Η υγειονομική κρίση που προκάλεσε ο Αφθώδης Πυρετός στη Λέσβο δεν είναι μόνο ένα ζήτημα κτηνιατρικής διαχείρισης. Τείνει να εξελιχθεί σε μια βαθιά οικονομική πληγή, με επιπτώσεις που ξεπερνούν τα όρια του νησιού και αγγίζουν τον πυρήνα της ελληνικής παραγωγής.
Την ώρα που οι τοπικοί παραγωγοί βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε καθεστώς περιορισμών, χωρίς δυνατότητα διάθεσης γάλακτος, σφαγείων και τυροκομικών προϊόντων, η αγορά δεν μπορεί να μείνει «άδεια». Και όταν η εγχώρια παραγωγή μπλοκάρεται, η λύση που συνήθως επιλέγεται είναι μία. Εισαγωγές.
Εδώ ακριβώς μπαίνει στο κάδρο η Mercosur, η τεράστια εμπορική ένωση της Νότιας Αμερικής, με χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή, που διαθέτουν μαζική παραγωγή κρέατος και αγροτικών προϊόντων σε χαμηλότερο κόστος. Σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που βιώνει σήμερα η Λέσβος, τέτοιες αγορές αποτελούν εύκολη «δεξαμενή» κάλυψης της ζήτησης.
Και η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η περίοδος του Πάσχα αποτελεί κορυφαία στιγμή για την κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι παραγωγοί της Λέσβου βρίσκονται ουσιαστικά εκτός αγοράς, δεν μπορούν να διαθέσουν αρνιά, δεν μπορούν να διοχετεύσουν γάλα, δεν μπορούν να στηρίξουν την τοπική οικονομία την πιο κρίσιμη στιγμή της χρονιάς.
Το αποτέλεσμα; Ένα διπλό πλήγμα. Από τη μία, οι κτηνοτρόφοι οδηγούνται σε οικονομική ασφυξία, βλέποντας το εισόδημά τους να μηδενίζεται. Από την άλλη, η αγορά καλύπτεται από εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία όχι μόνο καλύπτουν το κενό, αλλά εδραιώνουν τη θέση τους εις βάρος της ελληνικής παραγωγής.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές, πρόκειται για μια αναπόφευκτη εξέλιξη λόγω της κρίσης ή για μια κατάσταση που, έστω και έμμεσα, διευκολύνει τη στροφή προς τις εισαγωγές; Ιδίως όταν, όπως καταγγέλλουν οι ίδιοι οι παραγωγοί, δεν έχουν δοθεί σαφείς απαντήσεις και λύσεις για τη διαχείριση του γάλακτος και των προϊόντων τους.
Η Λέσβος σήμερα δοκιμάζεται. Και αν δεν υπάρξουν άμεσες, στοχευμένες παρεμβάσεις για τη στήριξη της τοπικής παραγωγής και τη διατήρηση της αγοράς στα χέρια των Ελλήνων παραγωγών, ο κίνδυνος είναι να χαθεί όχι μόνο μια σεζόν, αλλά ένα ολόκληρο παραγωγικό μοντέλο.
Γιατί σε τέτοιες κρίσεις, το μεγαλύτερο στοίχημα δεν είναι μόνο η υγειονομική διαχείριση, είναι ποιος τελικά θα καλύψει το κενό που αφήνει πίσω της.







