γράφει ο Γιώτας Ευθύμιος
«Κάποτε υπήρχε μια ταβέρνα, όπου τσουγκρίζαμε κάνα δυο ποτηράκια.
Θυμάσαι πως περνούσαμε τις ώρες μας, μιλώντας για όλα τα σπουδαία και μεγάλα πράγματα που θα κάναμε στη ζωή μας;
ΕΚΕΙΝΕΣ ήταν οι μέρες φίλε μου, που νομίζαμε πως ποτέ δεν θα τελειώσουν.
Θα τραγουδούσαμε και θα χορεύαμε για πάντα.
Θα ζούσαμε τη ζωή που πάντα θέλαμε. Θα παλεύαμε και θα κερδίζαμε πάντα.
Γιατί ήμασταν νέοι. Και φυσικά θα βρίσκαμε τον τρόπο».

Παύση. Το άρθρο θα μπορούσε να τελειώνει εδώ. Να ήταν όλο κι όλο το τραγούδι της Mary Hopkin “Those Were the Days”.
Αλλά θα αφορούσε μόνο τους νεαρούς θαμώνες της ταβέρνας, που πίνουν τη μπύρα ή το κρασί τους και συζητούν με θόρυβο, με την ένταση και αισιοδοξία που δίνουν τα νιάτα.

Και χρόνια μετά, έχοντας περάσει, πολλοί προ πολλού, την πρώτη τους νεότητα, ηττημένοι πια, αναπολούν παλιές, όμορφες εποχές, σχέδια, όνειρα και ταβέρνες.
Ο Βάρναλης τους αποκαλεί «Μοιραίους». Αυτούς που μες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές… Και τα λοιπά. Τέλος πάντων.

Στις ταβέρνες της Μυτιλήνης όμως πήγαιναν όλοι: οι συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο, οι φαντάροι με τους άλλους εξοδούχους του τάγματος ή και του λόχου, συνάδελφοι στη δουλειά και δημόσιοι υπάλληλοι, που θα ξαναβλέπονταν την άλλη μέρα στο γραφείο μιλώντας πια για πρωτόκολλα και εισερχόμενα, οικογένειες, για το κυριακάτικο φαγητό ίσως, γείτονες, φίλοι κάθε είδους και ηλικίας…
Σίγουρα τώρα θα υπάρχουν πολλές περισσότερες, αλλά πριν 35 χρόνια θυμάμαι τρεις, στην παλιά πόλη όλες, κοντά η μία στην άλλη.

Ήταν η «Ψάθα», στην Κουμιδιά, σε ένα λοξό δρομάκι που ένωνε την Ερμού με τη Μητροπόλεως.
Μικρό και ζεστό μαγαζάκι. Μόλις έμπαινες, στα αριστερά σου, υπήρχε ένα τζουκ μποξ, μάχιμο και όχι απλά για διακόσμηση, που σημαίνει ότι με κατάλληλο αντίτιμο, διάλεγες το τραγούδι που ήθελες.

Λίγο πιο πέρα, ένα μεγάλο επαγγελματικό ψυγείο σηματοδοτούσε τον χώρο της κουζίνας πίσω του.
Τα τραπέζια και οι καρέκλες απλά, καφενειακά θα τα χαρακτήριζα, η διακόσμηση επίσης απλή, με ψάθες στους τοίχους γύρω γύρω. Η ζωή και η κίνηση στην Ψάθα περιστρέφονταν, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες, γύρω από μια σόμπα πετρελαίου στο κέντρο του χώρου.
Σου έδινε την εντύπωση «μαγαζιού της γειτονιάς» που πετάγονται για λίγο οι γείτονες, να πιουν ένα κρασάκι, να φάνε ένα σουβλάκι και να ξεσκάσουν.

