Από τη Σερβία στη Μυτιλήνη: Η τελευταία επιστολή του Πατριάρχη Γαβριήλ και το μήνυμα ενότητας της Ορθοδοξίας

Γράφει ο Δημήτριος Χαραλαμπίδης, υποψήφιος διδάκτορας του τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ.

Η τελευταία επιστολή του Πατριάρχη της Σερβίας Γαβριήλ στον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιάκωβο Α΄. Πτυχές της εκκλησιαστικής πολιτικής των δύο ιεραρχών και συμβολή στις διορθόδοξες σχέσεις

Στον παρόν άρθρο θα παρουσιαστούν πτυχές των διορθόδοξων σχέσεων της Σερβικής Εκκλησίας με την τοπική Εκκλησία της Μυτιλήνης μέσα από την φιλία και επικοινωνία που διατηρούσαν οι δύο ιεράρχες της, ο Πατριάρχης Γαβριήλ και ο Μητροπολίτης Ιάκωβος Α΄ ο από Δυρραχίου. Αφορμή αποτελεί η ενδιαφέρουσα τελευταία επιστολή του Πατριάρχη της Σερβίας Γαβριήλ στον Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιάκωβο Α΄που δημοσιεύτηκε στο εκκλησιαστικό περιοδικό «Ο Ποιμήν» το 1950 στην θέση της νεκρολογίας του κοιμηθέντα Πατριάρχη, η οποία αποτελεί ιστορικό τεκμήριο της χριστιανικής ενότητας του 20ου αιώνα.

Πιο αναλυτικά, δεδομένο ότι υπήρξε ο Πατριάρχης Γαβριήλ φιλέλληνας σε ολόκληρη την ζωή του, αποκαλεί τον Μητροπολίτη Ιάκωβο αδελφό και φίλο. Απευθύνει ειλικρινούς εγκάρδιους ευχετήριους χαιρετισμούςμε την ευκαιρία των Χριστουγέννων και την έλευση του νέου έτους. Ο Πατριάρχης στην συνέχεια κάνει λόγο στις μεγάλες καταστροφές και τις συνέπειες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, συνυπολογίζοντας τον εαυτό του μαζί με τους  ποιμένες των χριστιανικών μαρτυρικών τους λαών που υποφέρουν. Μιλάει για τους προβληματισμούς του Ιάκωβου που εκδήλωσε σε προηγούμενη επιστολή για τις σχέσεις των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, διαπιστώνοντας ο ίδιος τα τελευταία χρόνια την απουσίαδιορθόδοξης συνεργασίας.Ως αποτέλεσμα έχει τον κλονισμό της δογματικήςκαι κανονικής ενότητας, επισημαίνοντας την οφειλή της έγκαιρης διάσωσης της Εκκλησίας. Αναφέρεται, επίσης, στην συμμετοχή του στην διάσκεψη της Μόσχας το 1948 και στην κοινή συμφωνία του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πατριάρχη Ρωσίας Αλέξιο, να αναλάβουν πρωτοβουλίες να διευθετήσουν τις διαφορές μεταξύ των Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών.  Παραθέτοντας την πρόταση που κατέθεσε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα για την προετοιμασία της νέας έκδοσης Ομολογίας Πίστεως, δηλώνει την προθυμία να το συζητήσει με εκπρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σπυρίδωνα. Ωστόσο, οι τωρινές δύσκολες συνθήκες τον εμποδίζουν να το πραγματοποιήσει. Κατόπιν, κάνει λόγο στο ενδιαφέρον ζήτημα της διαμεσολάβησης του για τα ελληνόπαιδα στην Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Έλαβε λακωνική απάντηση με άμεση αναφορά στην απόφαση των Ηνωμένων Εθνών του 1949. Την απάντηση μετέφερε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο, στονΑρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα και στον Μητροπολίτη Φιλίππων και Νεαπόλεως Χρυσόστομο. Στο τέλος της επιστολής δηλώνει το συναίσθημα της αδυναμίας να πράξει κάτι άλλο για τον βασανισμένο και μαρτυρικό ελληνικό λαό. Υπονοεί, τέλος, ότι δεν αδυνατεί να συνεργαστεί με το Γιουγκοσλαβικό Κράτος ενώ επαναλαμβάνει ότι τους δύο ορθόδοξους λαούς τους ενώνει η πίστη και τα δεινά που βίωσαν.

