Η εικόνα που διαμορφώνεται στη Λέσβο μετά τη σύσκεψη για τον αφθώδη πυρετό δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες: πρόκειται για μια κρίση που δεν είναι μόνο υγειονομική, αλλά βαθιά κοινωνική και οικονομική. Από τη μία πλευρά, η Πολιτεία καλείται να αποτρέψει την εξάπλωση μιας ζωονόσου με καταστροφικές συνέπειες για το ζωικό κεφάλαιο. Από την άλλη, οι κτηνοτρόφοι βλέπουν το εισόδημά τους να απειλείται άμεσα, χωρίς να έχουν στα χέρια τους σαφείς απαντήσεις ή ένα πειστικό σχέδιο στήριξης.
Η απόφαση για μη χαλάρωση των μέτρων καραντίνας για τουλάχιστον δέκα ημέρες μπορεί να κρίνεται επιστημονικά ορθή, ωστόσο αναδεικνύει ένα διαχρονικό έλλειμμα: την αδυναμία της διοίκησης να επικοινωνήσει έγκαιρα, καθαρά και αξιόπιστα με τους άμεσα πληττόμενους. Η ένταση που καταγράφηκε έξω από το κτίριο της Περιφέρειας δεν είναι απλώς στιγμιαία αγανάκτηση· είναι αποτέλεσμα συσσωρευμένης δυσπιστίας.
Οι κτηνοτρόφοι ζητούν ενημέρωση, χρονοδιάγραμμα και –κυρίως– εγγυήσεις ότι δεν θα αφεθούν να σηκώσουν μόνοι τους το βάρος μιας κρίσης που αφορά το σύνολο της αγροτικής οικονομίας. Η πιθανότητα σταδιακής ελαστικοποίησης των μέτρων μετά από δέκα ημέρες χωρίς νέα κρούσματα είναι μια πρώτη ένδειξη σχεδιασμού, αλλά δεν αρκεί. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: τι γίνεται στο μεταξύ;
Εξίσου σημαντικά ζητήματα, όπως η εξαγωγή γάλακτος και η διαχείριση των αμνοεριφίων, δεν μπορούν να παραμένουν “ανοιχτά” επ’ αόριστον. Κάθε ημέρα αβεβαιότητας μεταφράζεται σε πραγματικές οικονομικές απώλειες. Και όταν αυτές συσσωρεύονται, η κοινωνική ένταση μετατρέπεται σε κινητοποιήσεις – όπως ήδη προαναγγέλλεται.
Η κυβέρνηση οφείλει να κατανοήσει ότι η διαχείριση τέτοιων κρίσεων δεν εξαντλείται σε υγειονομικά μέτρα. Σε τελική ανάλυση, το δίλημμα δεν είναι «υγεία ή οικονομία». Είναι αν μπορεί να υπάρξει μια πολιτική που να προστατεύει και τα δύο.