Αλλά τα ψητά στα κάρβουνα τα έκαναν πολύ νόστιμα εκεί. Στο ψητό της συκώτι και σουβλάκι ορκίζονταν πολλοί.
Η Ψάθα έχει κλείσει πια…
Μετά ήταν το «Μπουντρούμι». Σε ένα αδιέξοδο στενάκι της Κομνηνάκη, λίγο πριν το πανεπιστήμιο (τότε). Δίπλα του ήταν η μπουάτ «Ιστός» (κι αυτή γεμάτη μνήμες). Και τα δυο έχουν κλείσει πάντως…
Το Μπουντρούμι, περισσότερο από όλες τις ταβέρνες, έφερνε προς το κουτούκι, αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σαν κουτούκι τουλάχιστον.
Ο κόσμος πήγαινε εκεί για να πιει ένα κρασάκι, να ακούσει μουσική και να σιγοτραγουδήσει.
Γύρω γύρω είχε, σαν διακόσμηση, μπακιρένια σκεύη και κουζινικά, από δίσκους σερβιρίσματος και έναν ναργιλέ μέχρι ταψιά, κατσαρόλες και μπρίκια.

Γύρω γύρω είχε, σαν διακόσμηση, μπακιρένια σκεύη και κουζινικά, από δίσκους σερβιρίσματος και έναν ναργιλέ μέχρι ταψιά, κατσαρόλες και μπρίκια.
Για το τέλος άφησα το «Ζουμπούλι», στην αρχή της Βερναρδάκη, που είναι ένας κάθετος στη Μητροπόλεως.
Ήταν αυτό που εννοούμε «ταβέρνα» σήμερα. Περισσότερο συνυφασμένη με το φαγητό και τη χαλαρή κουβέντα, μακριά από τη βαβούρα.
Κυριαρχούσε το ξύλο. Ξύλινη ήταν και η σκάλα που ανέβαζε στο (φυσικά ξύλινο) πατάρι.
Στους τοίχους ολόγυρα τοιχογραφίες, με θυμόσοφες ρήσεις και ζωγραφισμένες φιγούρες όπως οι κλασικές με τον μεθυσμένο αγκαλιά με τον φανοστάτη ή με τη σύζυγο να περιμένει με τον πλάστη τον ρέμπελο (ρέμπελος σημαίνει και επαναστάτης) άνδρα της που γυρίζει στο σπίτι από το Ζουμπούλι, υπό την επήρεια του χυμού του Βάκχου.
Δυο χρονιές, το ’92 και το ’93 έκανα εκεί την ονομαστική γιορτή μου, οπότε έχω έντονες αναμνήσεις απ’ το Ζουμπούλι.
Είχα κλείσει όλο το ξύλινο πατάρι, μάζεψα καμιά 25αριά φίλους απ’ το πανεπιστήμιο, δυο από αυτούς έφεραν τα μπουζούκια τους, και καταλαβαίνετε…

Μετά από κάμποση ώρα οι μερακλήδες της παρέας ήθελαν χορό, οπότε το γλέντι μεταφέρθηκε στο ισόγειο (είπαμε, το πατάρι ήταν ξύλινο και τραμπαλίζονταν επικίνδυνα). Ιστορικές στιγμές…
Αυτό όμως ήταν η εξαίρεση στον κανόνα. Ποτέ δεν είδα να χορεύουν σε κάποια ταβέρνα στη Μυτιλήνη.
Σήμερα πάντως οι ταβέρνες μοιάζουν με εστιατόρια. Και αν υποθέσουμε πως είχε δίκιο ο Αλέξανδρος Δουμάς όταν έλεγε πως «το κρασί και η συζήτηση είναι το πνευματικό μέρος ενός γεύματος, τα κρέατα και τα λαχανικά δεν είναι παρά το υλικό μέρος», τότε μάλλον έχει περάσει ανεπιστρεπτί ο καιρός όπου απολάμβανες το πνευματικό μέρος του γεύματός σου σε μια ταβέρνα.