Η απαρχή της γνωριμίας τους ξεκινάει από την συνάντηση στο Πανορθόδοξο Συνέδριο το 1923στην Κωνσταντινούπολη, συμβάλλοντας στην επιτυχή έκβαση του, καθώς μοιράζονταν κοινές προοδευτικές αντιλήψεις έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί εξαιτίας των κοινωνικών και εκκλησιαστικών συνθηκών της εποχής τους. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται το γεγονός που ο Πατριάρχης της Σερβικής Εκκλησίας διατηρεί επίσημη αλληλογραφία όχι μόνο με τους εκκλησιαστικούς αρχηγούς τωνΑυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά και με ιεράρχεςτοπικών Εκκλησιών.

Ηδιάθεσητου Πατριάρχη Γαβριήλ και ο υφολογικός τόνος της επιστολής κινείται σε φιλικό και ημιεπίσημο κλίμα, δηλώνοντας την συναισθηματική εγγύτητα που ένιωθε πριν τα Χριστούγεννα. Ωστόσο, λαμβάνεται υπόψιν ότι η εκκλησιαστική εθιμοτυπία στις διορθόδοξες σχέσεις και επικοινωνίαποτέ δεν έβλαψε την συνεργασία και το διαπροσωπικό επίπεδο που κρατήθηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές. Μάλιστα, εντοπίζεται το κλίμα αλληλοσεβασμού και η αναγνώριση της μίας Εκκλησίας από την άλλη, κυριαρχώντας η ειλικρίνεια, η εντιμότητα και ο αμοιβαίος σεβασμός.

Στην επιστολή, επίσης, κυριαρχεί το στοιχείο της επίδειξης της χριστιανικής αλληλεγγύης και συναλληλίας σε θέματα που χρήζουν την άμεση προσοχή τους. Με άλλα λόγια, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αρχή της συναντίληψης που διέπει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και η έμπρακτη εφαρμογή της αγάπης με την έκφραση ειλικρινών αισθημάτωνσυμπάθειας για ανθρώπους που δεινοπαθούν, ανεξαρτήτως φυλής, γένους, τάξης και φύλου.

Ενδεικτικό του θετικού κλίματος των διορθόδοξων σχέσεων μεταξύ των Σλαβικών Εκκλησιών είναι η αναφορά του Πατριάρχη Γαβριήλ στην συμμετοχή του στην Διάσκεψη της Μόσχας το 1948κατά τον εορτασμό των 500 ετών από την ίδρυση του Ρωσικού Αυτοκεφάλουκαι στην απόφαση της καταδίκης της συμμετοχής των Σλαβικών στην Οικουμενική κίνηση.Σημαντικός παράγοντας στην απόφαση αυτή εκτός από την άγνοια που επικρατούσε για τους σκοπούς της Οικουμενικής Κίνησης, υπήρξε και ο Ψυχρός Πόλεμος που απαγόρευε τις σχέσεις μεταξύ Ανατολικής Ευρώπης και Δυτικού κόσμου.

Άξιο σχολιασμού είναι η κατάθεση πρότασης του στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα για έκδοση νέας Ομολογίας Πίστηςτην περίοδο 1951-1952, η οποία θα ήταν πιο ολοκληρωμένη, σύγχρονη και χωρίς δογματικές αποκλίσεις.Διατηρεί την πεποίθηση της αναθέρμανσης των σχέσεων μεταξύ του συνόλου των Ορθόδοξων Εκκλησιών, ενισχύοντας την χριστιανική αδελφοσύνη και δίνοντας ταυτόχρονα βαρύτητα στα εσωτερικά εκκλησιαστικά ζητήματαμε γνώμονα την προσφορά οικουμενικής διακονίας σε διορθόδοξο επίπεδο.

