίδων. Μύθος και πραγματικότητα δεμένα αρμονικά σαν να είναι όλα αλήθεια. Όσα πραγματικά στοιχεία βρήκα για εκείνον, έχουν όλα καταγραφεί στην πορεία του μύθου, κι όπου δεν είχα, άφησα τη φαντασία να τα πλάσει σκεπτόμενη όπως υπέθεσα ότι θα έπραττε ο ίδιος.

Πιστεύετε ότι η φαντασία μπορεί να συμπληρώσει και να αναδείξει την ιστορική αλήθεια; Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα σε μύθο και πραγματικότητα;

Το βασικότερο γεγονός που με ώθησε να δω την ιστορία του με άλλο μάτι ήταν η απόφαση της προγιαγιάς μου, μετά τον θάνατό του, να κάψει όλα του τα υπάρχοντα. Και μιλώ για εικόνες, παλιά βιβλία και δικά του συγγράμματα. Ήταν πολύ μορφωμένος άνθρωπος και όταν ήρθε από τη Σμύρνη, έμεινε σε ένα παράσπιτο στο σπίτι της αδελφής του και σαν δουλειά έβοσκε πρόβατα. Τα ελάχιστα πράγματα που διέσωσε ερχόμενος στην Ερεσό ήταν βιβλία και εικόνες. Σ’ αυτό το σημείο αναφέρει η θεία μου στις σημειώσεις της: ήταν βιβλία θρησκευτικά, βιβλία ιερά και νύχτα μέρα διάβαζε. Αυτά ήταν όλη του η ζωή.

Η πράξη ωστόσο της προγιαγιάς να τα κάψει όλα ήταν αδιανόητη. Η μόνη δικαιολογία που έδωσε στα παιδιά της ήταν: «Φοβήθηκα μην παραπέσουν».

Πώς αλλάζει η ιστορία ενός ανθρώπου όταν τα προσωπικά του αντικείμενα και γραπτά καταστρέφονται; Τι χάνουμε μαζί με αυτά;

Μετά την έρευνά μου, μια εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι ότι δεν τις θεωρούσε θεόπνευστες επειδή δεν ήταν όπως οι βυζαντινές εικόνες που ξέρουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν σώθηκε καμία για να έχω προσωπική άποψη. Στο μυθιστόρημα, ορμώμενη κυρίως από μια λέξη που βρήκα στις σημειώσεις της θείας όπου ανέφερε ότι το καμαράκι του το αποκαλούσαν «το αργαστηρέλιτ’», δηλαδή το εργαστήριό του, συμπέρανα ότι κάτι έφτιαχνε εκεί. Έτσι, στο μυθιστόρημα τον βάζω να σκαλίζει ο ίδιος τις εικόνες πάνω σε ξύλο, γεννώντας παράλληλα ερωτηματικά αν ήταν ή όχι θαυματουργές. Τα θαύματα ούτως ή άλλως τα δημιουργεί η ίδια η πίστη, και για την πίστη εκείνος δεν έπαψε ποτέ να μιλάει. Πίστευε με όλη του την ψυχή και παρότρυνε και τους άλλους να πιστεύουν βαθιά και να προσεύχονται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