Αντίστοιχα, η ιδιαίτερη του διορθόδοξη συμβολή αναδεικνύεται από την πρόταση λύσης των εκκλησιαστικώνζητημάτων που είχαν ανακύψει, ταλανίζοντας το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την Ρωσική Εκκλησία. Για αυτό τον λόγο, αναλαμβάνει τον ρόλο του ειρηνοποιού ανάμεσα στον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο καθώς ο διάλογος θα έχει την μορφή του διάλογου της αγάπης με ειρηνευτική τακτική.

Εντούτοις, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το «παιδομάζωμα» στο οποίο επικεντρώνεται για το υπόλοιπο της επιστολής του. Συγκεκριμένα, Έλληνες ιστορικοίπου εκπροσωπούσαν την επίσημη ελληνική θέση, αποκάλεσαν «παιδομάζωμα»την βίαιη αρπαγή των παιδιών από τους γονείς τους προκειμένου να ανατραφούν σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα. Το συγκεκριμένο «παιδομάζωμα» αναφέρεται σε Σλαβομακεδονικά, ελληνικά και αρομανικά(βλάχικα) παιδιά που απελάθηκαν με την βία από το Κ.Κ.Ε., εγκαταλείποντας την Ελλάδα και διαφεύγοντας στην Αλβανία, την Γιουγκοσλαβία και το Ανατολικό Μπλοκ. Αυτό συνέβη κατά την διάρκεια και μετά την λήξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου του 1946-1949, όταν μέλη και υποστηρικτές των ηττημένων κομμουνιστικών δυνάμεων μετατράπηκαν σε πολιτικοί πρόσφυγες, εγκαταλείποντας μαζικά την Ελλάδα.

Από την απασχόληση του αυτή με το ακανθώδες αυτό ζήτημα διαφαίνεται η ευαισθησία του σε θέματα των δικαιωμάτων του ανθρώπου καθώς η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζεται για τη διαχρονική πίστη της στην αξία του προσώπου.Διαπιστώνεται από την επιστολή ότι παρόλο τις διαμαρτυρίες και της υψηλής του θέσης, ο Πατριάρχης Γαβριήλ δεν μπόρεσε να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα καθώς εμποδίζεταιαπό την πολιτική προπαγάνδα που υποστήριζε ότι ο Πατριάρχης προσπαθεί να προσεγγίσει την Ελλάδα ή τους συμμάχους της. Η πραγματικότητα ήταν, όμως, ότι προσπάθησε να συμβάλλει στην διευθέτηση του «παιδομαζώματος», γνωρίζοντας τις διαμαρτυρίες από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης και της Εκκλησίας της Ελλάδος.

            Αξιό μνείας είναι το γεγονός ότι στο εξωτερικό παρουσιάζεται ο στρατάρχης Τίτοκαι η Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση να συνεργάζεται με την επίσημη Εκκλησία ενώ αντίθετα ο Πατριάρχης Γαβριήλ έμμεσα αποκαλύπτει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται στην Σερβική Εκκλησία. Δεν υπάρχει δηλαδή μία ειρηνική συνύπαρξη Κράτους και Εκκλησίας και αυτό συμπεραίνεται από την λακωνική απάντηση που έλαβε όταν μεσολάβησε για το ζήτημα που αφορούσε άμεσα την Ελλάδα.

Επιπροσθέτως, η ανάλυση της αναφοράς του Πατριάρχη Γαβριήλ στα ολέθρια αποτελέσματα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου πουμοιράζονται οι δύο ορθόδοξοι λαοί αναδεικνύει το κοινό χαρακτηριστικό των δύο ιεραρχών για τις διώξεις και ταλαιπωρίες που βίωσαν από την γερμανική κατοχή. Μάλιστα, ο Πατριάρχης Γαβριήλ βιώνει στην χώρα τουμία έντονη πολιτική κατάσταση και την Σερβική Εκκλησία σε διωγμόαφού η θρησκευτική πολιτική του Τίτο υπήρξε ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που καλούνταν το Σερβικό Πατριαρχείο να αντιμετωπίσει καθόλη τη διάρκεια που το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας βρισκόταν στην εξουσία.

Από τα παραπάνω, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι ο Πατριάρχης Γαβριήλ συνδέει τις διορθόδοξες σχέσεις εκείνης της εποχής με την αποτυχία-αδυναμία εφαρμογής σερβικής εκκλησιαστικής πολιτικής, επισημαίνοντας την σπουδαιότητα και αναγκαιότητα της ενότητας των Ορθόδοξων Εκκλησιών αλλά και τη προφύλαξη της Ορθοδοξίας από τον κλήρο με οποιοδήποτε προσωπικό κόστος. Μάλιστα, ο Πατριάρχης Γαβριήλ επαναλαμβάνεται στο θέμα του κοινού διαμοιρασμού των δεινών των δύο ορθόδοξων λαών και εύχεται σύντομα να ξεπεραστούν, υπονοώντας ότι η Εκκλησία θα στέκει όρθια ενώ οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάξουν

Τέλος, αξίζει να υπογραμμιστεί, ότι επειδή θεωρούσε ο Πατριάρχης Γαβριήλ πάντοτε την Ελλάδα ως μία χώρα που έχει κοινή ιστορία και θρησκεία με την Σερβία, έγινε συχνά στόχος από την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Οι ευχετήριες επιστολές τουγια παράδειγμα με αφορμή τα ονομαστήρια του Σέρβου προκαθημένου, θεωρούνταν ύποπτα από στελέχη της ενώ έγινε και προσπάθεια αποκοπής κάθε δεσμού της Σερβικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις ελληνόφωνες Εκκλησίες.


             Συνοψίζοντας, θα υποστηρίζαμε ότι η συντακτική επιτροπή του περιοδικού επέλεξε συνειδητά να εντάξει την επιστολή ως αφιέρωμα προκειμένου το αναγνωστικό κοινό να διαπιστώσει ότι ο αποβιώσας Πατριάρχης Σερβίας Γαβριήλ έδρασε μέσα σε μία αρκετά δύσκολη και απαιτητική εποχή, καθώς τον απασχολούσαν τα κοινωνικά και τα εκκλησιαστικά ζητήματα με επίκεντρο τον άνθρωπο. Ο Πατριάρχης Γαβριήλ θέτει δύο σημαντικά ζητήματα στην επιστολή προς τον Μητροπολίτη Ιάκωβο: την ενότητα των Εκκλησιών και τους τρόπουςεπίτευξης με κοινή διορθόδοξη συνεργασία δια της προσεκτικής εφαρμογής της εκκλησιαστικής πολιτικής. Μπορεί η πολιτική δράση των εκάστοτε κυβερνήσεων να φέρνει ανυπέρβλητα προβλήματα στην εξασφάλιση της ειρήνης και της ενότητας των χριστιανικών λαών, ωστόσο, η διατήρηση και σύσφιξη των διορθόδοξων σχέσεωνμπορεί να επιφέρει την πολυπόθητη ενότητα.Καταλήγουμε στον προβληματισμό της επιτακτικής ανάγκης και σήμερα οι ιεράρχες να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δύο εκείνων ιεραρχών, οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν τόσο για τα εκκλησιαστικά προβλήματα του τόπου τους όσο και για την ορατή ενότητα της Εκκλησίας. Ανάγκη που προσκαλεί όλους στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΚΑΙΡΟΣ